Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ψηφοφορια 1
Ποιὸ βίωμα εἶναι πιὸ οἰκεῖο γιὰ σᾶς;
Μετέχουμε σὲ ὅλη τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου μὲ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας
Ἡ νηστεία βοηθᾶ νὰ ξεκολλήσει τὸ μυαλό μας ἀπὸ τὰ γήινα πράγματα
Στὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως καθαρίζουμε τὴν ψυχή μας
Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ γεμίσει τὸν χρόνο του μὲ προσευχὴ
Ψηφοφορια 2
Τὶ εἶναι γιὰ σᾶς οἱ διακοπές
Ξεκούραση, ἀνανέωση, φυγὴ ἀπὸ τὴν καθημερινότητα
Ἐπαφή μὲ τὴν φύση, μὲ μιὰ πιὸ ἁπλή ζωή
Συνάντηση μὲ συγκεκριμένα πρόσωπα
Ἀφορμή γιὰ πιὸ μαζεμένη πνευματική ζωή
Παραίτηση ἀπὸ δεσμὰ καθημερινότητας καὶ ἐλευθερία κινήσεων
Ἡ Θεοτόκος καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ

 


Χρυσοστόμου Α. Σταμούλη, Καθηγητού Πανεπιστημίου, Α.Π.Θ.

Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα Θεολογικῆς Σχολῆς, Τόμος 9, Θεσσαλονίκη 1999


Συνήθως, κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία ἑστιάζει τήν προσοχή της στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Πρόκειται γιά τό πρόσωπο τό ὁποῖο κατέχει τήν κεντρικότερη θέση στό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας, καί τοῦτο εἶναι εὐνόητο, ἐάν ἀναλογισθεῖ κανείς ὅτι ὁ Υἱός, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου Τριάδος, εἶναι ὁ κάτ’ ἐξοχήν ἐκφραστής τῆς κοινῆς, φυσικῆς ἐνέργειας τῆς Θεότητας μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος καί ὁ κόσμος ἀνακαινίζονται, μεταποιοῦνται, μεταμορφώνονται.

Ὁ Υἱός, δηλαδή ὁ Σαρκωμένος Λόγος, κάνει πραγματική τή δυνατότητα θεώσεως τῶν προσώπων τῆς κοινωνίας, μία δυνατότητα πού ὁ δημιουργός δίνει γιά δεύτερη φορά στό δημιούργημα. Ἡ πραγματικότητα τῆς σάρκωσης τοῦ Λόγου ἀποτελεῖ τή στέρεη βάση τῆς πραγματικότητας τῆς Ἐκκλησίας καί συνεπῶς τῆς πραγματικότητας τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀληθινή σωτηρία, μέ ἄλλα καί ἁπλούστερα λόγια, προϋποθέτει τόν ἀληθινό λυτρωτή καί τοῦτον συναντᾶ ἡ Ἐκκλησία μας στό πρόσωπο τοῦ σαρκωμένου Λόγου.

Γέννηση, ζωή, πάθος, Σταυρός καί Ἀνάσταση, τά σημαντικότερα γεγονότα, σταθμοί τοῦ λειτουργικοῦ χωροχρόνου, συνδέουν τό λόγο τῆς ὑπάρξεώς τους μέ τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Χριστός ἀρχή καί τέλος, θά ἔλεγαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Γίνεται ἐμφανής, λοιπόν, ὁ οὐσιαστικός σύνδεσμος τῆς περί Χριστοῦ διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μέ τή διδασκαλία καί τό γεγονός τῆς σωτηρίας.

Ἐξάπαντος, βέβαια, ὀφείλω νά ὁμολογήσω, ὅτι τούτη ἡ ἔμφαση στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ δέν ἀλλοιώνει τό συνολικό χαρακτήρα τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας ἡ ὁποία εἶναι κατεξοχήν δοξολογική. Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ σημαίνει τή δόξα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ὅλη Τριάδα δοξάζει καί δοξάζεται, καθώς ἡ ὅλη Τριάδα ἐνεργεῖ τό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας.

