Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ψηφοφορια 1
Ποιὸ βίωμα εἶναι πιὸ οἰκεῖο γιὰ σᾶς;
Μετέχουμε σὲ ὅλη τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου μὲ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας
Ἡ νηστεία βοηθᾶ νὰ ξεκολλήσει τὸ μυαλό μας ἀπὸ τὰ γήινα πράγματα
Στὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως καθαρίζουμε τὴν ψυχή μας
Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ γεμίσει τὸν χρόνο του μὲ προσευχὴ
Ψηφοφορια 2
Τὶ εἶναι γιὰ σᾶς οἱ διακοπές
Ξεκούραση, ἀνανέωση, φυγὴ ἀπὸ τὴν καθημερινότητα
Ἐπαφή μὲ τὴν φύση, μὲ μιὰ πιὸ ἁπλή ζωή
Συνάντηση μὲ συγκεκριμένα πρόσωπα
Ἀφορμή γιὰ πιὸ μαζεμένη πνευματική ζωή
Παραίτηση ἀπὸ δεσμὰ καθημερινότητας καὶ ἐλευθερία κινήσεων
Ἀσυνέπεια - ἕνα ἐλάττωμα πού ἔγινε «δικαίωμα»





Τοῦ Βασίλη Καραποστόλη

Ἕνα ἐρώτημα πού ἡμέρα μέ τήν ἡμέρα γίνεται καί πιό ἐνοχλητικό. Τί θέλουμε ἀκριβῶς; Θέλουμε νά ἔλθει τό καλύτερο, ἤ προτιμᾶμε νά τό φέρουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι; Στήν πρώτη περίπτωση διαλέγουμε νά ἀρκεστοῦμε στήν προσμονή καί στίς εὐχές μας. Στή δεύτερη, ἐπιχειροῦμε νά ἀποσπάσουμε ἀπό τό ἄγνωστο κάτι καλύτερο ἀπ' αὐτό πού μᾶς δόθηκε μέχρι στιγμῆς. Μποροῦμε ἑπομένως νά πράξουμε, νά μή μένουμε μέ σταυρωμένα τά χέρια. Ἀλλά ἐδῶ ἀκριβῶς, στήν πράξη, ἐμφανίζεται σήμερα τό ὀξύτερο πρόβλημα.

Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος γιά νά ἐλεγχθεῖ κάπως τό ἀβέβαιο τῶν πραγμάτων ἀπό τό νά δίνουν οἱ ἄνθρωποι ὑποσχέσεις καί νά τίς τηροῦν. Ἀπέναντι σ' ἕνα μέλλον πού δέν προσφέρει τήν παραμικρή ἐγγύηση, δέν μένει παρά νά θεσπιστεῖ ἡ ἀμοιβαιότητα: συμφωνοῦμε νά πράξουμε αὐτά πού δηλώνουμε ὅτι πρέπει νά πράξουμε. Πόσοι μποροῦν νά τό ἐπωμιστοῦν αὐτό; Ἄς τό ὁμολογήσουμε: ὅλο καί λιγότεροι, καί μέ ὅλο καί περισσότερη δυσκολία. Τό νά δώσει κανείς ὑπόσχεση γιά κάτι φαντάζει ἤδη βαρύ. Δημιουργεῖ στήν ἄλλη μεριά μία προσδοκία ἤ καί μία ἀπαίτηση, πράγμα ὑπερβολικό. Γιατί ὅταν ὁ κόσμος ἀλλάζει τόσο γρήγορα καί ὅταν ὅλοι προεξοφλώντας πώς τίποτα δέν κρατιέται στή θέση του, μετατοπίζονται, ἑλίσσονται καί γλιστροῦν ἀπό ἄποψη σέ ἄποψη, πῶς θά ἦταν δυνατόν σέ κάποιον νά ἐμμείνει στή θέση του;

Ἔτσι ἡ ὑπόσχεση ἔφθασε νά μοιάζει μέ ἕνα εἶδος πείσματος, μᾶλλον γραφικοῦ, μιὰ κάποια ἀκαμψία παλαιοῦ τύπου. Θυμίζει αὐτό τό συνοπτικό καί παράξενο, πού ἔβγαινε ἀπό τά χείλη ἀνθρώπων μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς. «Σοῦ δίνω τόν λόγο μου». Μιὰ φράση πού δέν χρειαζόταν τήν παραμικρή συμπλήρωση. Ὑποτίθεται ὅτι καί τά δύο μέρη ἀντιλαμβάνονταν τή σημασία πού εἶχε τό νά τηρηθεῖ ἤ νά μήν τηρηθεῖ αὐτό πού δηλώθηκε. Ἐκεῖνο πού κρινόταν ἦταν ἡ ἴδια ἡ ἀκεραιότητα τοῦ ὑποσχόμενου. Ἄν ἔπραττε ὅσα ἔλεγε, θά ἐπιβεβαιωνόταν ἡ ἐσωτερική συνοχή του, ἄν ὄχι θά ἀποκαλυπτόταν πώς εἶναι διχασμένος: μισός εἰλικρινής καί μισός ψεύτης, μισός καλοπροαίρετος καί μισός κακόβουλος, μισός τολμηρός (στίς προθέσεις του) καί μισός ἄτολμος (στά τελικά του ἔργα).

