Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος ὁ Α΄
Συγγραφέας: Παλαβίδης Δημήτριος
Κατηγορία: Ἅγιοι-Ἁγιαζόμενοι
Θέμα: Διοίκηση, Ταπείνωση, Ἡγέτης, Πατριαρχεῖο Οἰκουμενικό, Πατριάρχης, Φανάρι
Πηγή/Έκδοση:Οἱ Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχες 1923 – 1991
Χρ.Έκδοσης:1997
Ἐννόημα
! Ὁ ἤπιος στὸν χαρακτήρα, ὁ μειλίχιος καὶ πρᾶος στὴν ὄψη, ὁ ἤρεμος καὶ μετριόφρων Δημήτριος ἐπιλέγει νὰ φέρει σὲ πέρας ἕνα μεγάλο ἔργο σὲ δύσκολες μέρες, ὅπου oι ὁμογενεῖς τῆς Κωνσταντινούπολης, κάτω ἀπὸ δύσκολες καταστάσεις, ἐγκαταλείπουν σωρηδὸν τὴ γενέτειρά τους μὲ ἀβέβαιη τὴν ἐπάνοδο.
 
! Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, ὁ Δημήτριος ἔμαθε τὴν ἐκλογὴ του τὴν τελευταία στιγμή, ὡς κεραυνὸ ἐν αἰθρία, καὶ ἀναδείχθηκε ὡς ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς Πρωτοθρόνου Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς καμία ἐπιδίωξη. Ἀντίθετα, ἀποποιήθηκε τὴν ὑψηλὴ αὐτὴ τιμὴ ποὺ τοῦ ἔκαναν μὲ δάκρυα. Ἡ εὐσεβὴς ὑπακοή, ἡ ταπείνωση καὶ ὁ φόβος του πρὸς τὸν Θεὸ ἔκαμψαν τὴν ἀντίστασή του καὶ τελικὰ δέχθηκε τὸ μαρτυρικὸ ἀξίωμα τοῦ Προκαθημένου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.
 
! Ἡ ἐκλογὴ ὑπῆρξε ἔκπληξη γιὰ ὅλους καὶ δύσκολα ἔγινε πιστευτή. Ἀκόμα καὶ ὅταν ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του καὶ τὸν ρώτησε ἡ ἀδελφή του ποιὸς τελικὰ εἶναι ὁ νέος Πατριάρχης, οὔτε κι ἐκείνη τὸν πιστεύει, ἀφοῦ ἐπρόκειτο γιὰ τὸ μόνο ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲ σκέφθηκε σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ τὸ ἀξίωμα αὐτό, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐπιδίωξε ἄλλα ἀξιώματα καὶ τίτλους. Ἀντίθετα ἦταν ταπεινὸς διάκονος ὅλων. Μὲ τὴ βοήθεια ὅμως τῆς Θείας Χάριτος ἀνέλαβε τελικὰ τὸ βαρὺ φορτίο τῆς διακυβέρνησης τοῦ Πρώτου θρόνου τῆς Ὀρθοδοξίας.
 
! «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐν φόβῳ θεοῦ, ἀνερχόμενοι τὰς βαθμίδας τοῦ Ἁγιωτάτου τούτου θρόνου, τὴν ὑπομονὴν Ἰὼβ περιβαλλόμεθα καὶ τὴν ἐκείνου ὁμολογίαν ἀνομολογοῦμεν ἐπὶ τῇ εὑρούσῃ ἡμᾶς, τὸν ἐλάχιστον ἐν ἀδελφοῖς, μεγάλη δοκιμασία, ἵνα ἄρωμεν ἐπὶ τῶν ἀσθενῶν ἡμῶν ὤμων τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας.
 
! Θάμβει διακατεχόμεθα ἀναλογιζόμενοι τὸ μυστήριον τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ὅτι ἐνῶ οὐδὲ πόρρωθεν κατὰ διάνοιαν ἐτολμήσαμεν πότε νὰ διαλογισθῶμεν θαῦμα φοβερὸν τοιαύτης διαστάσεως, ἐξαίφνης ὡς ἐν συσσεισμῷ, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπὶ Ματθίαν ἐξέτεινε τὴν πυρίνην Αὐτοῦ γλῶσσαν. Ἐνῶ ἡ ὅλη σκέψις καὶ φροντὶς ἡμῶν περισπάτο περὶ τὴν διακονίαν τοῦ προσφιλεστάτου ἡμῶν ἐν Ἴμβρῳ καὶ Τενέδῳ ποιμνίου, ἀπροσδέκτως ἦλθε πρὸς ἡμᾶς ἡ κλῆσις ἵνα ἄρωμεν τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου.
 