Ἐν τούτοις, ἡ πλήρωση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Οἰκονομίας, δέν θά μποροῦσε νά ἐπιτευχθεῖ χωρίς τή συμβολή τοῦ κτίσματος, δηλαδή χωρίς τήν ἐλεύθερη κατάφαση τοῦ ἀνθρώπου. Κεντρική θέση, σέ αὐτή τή διαδικασία οἰκείωσης τοῦ Φωτός, κατέχει στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία καί Ἐκκλησία τό πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ σαρκωθέντος Λόγου, τό πρόσωπο τῆς Παναγίας Θεοτόκου. Καί ἐάν τό πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ κάνει φανερή τήν θεία πραγματικότητα, τό πρόσωπο τῆς Παναγίας φανερώνει τήν ἀλήθεια τῆς ἀνθρώπινης πραγματικότητας. Θεία καί ἀνθρώπινη πραγματικότητα κάνουν τήν Σωτηρία νά ἀληθεύει. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ἡ Θεομήτωρ βρίσκεται στήν καρδιά τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.

Ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι ὁ ναός ὁ ἀκατάλυτος καί ἅγιος, στόν ὁποῖο σκήνωσε ὁ Λόγος. Εἶναι τό χωρίον τοῦ ἀχωρήτου. Εἶναι ἀκόμη ἡ χωρήσασα τόν ἀχώρητον «ἐν μήτρᾳ ἁγίᾳ παρθενικῇ». Συνεπῶς, ἡ θεολογική ταύτιση Θεοτόκου καί Ἐκκλησίας, πού συχνά ἀκοῦμε στά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁδηγεῖ στήν ἀνέρευση καί ἀνάδειξη τῆς θεολογικῆς ἀλήθειας σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία εἶναι χωρίον ἤ χώρα τοῦ ἀχωρήτου καί πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν. Ἄλλωστε, ὅπως ὀρθά ἔχει ὑπογραμμίσει ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανός, «ἡ πλατυτέρα, ζωγραφουμένη εἰς τό ἡμιθόλιον τῆς κόγχης τοῦ ἱεροῦ βήματος, μετά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦτο ἀκριβῶς συμβολίζει: τήν Ἐκκλησία μετά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ μέςῳ αὐτῆς».

Ἡ Θεοτόκος, λοιπόν, ὡς ἀχωρητοχώρα ἤ ἀχωρητοχωρίον τοῦ ἀχωρητοχωρήτου Υἱοῦ της βιώνει καί συνάμα φανερώνει, πρώτη αὐτή, τό θαυματουργικό γεγονός, τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σαρκωμένου Λόγου, καί τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Μαρία εἶναι τό πρῶτο ἀνθρώπινο ὄν, παράλληλα μέ τήν ἀνθρωπότητα τοῦ Λόγου, πού σχετίζεται μαζί του εὐχαριστιακά καί λυτρωτικά. Ἡ Θεία Εὐχαριστία, τό ὄντως μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται δυνατή μόνο μέ τήν ὑποστατική ἕνωση Θεότητας καί ἀνθρωπότητας πού πραγματοποιεῖται στή μήτρα τῆς Παρθένου Μαρίας θαυματουργικά καί συνεπῶς ἐλεύθερα.
Ἡ Θεοτόκος προσφέρει διά τῆς ὑπουργίας τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐνσάρκωσης, τό δῶρο, τόν Υἱό της, στούς ἐστιωμένους ἐντός τῆς μητέρας Ἐκκλησίας. Πρόκειται σαφῶς γιά τίς εὐχαριστιακές προεκτάσεις τῆς περί Θεοτόκου διδασκαλίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ποὺ ὁδηγοῦν στήν μετοχή τῆς ἀλήθειας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ πίστη στό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τό Εἰσοδικόν γιά τό μυστήριο τῆς Θεοτόκου, ἀλλά καί τό ἀντίθετο.

Συνεπῶς, ἡ Παναγία μητέρα καλεῖ τούς πιστούς νά μετάσχουν στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, διά τοῦ ὁποίου οἱ πιστοί γίνονται κοινωνοί ἀλλά καί ὁμολογητές τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης. Μέ ἄλλα λόγια διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας γίνονται οἱ θεασάμενοι «τήν τοῦ Χριστοῦ ἀνάστασιν».

Καί ἐξάπαντος ἡ Θεοτόκος δέν προσκαλεῖ ἁπλά καί μόνο τούς πιστούς στή θέαση τοῦ Σταυροῦ καί τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἡ στάση της, ὁ τρόπος τῆς ὑπάρξεώς της προσδιορίζει καί τόν τρόπο οἰκείωσης, ψηλάφησης καί βίωσης τῆς ἀλήθειας.

Καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ μοναδικότητα καί τό ἀνεπανάληπτο τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ της, καθιστᾶ μοναδική καί τή θέση τῆς Μαρίας στό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Ὅλο τό μυστήριο τῆς Παναγίας Θεοτόκου συνοψίζεται στό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτό ἐξηγεῖται.