Ζοῦμε λοιπόν ἐδῶ καί καιρό μ' ἕνα μισοβέζικο τρόπο. Ἀλλά τότε δέν μπορεῖ νά ἐλπίζουμε σέ καλύτερες μέρες, γιατί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τίς ἑτοιμάζουμε γιά νά εἶναι ἐλλιπεῖς, χωλές, νά παίρνουν πίσω αὐτό πού γιά μία στιγμή πιστεύουμε ὅτι θά μᾶς χαρίσουν. Δίνοντας λίγα, θά λάβουμε λίγα. Γιατί μαζί μέ τήν ἀθέτηση τῶν συμφωνιῶν, μαζί μέ τήν εὐκολία νά παρασπονδοῦμε καί νά ξεγελᾶμε τούς ἄλλους, ὑποσκάπτουμε καί τή δυνατότητα τοῦ μυαλοῦ μας νά δουλέψει διαφορετικά καί νά βρεῖ λύσεις ριζικές στά προβλήματα. Ἡ ἠθική ἐλαστικότητα φέρνει καί τή διανοητική χαλάρωση.

Δέν τό ὑποψιάζονται αὐτό οἱ διάφοροι ἐπιτήδειοι τῶν «ἔξυπνων» χειρισμῶν. Ἀλλά οἱ ἐξελίξεις τούς διαψεύδουν. Νομίζουν πώς εἶναι ρεαλιστική εὐφυΐα νά μήν προσκολλῶνται σέ καμία ἀρχή ἤ πεποίθηση, πλήν ὅμως τό τίμημα τῆς εὐκινησίας τους εἶναι νά μήν μποροῦν κἄν νά βάζουν τά πράγματα στή σειρά. Δέν ξέρουν τί πάει νά πεῖ αἰτία καί ἀποτέλεσμα, δέν ξέρουν πῶς νά ἐλέγξουν τίς ἀντιφάσεις τους. Εἶναι πράγματι ἐντυπωσιακό τό πόσο εὔκολα παραδίδεται κάποιος σέ λογικές ἀνακολουθίες καί πόση ἐπιείκεια δείχνει ἡ κοινωνία σέ ὅσους αὐτοαναιροῦνται, πανηγυρικά ἤ ὄχι.

Ἀτιμώρητη ἡ περιφρόνηση τοῦ συλλογισμοῦ καί τοῦ ἐπιχειρήματος στήν πολιτική ζωή, τό ἴδιο καί στίς καθημερινές συναλλαγές. Τό δικαίωμα νά εἶναι κανείς παράλογος ἔγινε πιά σεβαστό. Τό ἔντυσαν μέ σοφιστεῖες, τό στόλισαν μέ θεατρινίστικο ὕφος, τό βάφτισαν τάχα «ἀντιδογματικό» καί τό σερβίρισαν παντοῦ σάν ἕνα ἀξίωμα πού ἐπιτρέπει στόν καθένα νά λέει καί νά ξελέει χωρίς κἄν νά μπαίνει στόν κόπο ν' ἀναζητεῖ προσχήματα.

Θά συνεχιστεῖ αὐτή ἡ ἀνοχή; Δέν μπορεῖ κανείς νά ξέρει. Ἡ πίεση ἀπό τή σημερινή κατάσταση, ἀπό τή μιὰ εὐνοεῖ τίς διαλυτικές τάσεις, τήν ἀπόδραση τοῦ μυαλοῦ στήν παραίσθηση ἤ τήν ἀσυναρτησία, ἀπό τήν ἄλλη ὅμως δημιουργεῖ τίς προϋποθέσεις γιά νά ὀργανωθεῖ μιὰ ἀντίρροπη δύναμη. Ἡ σκλήρυνση τῆς πραγματικότητας ἴσως ἀναγκάσει τή σκέψη νά γίνει κι αὐτή συμπαγής. Νά περιμαζέψει τά δεδομένα, νά τά ἐκτιμήσει, νά θέσει προτεραιότητες, νά ἐργασθεῖ ὅπως ὁ τεχνίτης πού συγκολλάει τά σπασμένα κομμάτια τοῦ γυαλιοῦ ἤ τοῦ ξύλου, ἐπειδή μές στόν νοῦ του διατηρεῖ τή συνολική εἰκόνα ἑνός «ἄρτιου» πράγματος.

Ποιά εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς χώρας ποὺ ἔχουμε κατά νοῦ; Καί ἐπιτέλους τί εἴδους ζωή θέλουμε νά ἔχουμε; Ἡ Ἑλλάδα δέν μπορεῖ ἀπό τή μιὰ μέρα στήν ἄλλη νά γνωρίσει τήν αὐτοπειθάρχηση. Τουλάχιστον ὅμως νά γίνει ἡ ἀρχή, οἱ «μεθοδικά ἐπιπόλαιοι» νά κηρυχθοῦν δημόσιος κίνδυνος. Εἶναι τέτοιες οἱ μέρες πού οἱ εὐχές ἔρχονται σάν ἀπό μόνες τους στά χείλη. Ἄς ποῦμε μιά: «Νά κάνει ὁ καθένας τό καλύτερο πού μπορεῖ καί νά σπρώξει αὐτό πού μπορεῖ ὥς τήν ἄκρη».



Ὁ κ. Βασίλης Καραποστόλης εἶναι καθηγητής Πολιτισμοῦ καί Ἐπικοινωνίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.


Πηγή: Ἐφημερίς «Βῆμα» 7/2/2016



 
Η Άποψή μας
 

Bookmark and Share
Δείτε προηγούμενες παρεμβάσεις
Ελάτε να συζητήσουμε
Ονοματεπώνυμο *

Email *

Το μήνυμά σας *

Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά

Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.