! Ὁ Κύριος ἐζήτει Κυρηναῖον. Ἡ Ἐκκλησία ἐζήτει Κυρηναῖον. Ἡμεῖς προσωπικῶς οὔτε τὸ σθένος οὔτε τὸ ἀνάστημα εἴχομεν τῆς αὐτοθυσίας. Δὲν προσεφέρθημεν αὐτοβούλως ἵνα γίνωμεν Κυρηναῖος. Φωνὴ ἐκ τῶν ἔνδον τοῦ Θυσιαστηρίου, φωνὴ ἐκ τῶν ἔνδον τῆς ἱστορίας, φωνὴ τραγικὴ ἐκ τῶν περὶ ἡμᾶς, φωνὴ Κυρίου ἐγένετο πρὸς ἡμᾶς. Ἡμεῖς ἐφύγαμεν, παρεκαλέσαμεν, ἰκετεύσαμεν, συναίσθησιν πλήρη ἔχοντες ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ πελωρίου τοῦ Σταυροῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῆς ἡμῶν ἀναξιότητος καὶ ἀσθενείας. Προκειμένου νὰ διασωθῆ τὸ γνήσιόν τῆς Ἐκκλησίας φρόνημα εἰς οὐδὲν λογιζόμενοι ἡμᾶς ἑαυτούς, ἀλλὰ τὰ πάντα διὰ τὴν Ἁγίαν ἡμῶν Ἐκκλησίαν, παρεδόθημεν ὁλοτελῶς τῷ Κυρίῳ καὶ τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ.
 
! Ἀφηγεῖται ὅτι εἶχε ὀνειρευτεῖ τὸν ἀείμνηστο προκάτοχό του Πατριάρχη Ἀθηναγόρα μὲ τὰ ράσα μπρὸς στὴν ὡραία Πύλη τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Πέρα, ἐνῶ ὁ ἴδιος βρισκόταν μέσα στὸ ἱερὸ βῆμα. Κάποια στιγμὴ ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας τοῦ ἔκανε νεῦμα νὰ ἔρθει πρὸς αὐτόν. Ξαφνικὰ ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἄρχισε νὰ σμικρύνεται συνεχῶς ὥσπου στὸ τέλος χάθηκε καὶ πῆρε ἐκεῖνος τὴν θέση του. Ὅταν μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες ἐκλέχτηκε Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, κατάλαβε ποιὰ ἦταν ἡ σημασία τοῦ ὀνείρου ποὺ εἶχε δεῖ.
 
! «Ἅγιοι πατέρες, θέλω νὰ σᾶς εὐχαριστήσω γιὰ τὴν τιμὴ πού μοῦ κάνατε, ἔχοντας τὴν εὐγενῆ καλοσύνη νὰ φέρετε τὴν Θαυματουργὸ εἰκόνα τῆς Παναγίας στὴν Ἀθήνα, ὅταν ἐπισκέφθηκα τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Τὴ στιγμὴ ποὺ προσκυνοῦσα τὴν εἰκόνα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναό, γονάτισα μπροστά της καὶ παρακάλεσα νὰ μὲ βοηθήσει νὰ βρῶ τὰ χρήματα γιὰ νὰ χτίσω τὸ Πατριαρχικὸ κτίριο καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Τὸ ἴδιο βράδυ ἦρθε ὁ κ. Παναγιώτης Ἀγγελόπουλος καὶ μοῦ εἶπε ὅτι ἡ οἰκογένειά του ἦταν πρόθυμη νὰ ἀναλάβει ὅλα τὰ ἔξοδα γιὰ τὸ κτίσιμο τοῦ μεγάρου».
 
! «Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὲ γράψη ἡ ἱστορία ὅταν θὰ πεθάνω. Οὔτε νὰ μὲ θυμοῦνται οἱ ἄνθρωποι. Τὸ μόνο ποὺ θέλω εἶναι νὰ ζεῖ τὸ Φανάρι, γιὰ νὰ ζωντανεύη τὴν ἀκοίμητη συνείδηση τοῦ Γένους».
 
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος ὁ Α΄
Παλαβίδης Δημήτριος


 



( 16 Ἰουλίου 1972 - 2 Ὀκτωβρίου 1991 )

«Ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται»

Ἡ Εὐαγγελικὴ αὐτὴ ρήση ταιριάζει ἀπόλυτα στὸν χαρακτήρα, τὴν προσωπικότητα, τὴν δραστηριότητα καὶ τὴν ἀποτελεσματικότητα μὲ τὴν ὁποία διακρίνονταν ὁ ἀλήστου μνήμης Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος ὁ Α΄. Σὲ ἀνύποπτο χρόνο καὶ μέσα σὲ μία νύχτα, ὁ ἀείμνηστος, ἀπὸ Μητροπολίτης Ἴμβρου καὶ Τενέδου βρέθηκε στὸν πατριαρχικὸ Θρόνο, χωρὶς κἄν νὰ τὸ ἐπιδιώξει, χωρὶς κἄν νὰ τὸ σκεφθεῖ καὶ χωρὶς κἄν ἀκόμη νὰ τὸ γνωρίζει, ἐκ τῶν προτέρων, ὅπως θὰ ἔπρεπε. Ὅταν ἡ ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων ἔβαινε πρὸς ἀδιέξοδο, oἱ φωτισμένες μορφὲς τῶν Μητροπολιτῶν, ποὺ εἶχαν τὸ βάρος τῆς χηρείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, μὲ τὴν φώτιση καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπεφάσισαν νὰ ἐκλέξουν τὸν ἀπὸ Ἴμβρου καὶ Τενέδου Δημήτριο στὸν Πατριαρχικὸ Θρόνο. Ὁ ἤπιος στὸν χαρακτήρα, ὁ μειλίχιος καὶ πρᾶος στὴν ὄψη, ὁ ἤρεμος καὶ μετριόφρων Δημήτριος ἐπιλέγει νὰ φέρει σὲ πέρας ἕνα μεγάλο ἔργο σὲ δύσκολες μέρες, ὅπου oι ὁμογενεῖς τῆς Κωνσταντινούπολης, κάτω ἀπὸ δύσκολες καταστάσεις, ἐγκαταλείπουν σωρηδὸν τὴ γενέτειρά τους μὲ ἀβέβαιη τὴν ἐπάνοδο.

Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, ὁ Δημήτριος ἔμαθε τὴν ἐκλογὴ του τὴν τελευταία στιγμή, ὡς κεραυνὸ ἐν αἰθρία, καὶ ἀναδείχθηκε ὡς ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς Πρωτοθρόνου Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς καμία ἐπιδίωξη. Ἀντίθετα, ἀποποιήθηκε τὴν ὑψηλὴ αὐτὴ τιμὴ ποὺ τοῦ ἔκαναν μὲ δάκρυα. Ἡ εὐσεβὴς ὑπακοή, ἡ ταπείνωση καὶ ὁ φόβος του πρὸς τὸν Θεὸ ἔκαμψαν τὴν ἀντίστασή του καὶ τελικὰ δέχθηκε τὸ μαρτυρικὸ ἀξίωμα τοῦ Προκαθημένου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.

Καὶ ὅλα αὐτὰ ἀκόμη τὴν ἐποχὴ ποὺ oι διορθόδοξες σχέσεις ἔπρεπε ἀπὸ ἁπλὴ ἐπικοινωνία νὰ ἐξελιχθοῦν σὲ σταθερὴ συνεργασία.

Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στὶς 8 Σεπτεμβρίου 1914 στὸ προάστιο τοῦ Βοσπόρου, τὰ Θαραπειά, ἀπὸ τὸν Παναγιώτη καὶ τὴν Εἰρήνη Παπαδοπούλου. Τὰ πρῶτα γράμματα τὰ μαθαίνει στὴ δημοτικὴ σχολὴ τῆς κοινότητας Θεραπείων καὶ μετὰ συνεχίζει στὸ Γαλλοελληνικὸ Λύκειο τοῦ Γαλατά.

Τὸ ἔτος 1931 εἰσέρχεται στὴν Ἱερὰ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀποφοιτεῖ τὸ 1937, ἀφοῦ ὑποβάλλει τὴ διατριβὴ ἐπὶ πτυχίῳ «Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου καὶ αἱ κατ' αὐτῆς ἐνστάσεις».

Στὶς 25 Ἀπριλίου τοῦ 1937, Κυριακὴ τῶν Βαΐων, χειροτονεῖται διάκονος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ναζιανζοῦ Φιλόθεο, στὸν ἱερὸ Ναὸ τῶν Ταξιαρχῶν τοῦ Μεγάλου Ρεύματος, γιὰ νὰ ὑπηρετήσει στὴν κοινότητα αὐτή. Ὅμως ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1937 μέχρι τὸν Αὔγουστο τοῦ 1938 ὑπηρετεῖ ὡς γραμματέας καὶ ἱεροκήρυκας τῆς Μητροπόλεως Ἐδέσσης, ὑπὸ τὸν Μητροπολίτη Παντελεήμονα. Στὴ συνέχεια ἐπιστρέφει στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ὑπηρετεῖ ὡς διάκονος στὸν Ναὸ τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης στὰ Ὑψωμαθειά, ἕως τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1939. Ἀπὸ τὸ Μάιο τοῦ 1939 μέχρι τὶς 29 Μαρτίου 1942 ὑπηρετεῖ ὡς διάκονος στὸ Ναὸ τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων στὸ Φερίκιοϊ. Ἀπὸ δὲ τὴν 29η Μαρτίου 1942, ὁπότε καὶ χειροτονεῖται πρεσβύτερος πάλι ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ναζιανζοῦ Φιλόθεο, ὑπηρετεῖ τὴν κοινότητα ὡς ἱερέας, ἕως τὸν Ἰούνιο τοῦ 1945.

Ἀπὸ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1945 καὶ γιὰ πέντε χρόνια διορίζεται προϊστάμενος τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθόδοξης Κοινότητας Τεχεράνης στὴν Περσία. Παράλληλα, διδάσκει τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλώσσα, γιὰ ἕνα χρόνο, στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Τεχεράνης.

Τὸ 1950, ἐπανέρχεται στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ ἀναλάβει καὶ πάλι τὰ ἱερατικά του καθήκοντα στὴ κοινότητα τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, στὸ Φερίκιοϊ, μέχρι τὸ 1964. Ὅλη αὐτὴ τὴν περίοδο τῶν 14 χρόνων διδάσκει ἐπίσης στὴν ἀστικὴ σχολὴ τῆς κοινότητας τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν.

Τὴν 23η Ἰουλίου 1964, ἐκλέγεται ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τὸν Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Βοηθὸς Ἐπίσκοπος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως γιὰ τὴν περιοχὴ Ταταούλων - Πικριδίου, ὑπὸ τὸν τίτλο τοῦ Ἐπισκόπου Ἐλαίας. Ἡ χειροτονία του ἔγινε στὶς 9 Αὐγούστου 1964, στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ταταούλων ἀπὸ τοὺς Μητροπολίτες Ἡλιουπόλεως καὶ Θείρων Μελίτωνα, Ροδοπόλεως Ἱερώνυμο καὶ Μιλήτου Αἰμιλιανό.

Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι τρεῖς μῆνες πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκλογή του ὡς Μητροπολίτη Ἴμβρου καὶ Τενέδου, τὴν 15η Φεβρουαρίου 1972, κυκλοφοροῦσε ἡ φήμη ὅτι ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Θρόνου θὰ προαχθοῦν σὲ Μητροπολίτες. Αὐτὴ ἡ ἀπόφαση ματαιώνεται τὴν τελευταία στιγμή, ἐνῶ στὴν ἴδια ὅμως συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διεξάγονται δώδεκα προαγωγὲς σὲ Μητροπολίτες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες τρεῖς ἀφοροῦν τὰ Πατριαρχικὰ Γραφεῖα καὶ οἱ ὑπόλοιπες τὴν ἵδρυση τῶν Εὐρωπαϊκῶν Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Ἀλλὰ ἡ Θεία Πρόνοια προόριζε τὸν Ἐπίσκοπο Ἐλαίας γιὰ τὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη. Ἔτσι μέσα σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα ὁ Ἐπίσκοπος λαμβάνει τὴν προαγωγή του σὲ Μητροπολίτη Ἴμβρου καὶ Τενέδου ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ὡς ἐπικρατέστερος ἦταν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐνδημούσης Συνόδου, ὁ πρῶτος τῇ τάξει Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος Μελίτων, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ τὴν πλειοψηφία τῶν συνοδικῶν μὲ τὸ μέρος του.

Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ ἀναφερθοῦμε λίγο στὴν ἐκλογὴ τοῦ νέου Πατριάρχη Δημητρίου. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, στὶς 12 Ἰουλίου 1972, μία τριμελὴς ἀντιπροσωπεία ἀρχιερέων, τὴν ὁποία ἀποτελοῦσαν οἱ Μητροπολίτες Δέρκων Ἰάκωβος, Ροδοπόλεως Ἱερώνυμος καὶ Μύρων Χρυσόστομος, ἐπισκέπτεται τὸ Νομάρχη τῆς Πόλης χ. Βεφὰ Ποϊράζ, γιὰ νὰ τοῦ ἀνακοινώσει τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου νὰ προβεῖ σὲ νέα ἐκλογὴ Πατριάρχη. Ἡ ἀντιπροσωπεία ὅμως δὲ μένει ἱκανοποιημένη, γιατί ὁ Νομάρχης ζητᾶ κατάλογο μὲ τοὺς ὑποψήφιους Μητροπολίτες. Συγχρόνως, οἱ ἀρχὲς ἐπιμένουν ὅτι πρέπει πρῶτα νὰ καθοριστεῖ ἡ ἡμερομηνία τῆς κηδείας τοῦ ἀοιδίμου Ἀθηναγόρα καὶ ἀργότερα ἡ ἡμερομηνία ἐκλογῆς τοῦ νέου Πατριάρχη, ἐνῶ ἡ Ἐνδημοῦσα Σύνοδος ἐπιμένει ὅπως ἀνακοινωθοῦν ταυτόχρονα καὶ οἱ δύο ἡμερομηνίες. Ἐπακολουθοῦν διάφορες τηλεφωνικὲς ἐπικοινωνίες, χωρὶς ὅμως καμία πρόοδο. Φοβούμενος ὁ πρόεδρος τῆς Ἐνδημούσης Συνόδου Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος κ. Μελίτων γιὰ τὴν παράταση τοῦ χρόνου τῆς κηδείας, διατάσσει ὅπως ταριχευτεῖ τὸ σκήνωμα τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, τὸ ὁποῖο βρίσκονταν στὸν Πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Ναὸ γιὰ λαϊκὸ προσκύνημα. Ἔτσι καὶ ἔγινε ἡ ταρίχευση ἐντός τοῦ ναοῦ, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν.

Τὴν 13η Ἰουλίου, ἡ ἴδια ἀντιπροσωπεία ἀρχιερέων δίνει στὴ Νομαρχία τὸν κατάλογο τῶν ὑποψηφίων Μητροπολιτῶν, ὁ ὁποῖος συμπεριλαμβάνει ὅλους τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπολίτες τῆς Ἐνδημούσης Συνόδου. Ὁ κατάλογος ἐπιστρέφεται ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν. Παράλληλα, πολλὲς συζητήσεις γίνονται γύρω ἀπὸ διάφορα ὀνόματα ὑποψήφιων. Τὸ μόνο ὄνομα ποὺ δὲν λαμβάνει μέρος σ' αὐτὲς τὶς συζητήσεις εἶναι ἐκεῖνο τοῦ Μητροπολίτη Ἴμβρου καὶ Τενέδου Δημητρίου.

Μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ καταλόγου ἀπὸ τὴν Νομαρχία διαπιστώνονται σβησμένα τὰ ὀνόματα τῶν ἱεραρχῶν Χαλκηδόνος Μελίτωνος, Δέρκων Ἰακώβου καὶ Σταυρουπόλεως Μαξίμου. Ἔτσι, ἡ κατάσταση περιπλέκεται καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Μητροπολίτες σ' ἔνδειξη διαμαρτυρίας δὲν δέχονται νὰ θέσουν ὑποψηφιότητα γιὰ τὸ ὑπέρτατο ἀξίωμα τῆς Πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα.