Ἡ Παναγία φανερώνει τόν ἄνθρωπο πού ξεπερνᾶ τά πλαίσια-ὅρια τῆς αὐτοσυντήρησης καί ὀρθώνει τήν καινή, τή νέα ὕπαρξη πού ἡ ἐλευθερία της ἐπέτρεψε στό Λόγο νά τῆς δωρίσει. Διά τῆς θλίψεως ἀναζητᾶ τήν «ἐπέκεινα ἔκταση» πού στήν περίπτωση φανερώνει τήν εἰσβολή τῶν ἐσχάτων στά παρόντα. Ἡ ἀλήθεια τῆς ὑπάρξεως συνίσταται στήν μεταποίηση τοῦ ἰδιωτικοῦ σχήματος σέ σχῆμα ἀληθινό. Ἡ ἄνθρωπος, ἡ Θεοτόκος, ἡ μητέρα Παναγία δείχνει τό δρόμο πού χάνεται μέσα στ’ ἀγκάθια καί ἐγκαταλείπει τήν ἀσφάλεια τῆς αὐτοσυντήρησης πού ὁδεύει τόν δρόμο τόν ἄλλο, πού δέν εἶναι παρά «μία εἰκονική προβολή χωρίς ἀλήθεια». Τούτη ἡ πορεία τῆς Παναγίας- συμπόρευση μέ τή σαρκωμένη Ἀλήθεια- προβάλλει τόν κατά φύση ἄνθρωπο καί ταυτόχρονα δεικνύει τίς ἐκτροπές ἀπό τή φύση πού ζωγραφοῦνται σέ θεωρίες ὑπανθρώπων καί ὑπερανθρώπων. Ἄλλωστε, ὁ Θεός Λόγος, γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο, δέν ἔγινε οὔτε ὑπάνθρωπος, οὔτε ὑπεράνθρωπος, ἀλλά πραγματικός- καινός ἄνθρωπος. Προσέλαβε ὅλη τή φύση τοῦ κτιστοῦ δημιουργήματός Του «δίχα μόνης ἁμαρτίας».

Μέσα σ’ αὐτό τό μυστήριο, τό μυστήριο τοῦ Θεναθρώπου Χριστοῦ, μπορεῖ κανείς ν’ ἀνακαλύψει καί νά ἀναγνωρίσει τό μυστήριο τῆς Θεοτόκου. Ἡ ἐμπειρία τοῦ Χριστοῦ καί μόνο αὐτή, μπορεῖ νά ἑρμηνεύσει τήν ἐμπειρία τῆς Θεομήτορος πού «ξεπερνᾶ τό ἄμεσο, δίχως οὔτε μία στιγμή ν’ ἀφίσταται τοῦ πραγματικοῦ». Κορύφωση αὐτῆς τῆς θεομητορικῆς ἐμπειρίας ἀποτελεῖ ἡ ἐμπειρία τοῦ Σταυροῦ, ὅπου ἡ μητέρα παρουσιάζεται ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες νά ξεπερνᾶ ἀγωνιζόμενη τό ὅριο τῆς ἀμεσότητας καί νά θεωρεῖ τήν πραγματικότητα τοῦ ἐπέκεινα.

Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ θά μποροῦσε ἀλλιῶς, καί ἐντός αὐτῶν τῶν πλαισίων, νά ὀνομαστεῖ «μυστήριο τοῦ πραγματικοῦ», καθώς φανερώνει τήν πραγματικότητα τῆς Σάρκωσης, τῆς ζωῆς, τοῦ πάθους, τοῦ ἴδιου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης καί ἀναγνωρίζει «τήν ἁπλὴ κόρη τῆς γῆς, Θεοτόκο, καθέδρα τοῦ μόνου Βασιλέα τῶν πάντων».

Τό «μυστήριο τοῦ πραγματικοῦ» μέ ἄλλα λόγια προϋποθέτει καί ταυτόχρονα διαζωγραφεῖ τήν «πραγματικότητα τῆς Μητέρας». Ἡ χοϊκή Μάνα, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ κύρ-Νίκος Πεντζίκης, σηκώνει στήν ἀγκαλιά της τό παιδί καί κεῖνο σ’ ἀντάλλαγμα ἀποδίδει στή Μητέρα κάθε ὡραιότητα καί ἀξία. Τούτη ἡ σχέση, σχέση μοναδική καί ἀπόλυτα προσωπική, δίνει τή δυνατότητα στήν Παρθένο Μαρία νά ἀναφωνήσει τό πανέμορφο «ὁ Υἱός μου καί Θεός μου» καί νά φωτίσει μέ μιᾶς τή σχέση δούλης-Κυρίου ἀπό τή μιὰ καί μητέρας-παιδιοῦ ἀπό τήν ἄλλη.

Ἡ μητέρα πάνω στό Σταυρό θεωρεῖ τό Θεό της ἀλλά καί τὸ γιό της. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς τό λόγο σκανδαλίζεται ἀπό τό πάθος. Εἶναι δύσκολο ἀκόμη καί γι’ ἀνθρώπους μοναδικούς, ἐξαιτίας τῆς κλήσης καί τῆς χάρης τους, νά ἀντιληφθοῦν τό μυστήριο σ’ ὅλο του τό βάθος. Ἀκόμη καί ὅταν ὑπάρχει ἡ διάθεση, ἡ ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινης φύσης εἶναι τέτοια πού ἀντιμετωπίζει μέ τή μορφή πειρασμοῦ «τή μωρία τοῦ Σταυροῦ».

Εἶναι γνωστό, ἄλλωστε, καί πρέπει νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι στά πλαίσια τῆς ἀμεσότητας ὁ Σταυρός δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ ἀλλιῶς, παρά μονάχα ὡς μωρία. Ἀντίθετα, στά πλαίσια τοῦ πραγματικοῦ, ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου βλέπει τή δόξα τοῦ ἐπέκεινα καί ὑπομένει τήν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ. Καί τοῦτο δέν εἶναι μιὰ στάση μαγική, αὐτόματη, πού καταργεῖ τή φύση τῶν πραγμάτων, ἀλλά τρόπος ἐνεργητικός, δυναμικός, πού προϋποθέτει συνεχὴ κίνηση, ἀγώνα καί ἐγκαρτέρηση.

Συνεπῶς, ἡ πραγματικότητα τῆς χοϊκῆς Μάνας καί τοῦ κατ’ ἀλήθειαν Υἱοῦ της φθάνει γιά νά ἑρμηνεύσει τό «πρόσκαιρον» τῆς ἀδυναμίας τῆς Παναγίας νά κατανοήσει πῶς ὁ Υἱός της, Αὐτός ποὺ μέ τά θαύματά Του κατέπληξε τήν Ἰουδαία, βρίσκεται προσηλωμένος στό Σταυρό. Γι’ αὐτό ξεσπάει σέ δάκρυα. Πρόκειται γιά εἰκόνα πού ὁδηγεῖ τόν κατεξοχήν ὑμνητή τῆς Θεοτόκου, τόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, στή διατύπωση μιᾶς ἀπό τίς ὡραιότερες θέσεις του γιά τό γυναικεῖο φύλο, ποὺ ἐκφράζει καί τήν ἀντίστοιχη ἀνθρωπολογία του: «Φιλόδακρυ γάρ πως ἀεί τό θηλείων ἐστι γένος, καί πολύ δή λίαν εἰς θρήνους εὐπετές, ὅταν δή μάλιστα καί πλουσίας ἔχει τοῦ δακρυρροεῖν τάς ἀφορμάς».

Πρόδηλο γίνεται ἀπό τό ἐντυπωσιακό αὐτό κείμενο τό πλαίσιο κατανόησης τῆς στάσης τῆς Θεοτόκου στό Σταυρό, πού ἀναδεικνύει τήν πραγματικότητα τῆς χοϊκῆς φύσης τῆς Θεομάνας καί συνεπῶς ὅλων τῶν συμβεβηκότων τῆς γυναικείας φύσης, μέ πρῶτο αὐτό τῆς εὐαισθησίας. Συνεπῶς, ἐρωτήματα σάν αὐτά πού μέ ἔκπληξη ἀναζητοῦν τό γιατί τῆς συγκεκριμένης λειτουργίας τῆς Παναγίας φαίνεται πὼς ἀγνοοῦν τήν ὀρθόδοξη ἐμπειρία καί θεολογία πού κατανοεῖ ὅτι ἡ στάση τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μία ἄρνηση στήν κλήση της ἤ ἀδυναμία φύσεως, καί συνακόλουθη ἀδυναμία κατανόησης τοῦ μυστηρίου, ἀλλά μιὰ κατάφαση στή «δεινότητα τῆς φύσης τῶν συμβεβηκότων», ἡ ὁποία μπορεῖ νά καταστρέψει ἀκόμη καί «τό νήφοντα λογισμό».