Ἡ Ἐνδημοῦσα Σύνοδος ἀργεῖ νὰ καταρτίσει τὸ τριπρόσωπο ψηφοδέλτιο. Ὁ λαὸς ἐντός τοῦ περιβόλου τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ καὶ μέσα στὸ Ναὸ ἀνυπομονεῖ καὶ ἀγωνιᾶ.

Τότε ἐμφανίζεται ὁ Ἀρχιμανδρίτης Βαρθολομαῖος Ἀρχοντώνης, νῦν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὁ ὁποῖος ἐξηγεῖ ὅτι ἡ ἀργοπορία ὀφείλεται στὴν ἀναμονὴ τῆς ἄφιξης τοῦ πρέσβη τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα. Διότι μεσολαβεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση γιὰ τὴν ἄρση τῆς ἀπαγόρευσης τοῦ ὀνόματος τοῦ Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Μελίτωνος. Μὲ καθυστέρηση μίας ὥρας καταφθάνει ὁ πρέσβης, χωρὶς ὅμως νὰ φέρνει ἐνθαρρυντικὰ μηνύματα ὅσον ἀφορᾶ τὶς ἐξελίξεις. Ἐπικρατεῖ ἀβεβαιότητα. Κανεὶς δὲν γνωρίζει πλέον ποιοὶ θὰ εἶναι οἱ ὑποψήφιοι. H Σύνοδος συνεδριάζει καὶ πάλι, καὶ ὡς ἐκ θαύματος προκρίνεται ὁ ἐκλεκτός του Θεοῦ Μητροπολίτης Ἴμβρου καὶ Τενέδου.

Ὅλοι συμφωνοῦν, μὲ μόνον διαφωνοῦντα τὸν ἴδιο. Ἀπορεῖ, διαμαρτύρεται, παρακαλεῖ μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Ἡ Θεία Χάρις ὅμως ἔχει κάνει τὴν ἐκλογή της καὶ ἔτσι καταρτίζεται τὸ τριμελὲς ψηφοδέλτιο ἀπὸ τοὺς Μητροπολίτες Ἀνέων Νικόλαο, Κολωνίας Γαβριὴλ καὶ Ἴμβρου καὶ Τενέδου Δημήτριο.

Τελικὰ ἀρχίζουν νὰ κατέρχονται οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Ἐνδημούσης Συνόδου καὶ νὰ κατευθύνονται πρὸς τὸν Πατριαρχικὸ Ναό, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἐκλογὴ τοῦ νέου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη. Στὸ τέλος τῆς καθιερωμένης τελετουργίας γίνεται ἡ ψηφοφορία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἐκλέγεται ὁ Μητροπολίτης Ἴμβρου καὶ Τενέδου Δημήτριος στὸ Θρόνο τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.

Ἡ ἐκλογὴ ὑπῆρξε ἔκπληξη γιὰ ὅλους καὶ δύσκολα ἔγινε πιστευτή. Ἀκόμα καὶ ὅταν ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του καὶ τὸν ρώτησε ἡ ἀδελφή του ποιὸς τελικὰ εἶναι ὁ νέος Πατριάρχης, οὔτε κι ἐκείνη τὸν πιστεύει, ἀφοῦ ἐπρόκειτο γιὰ τὸ μόνο ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲ σκέφθηκε σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ τὸ ἀξίωμα αὐτό, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐπιδίωξε ἄλλα ἀξιώματα καὶ τίτλους. Ἀντίθετα ἦταν ταπεινὸς διάκονος ὅλων. Μὲ τὴ βοήθεια ὅμως τῆς Θείας Χάριτος ἀνέλαβε τελικὰ τὸ βαρὺ φορτίο τῆς διακυβέρνησης τοῦ Πρώτου θρόνου τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ ἐνθρόνισή του γίνεται τὴν Τρίτη,18 Ἰουλίου 1972, στὸν Πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Ναό. Τὸ μεγάλο μήνυμα διαβάζει ὁ Μέγας Πρωτονοτάριος Ἐμμανουὴλ Φωτιάδης, τὴ δὲ ποιμαντορικὴ ράβδο τὴν προσφέρει ὁ πρῶτος τῇ τάξει Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων, ἐνῶ ἀπὸ τὸν ἄμβωνα, ὁ ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος Κωνσταντῖνος, καθηγητὴς τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης, ἀγορεύει καὶ προσφωνεῖ τὸν νέο Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη.

Στὸν ἐνθρονιστήριο λόγο του ὁ νεοεκλεγεὶς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος λέει χαρακτηριστικά:

«Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐν φόβῳ θεοῦ, ἀνερχόμενοι τὰς βαθμίδας τοῦ Ἁγιωτάτου τούτου θρόνου, τὴν ὑπομονὴν Ἰὼβ περιβαλλόμεθα καὶ τὴν ἐκείνου ὁμολογίαν ἀνομολογοῦμεν ἐπὶ τῇ εὑρούσῃ ἡμᾶς, τὸν ἐλάχιστον ἐν ἀδελφοῖς, μεγάλη δοκιμασία, ἵνα ἄρωμεν ἐπὶ τῶν ἀσθενῶν ἡμῶν ὤμων τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας.