Ἄλλωστε παρόμοια παραδείγματα συναντᾶ κανείς στή σύνολη Ἐκκλησιαστική ἱστορία, μέ πρῶτο αὐτό τοῦ σκανδαλισμοῦ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Πῶς, λοιπόν, θά μποροῦσε, στά πλαίσια μιᾶς τέτοιας ἀνθρωπολογίας καί θεολογίας, νά θεωρηθεῖ παράδοξο ἕνα πράγμα τόσο ἁπλό, ὅπως εἶναι ὁ συναρπασμός τοῦ «τρυφεροῦ νοός» τῆς Παρθένου, ἀπό ἔννοιες «ἀσθενέστερες»; Καί ἐάν γιά τήν «κριτική σκέψη» ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν «σκάνδαλο» καί «μωρία», γιά τούς φίλους τοῦ Θεοῦ τά πάντα ἔχουν τή «λογικότητά» τους.

Ἄν ἀνατρέξει κανείς στά βιβλικά κείμενα θά ἀνακαλύψει ὅτι αὐτή τήν κατάσταση τῆς Θεοτόκου εἶχε προαναγγείλει στήν προφητεία του ὁ Συμεών: «καί σοῦ δέ αὐτῆς τήν ψυχήν διελεύσεται ρομφαία». Ἐάν δέ ἀναζητήσουμε τήν ἑρμηνεία τοῦ ὅρου «ρομφαία» στά κείμενα τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τότε θά τήν ἐξηγήσουμε ὡς «ὀξεία τοῦ πάθους προσβολή», δηλαδή ὡς πειρασμό, πού στρέφει τό νοῦ σέ ἐκτόπους λογισμούς καί τόν κατατέμνει.

Στό σημεῖο αὐτό δύο πράγματα μποροῦν νά ἀπομακρύνουν ἀπό τήν ἁμαρτία-ἀστοχία, πού καθηλώνει τήν ὕπαρξη στήν ἀβάσταχτη ἐλαφρότητα τῆς ἀμεσότητας. Ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία καί ὁ θεϊκός φωτισμός. Ἤ ἀλλιῶς ἡ ἐλευθερία πού κάνει δυνατό τό φωτισμό. Ἔτσι, ἡ καλλίστη ἔκφραση τῆς ἐλευθερίας, ἡ Παναγία, δίνει τή δυνατότητα στόν Υἱό της νά προνοήσει τή λύση τῶν σφοδρῶν διαλογισμῶν της. Καί τοῦτο πραγματοποιεῖται μέ τρόπο ἐντυπωσιακό. Ὁ ἠγαπημένος μαθητής, ὁ Ἰωάννης, ἀναλαμβάνει νά ἀποκαλύψει τό βάθος τοῦ μυστηρίου στήν Παρθένο Μαρία καί νά πληρώσει μέ τόν τρόπο αὐτό τή βούληση τοῦ Δασκάλου καί Σωτήρα του.

Καί ἐάν ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν τή μία ἑρμηνεία τῆς προφητείας τοῦ Συμεών, πού συναντᾶ κανείς σέ μεγάλους θεολόγους, ὅπως ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός καί ὁ ἱερός Καβάσιλας, δέ λείπει καί ἡ ἄλλη προσέγγιση, ἡ ὁποία προχωράει ἀκόμη περισσότερο καί ἐκφράζεται καί αὐτή ἀπό τό δάσκαλο τῆς ἀκριβείας, τόν ἀλεξανδρινό Κύριλλο.
Σύμφωνα μέ αὐτή, ἡ φυσική-βιολογική-ἀγαπητική σχέση της μητέρας μέ τό παιδί δέν ἀφαιρεῖ ἀπό τήν Παρθένο τήν πλήρη συναίσθηση τῆς ἀποστολῆς της. Ἡ στάση της μπροστά στό Σταυρό δέν περιορίζεται μόνο στή λύπη της γιά τόν ἄδικο χαμό τοῦ κατά σάρκα Υἱοῦ της. Τό δυνατό συναίσθημα τοῦ πόνου φώτιζε καί λάμπρυνε μία ἐσωτερική θεωρία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, μέ τήν νίκη τοῦ θανάτου καί τῆς ἁμαρτίας, ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτό πιστεύει ὁ ἅγιος Κύριλλος ὅτι ἐκφράζει καί ἡ προφητεία τοῦ Ζαχαρία, «Ρομφαία ἐξεγέρθητι ἐπί τόν ποιμένα μου», πού φανερώνει τήν ἀγωνιώδη «βία» τοῦ μακαρίου καί τῆς Παρθέρνου νά ἐνεργηθεῖ τό «σωτήριον πάθος» καί ὁ «καιρός» τῆς «ἀνάδειξης τῶν ἀγαθῶν» νά φθάσει.

Τούτη ἡ ἑρμηνεία συμποσώνοντας τό χρόνο καί τόν τρόπο ἀναδεικνύει τό σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας καί τόν ἐξαιρετικό ρόλο πού ἡ Παναγία διακόνησε ἐντός του. Μητέρα Θεοῦ καί ἀδελφή ἀνθρώπων ὑπούργησε, μέ περισσή συνέπεια, τό μυστήριο τῆς Σωτηρίας, ἀπό τή σύλληψη καί τό ταπεινό σπήλαιο, ἕως τή Σταύρωση καί τήν Ἀνάσταση. Ἀνέδειξε τό κάλλος τό ἅγιο, ὡς κάλλος ὀδύνης, καί ὑφιστάμενη τήν ἀναπνοή τοῦ Υἱοῦ της ἔκλαψε γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς πραγματικῆς ἑνότητας. Αὐτή ἡ Δέσποινα τοῦ κόσμου, μέ τήν ἁγία εὐαισθησία τῆς μάνας καί τή βαθειά αἴσθηση τῆς εὐθύνης γιά τήν ὑπουργία τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, ἐνέπνευσε στό μεγάλο βυζαντινό τῆς Θεσσαλονίκης, τόν τρελλό τῆς εὐθύνης, τόν κύρ-Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τήν «Παράκλησή» του:

«Μητέρα, ποὺ τό μέγεθός σου, ἐπιτρέπει νά πάρει

ὁ πόνος τή μορφή ἀκύμαντης θάλασσας,

ὅταν τόν ἀντικρύζεις καθηλωμένο στό Σταυρό,

μή πάψεις νά διαμένεις στά μάτια μας,

σήμερα, πού δοκιμαζόμενα ἐκεῖνα,

χορηγοῦν σ’ ὅλους, τήν ὑπέρ πάντα ἀλήθεια.

Ὄχι τή λογική τῶν θηρίων,

Ἀλλά ἐκείνην τοῦ ποιμνίου

Τοῦ καινούριου σου παιδιοῦ,

Μάντρα τῶν θελόντων σωθῆναι,

τῆς παραμυθίας χώρα ἀπέραντη,

καταστόλιστη μ’ ὅλες τίς χάρες τῆς ἄνοιξης,

ἐπέτρεψε στούς δούλους σου τήν εἴσοδο,

ὥστε νά μποροῦν ὄρθιοι,

νά συνεχίσουν νά ἄδουν ἀδιάκοπα,

σέ σένα, εὐχαριστηρίους ὕμνους,

Ὑπέρμαχη σέ ὅλους τοὺς κινδύνους,

Στρατήγισσα».


 
Τα σχόλιά σας
Η Θεοτόκος κατά την διάρκεια της σύλληψης ,της δίκης ,της τίμωρίας και της Σταύρωσης του Υιού και Θεού της κάνει ο,τι έκανε πάντα.Κάνει, δηλάδη, ΥΠΑΚΟΗ στο Θέλημα Του Πατρός, αλλά και του Υιού που έγέννησε και του Αγίου Πνεύματος.Κανένας ανθρώπινος νους,καμία καρδία, δεν είναι πιστεύω σε θέση να συλλαβει ή να υποθέσει τι ένιωσε η Yπεραγία Θεότόκος θεωρούσα τον Χριστό πάνω στο Σταυρό.Η πύρινη ρομφαία που διαπέρασε την καρδία της Θεοτόκου σύμφωνα με την προφητεία του Συμεών,είναι το ίδιο ανερμήνευτή και ακατάληπτη με τον Δημιουργό της. Προσωπικά ,θεωρώ, πως η Παναγία Σταυρώθηκε μαζί με τον Υιό της,Πόνεσε έως θανάτου,και Αναστήθηκε μαζί με τον Υιό της.

Γιώτα Βούλγαρη, 27 Φεβρουαρίου 2010
Bookmark and Share
Δείτε προηγούμενες παρεμβάσεις
Ελάτε να συζητήσουμε
Ονοματεπώνυμο *

Email *

Το μήνυμά σας *

Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά

Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.