Θάμβει διακατεχόμεθα ἀναλογιζόμενοι τὸ μυστήριον τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ὅτι ἐνῶ οὐδὲ πόρρωθεν κατὰ διάνοιαν ἐτολμήσαμεν πότε νὰ διαλογισθῶμεν θαῦμα φοβερὸν τοιαύτης διαστάσεως, ἐξαίφνης ὡς ἐν συσσεισμῷ, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπὶ Ματθίαν ἐξέτεινε τὴν πυρίνην Αὐτοῦ γλῶσσαν. Ἐνῶ ἡ ὅλη σκέψις καὶ φροντὶς ἡμῶν περισπάτο περὶ τὴν διακονίαν τοῦ προσφιλεστάτου ἡμῶν ἐν Ἴμβρῳ καὶ Τενέδῳ ποιμνίου, ἀπροσδέκτως ἦλθε πρὸς ἡμᾶς ἡ κλῆσις ἵνα ἄρωμεν τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου.

Ὁ Κύριος ἐζήτει Κυρηναῖον. Ἡ Ἐκκλησία ἐζήτει Κυρηναῖον. Ἡμεῖς προσωπικῶς οὔτε τὸ σθένος οὔτε τὸ ἀνάστημα εἴχομεν τῆς αὐτοθυσίας. Δὲν προσεφέρθημεν αὐτοβούλως ἵνα γίνωμεν Κυρηναῖος. Φωνὴ ἐκ τῶν ἔνδον τοῦ Θυσιαστηρίου, φωνὴ ἐκ τῶν ἔνδον τῆς ἱστορίας, φωνὴ τραγικὴ ἐκ τῶν περὶ ἡμᾶς, φωνὴ Κυρίου ἐγένετο πρὸς ἡμᾶς. Ἡμεῖς ἐφύγαμεν, παρεκαλέσαμεν, ἰκετεύσαμεν, συναίσθησιν πλήρη ἔχοντες ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ πελωρίου τοῦ Σταυροῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῆς ἡμῶν ἀναξιότητος καὶ ἀσθενείας. Προκειμένου νὰ διασωθῆ τὸ γνήσιόν τῆς Ἐκκλησίας φρόνημα εἰς οὐδὲν λογιζόμενοι ἡμᾶς ἑαυτούς, ἀλλὰ τὰ πάντα διὰ τὴν Ἁγίαν ἡμῶν Ἐκκλησίαν, παρεδόθημεν ὁλοτελῶς τῷ Κυρίῳ καὶ τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ.

Καὶ ἰδοὺ ἡμεῖς ἐνώπιον ὑμῶν, καθαρῷ τῷ λογισμῶ, καθαρᾷ τῇ καρδίᾳ, καθαρᾷ τῇ προθέσει, προσκυνοῦμεν πρῶτον τὸν ἐν Τριάδι Θεὸν τῶν Πατέρων ἡμῶν...».

Ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια καταλαβαίνει κανεὶς τὴν ταπεινότητα ποὺ διακατεῖχε σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ τὸ νέο Πατριάρχη, ἀλλὰ καὶ τὶς δυσκολίες τελικὰ ποὺ πλαισιώνουν τὴ ζωὴ τοῦ Πατριαρχείου. Ἐκεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸ Φανάρι, ἡ ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων ἐξοπλίζεται ὄχι μόνο μὲ μία ἐλπίδα γιὰ τὴν ζωὴ ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ μὴν ὑποταχθοῦν καὶ ἐνδώσουν στὶς δυσκολίες, ἀντίθετα ν' ἀγωνισθοῦν μὲ ἡρωισμό, ὥσπου νὰ ξεκαθαρίσει μία μέρα ὁ ὁρίζοντας καὶ oἱ περιπέτειες νὰ γίνουν πιὸ ὑποφερτές.

Μερικὰ χρόνια ἀργότερα, ὁ Πατριάρχης Δημήτριος ἐκμυστηρεύεται στοὺς ἄμεσους συνεργάτες του, τὸ Μητροπολίτη Φιλαδελφεtας καὶ διευθυντὴ τοῦ ἰδιαίτερου γραφείου του Βαρθολομαῖο, σήμερα Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, καὶ στὸν Πρωτοσύγκελλό του, Μητροπολίτη Μελιτηνῆς Ἰωακείμ, σήμερα Μητροπολίτη Γέροντα Χαλκηδόνος, ἕνα ὄνειρο ποὺ εἶδε πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκλογή του ὡς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ τὸ ὁποῖο δὲν μποροῦσε νὰ ἐξηγήσει. Ἀφηγεῖται ὅτι εἶχε ὀνειρευτεῖ τὸν ἀείμνηστο προκάτοχό του Πατριάρχη Ἀθηναγόρα μὲ τὰ ράσα μπρὸς στὴν ὡραία Πύλη τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Πέρα, ἐνῶ ὁ ἴδιος βρισκόταν μέσα στὸ ἱερὸ βῆμα. Κάποια στιγμὴ ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας τοῦ ἔκανε νεῦμα νὰ ἔρθει πρὸς αὐτόν. Ξαφνικὰ ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἄρχισε νὰ σμικρύνεται συνεχῶς ὥσπου στὸ τέλος χάθηκε καὶ πῆρε ἐκεῖνος τὴν θέση του. Ὅταν μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες ἐκλέχτηκε Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, κατάλαβε ποιὰ ἦταν ἡ σημασία τοῦ ὀνείρου ποὺ εἶχε δεῖ.

Ὁ Δημήτριος ἀναλαμβάνει καθήκοντα σ’ ἕνα περιβάλλον τοῦ ὁποίου τὸ κλίμα δὲν εἶχε γνωρίσει ποτὲ καὶ μὲ τοῦ ὁποίου τὶς ὑπηρεσίες δὲν εἶχε ἀσχοληθεῖ, ἀφοῦ δὲν εἶχε ὑπηρετήσει στὴν πατριαρχικὴ αὐλή. Εἶχε ὅμως δίπλα του ἱκανότατους συνοδικοὺς Ἱεράρχες γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν στὸ δύσκολο ἔργο του καὶ ἱκανότατο Πρωτοσύγκελλο σὲ ὅλη τὴν πατριαρχεία του.

Μετὰ ἀπὸ ὅλα τὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατὰ τὴν ἐκλογὴ καὶ τὰ ὁποῖα παρακολούθησα ἀπὸ κοντά, ἔχω τὴν πεποίθηση ὅτι τὸ νὰ γίνει κάποιος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης δὲν εἶναι ζήτημα ψήφων ἢ ἐπιρροῆς, ἀλλὰ θέλημα Θεοῦ. Ἔτσι καὶ ὁ Πατριάρχης Δημήτριος κατέλαβε τὸ ἀξίωμα αὐτό, διότι ἔτσι τὸ ἤθελε ὁ Θεός. Ἐπὶ 19 χρόνια, εἶχε μία δοξασμένη πατριαρχεῖα. Ἔγινε ἀγαπητὸς ἀπὸ ὅλους. Τίποτε τὸ προσποιητό. Πάντοτε εἶχε νὰ πεῖ ἕνα καλὸ λόγο σὲ ὅλους. Ὅταν καθόσουν καὶ μιλοῦσες μαζί του ἦταν τόσο ἁπλός, τόσο φιλικὸς καὶ τόσο ταπεινός, ὥστε κανεὶς δὲν αἰσθανόταν ἀμήχανα μαζί του.

Στὸ περιοδικὸ Greek Forum ὁ δημοσιογράφος Κώστας Γαλακίδης γράφει: «Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὁ μεγάλος φάρος τῆς Ὀρθοδοξίας, μὲ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου φωτίζει, παρηγορεῖ καὶ ἐνδυναμώνει τὴν πίστη, προσλαμβάνοντας μία τεράστια καὶ μοναδικὴ σπουδαιότητα, παγκοσμιότητα. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ λάμπει στὸ Φανάρι, εἶναι ἡ πραότητα τῆς Μορφῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη, ποὺ μὲ πίστη, ἀφοσίωση καὶ ἄκρα ταπείνωση ὑπηρετεῖ τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ "Δεῦτε πρὸς με" καὶ εἶναι ἡ ἀκτινοβολοῦσα προσωπικότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Δημήτριου, ὁ θεμελιακὸς παράγοντας ποὺ διανοίγει μία νέα ἐποχὴ προσφορᾶς ἔργου τοῦ κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο».

Ὁ κ. Γιάννης Χατζηφώτης, Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου Τύπου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, γράφει γιὰ τὸν Πατριάρχη Δημήτριο: «Ἀρχιερεῖς τοῦ Θρόνου μπαινοβγαίνουν, διάκονοι τῆς σειρᾶς, ὁ Δευτερεύων, ὁ Τριτεύων, ὁ Ἀρχιγραμματέας τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, ὅλοι ρασοφοροῦντες. Κι ὁ Πατριάρχης σὰ νὰ εἶναι ἕνας οἱοσδήποτε ἀνάμεσά τους. Χωρὶς ἐπανωκαλύμμαυχο, μ’ ἕνα μικρὸ ἐγκόλπιο. Δὲν τὸν ξεχωρίζεις ἀπὸ τὸν νεώτερο στὰ πρεσβεῖα ἱεράρχη. Στὸ πρόσωπό του εἶναι ἀποτυπωμένη ὅλη ἡ ἀγωνία, ἀλλὰ καὶ ἡ καρτερία τῆς φυλῆς. Τὸ συγκρατημένο χαμόγελό του ἐκφράζει τὴ χαρμολύπη τοῦ Ἑλληνισμοῦ». Τὰ λόγια του πλημμυρίζουν ἀπὸ ἀγάπη. Ἐκεῖ μακριὰ εἶναι ἄριστα πληροφορημένος γιὰ ὅλα τὰ προβλήματα τοῦ λαοῦ μας. Μιλάει πατρικά, σοφά, κουβαλώντας στὶς ράχες του τὴν πεῖρα αἰώνων...».

Ἐνῶ ὁ θεολόγος Νικόλαος Γιδογιάννου γράφει γιὰ τὸν Πατριάρχη: «...Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος, μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἁγιότητά Του ἀνήκει στοὺς λίγους ἐκείνους ποὺ πρὸς χάριν τους σώζεται, συντηρεῖται καὶ παραδειγματίζεται ὁ κόσμος. Σὲ μία ἐποχὴ "κρίσης προσωπικοτήτων", εἶναι εὐλογία Θεοῦ ποὺ ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει ἕνα τέτοιο ὁδηγὸ στὸ πηδάλιό της».

Τὸ ταπεινὸ Φανάρι ἐπισκέπτονται οἱ προκαθήμενοι Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες, μὲ πρῶτο τὸν Ἀλεξανδρείας, τὸν Ἀντιοχείας, τὸν Ἱεροσολύμων, ὁ Πατριάρχης Μόσχας καὶ πασῶν τῶν Ρωσιῶν Ἀλέξιος, ἐπίσης οἱ Πατριάρχες Σερβίας, Ρουμανίας καὶ Βουλγαρίας. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Σεραφείμ, οἱ Ἀρχιεπίσκοποι Τσεχοσλοβακίας καὶ Φινλανδίας, καθὼς καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κανταουρίας. Ἐντυπωσιακὴ εἶναι ἡ ἐπίσκεψη τοῦ προκαθημένου τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας Πάπα Ἰωάννη-Παύλου τοῦ Β΄, μὲ τὸν ὁποῖο ἀρχίζει ὁ θεολογικὸς διάλογος μεταξὺ Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς καὶ Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας.

Ὅλοι ὅσοι ἐπισκέπτονται τὸν Πατριάρχη Δημήτριο φεύγουν γοητευμένοι ἀπὸ τὸ Φανάρι. Ἡ ἁπλότητά του τοὺς σαγηνεύει. Πιστεύει στὸν Θεολογικὸ διάλογο, θέλει οἱ ἀποφάσεις ποὺ παίρνονται νὰ εἶναι βιώσιμες, ἐπιθυμεῖ νὰ οἰκοδομηθεῖ μία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπὶ τὴν πέτραν καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς ἄμμου. Ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν σύσφιξη τῶν σχέσεων μὲ τὶς Παραχαλκηδόνιες Ἐκκλησίες καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἔχει συστήσει Διορθόδοξο Ἐπιτροπή. Παίρνει θέση στὸ πρόβλημα τῶν Ὀρθοδόξων τῆς διασπορᾶς. Διακηρύσσει ὅτι οἱ σχέσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ τ’ ἄλλα Πατριαρχεῖα καὶ τὶς αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες εἶναι σχέσεις ἀδελφικές, ὅπως ὑπαγορεύει ἡ κοινὴ πίστη των καὶ ἡ παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας. Θεωρεῖ αὐτονόητη τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐπικοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν.

Μὲ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Δημητρίου καθιερώνεται ἡ ἡμέρα τοῦ περιβάλλοντος. Γιὰ τὸν ἑορτασμὸ αὐτὸ ὁρίζεται ἡ πρώτη Σεπτεμβρίου, ἡ ἡμέρα τῆς Ἰνδίκτου, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἑορτάζεται καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ πρωτοχρονιά. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ καθιερώνεται νὰ ψάλλεται στὸν Πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Ναὸ ἡ ἀκολουθία τοῦ περιβάλλοντος, τὴν ὁποία ἔγραψε ὁ ὑμνογράφος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.

Ἐπὶ Πατριάρχου Δημητρίου, συνεχίζονται οἱ διάλογοι μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχείων. Σκοπὸς τῶν διαλόγων αὐτῶν ἡ σύσφιξη τῶν δεσμῶν ἀνάμεσά τους. Γίνεται ἀκόμη διάλογος καὶ μὲ ἄλλα δόγματα καὶ θρησκεῖες.

Μεγάλο γεγονὸς καὶ ἱστορικὴ ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Πατριάρχη Δημητρίου στὴν Πάτμο, τὸ 1987, γιὰ τὰ ἐννιακόσια χρόνια τῆς ἱδρύσεως τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου. Ὁ κόσμος τοῦ ἐπιφυλάσσει μεγάλη ὑποδοχή. Φανερὰ συγκινημένος, δακρύζει ὅταν τὸ καράβι ποὺ τὸν μεταφέρει μπαίνει στὸ λιμάνι τῆς Πάτμου καὶ βλέπει γύρω-γύρω πλοιάρια καὶ βάρκες γεμάτες κόσμο νὰ τὸν ἐπευφημοῦν. Στὴν προκυμαία, τὰ πλήθη περιμένουν γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχτοῦν. Ὁ Πατριάρχης κατέπληξε καὶ πάλι τὰ πλήθη μὲ τὴν ἁπλότητα, τὴν πραότητα καὶ τὴν γλυκύτητά του. Ἀφοῦ εὐχαριστεῖ ὅλους ὅσοι τὸν περιτριγυρίζουν καὶ τὸν βοηθοῦν, ἐξασφαλίζει ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση τὴν ἀνακήρυξη τοῦ νησιοῦ ὡς «Ἱερό», ὅπως ἦταν καὶ ἐπὶ Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Στὶς λίγες μέρες ποὺ ἔμεινε στὸ ἱερὸ νησὶ τῆς Πάτμου ἀκούστηκαν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τὰ καλύτερα λόγια γιὰ τὶς ἄριστες ἐντυπώσεις ποὺ ἄφησε ὡς Ἡγέτης καὶ πνευματικὸς Πατέρας.

Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Πατριαρχίας τοῦ Πατριάρχη Δημητρίου ἑορτάσθηκαν τὸ 1981, μὲ μεγαλοπρέπεια τὰ χίλια ἑξακόσια χρόνια της Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐπίσης καὶ τὰ χίλια διακόσια χρόνια της Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καὶ γιὰ τὶς δύο αὐτὲς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις ἐκδόθηκαν ἀφιερωματικοὶ τόμοι. Τὸ 1973 καθαγιάζεται ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Δημήτριο γιὰ πρώτη φορὰ τὸ Ἅγιον Μύρο μὲ τὴν καθιερωμένη μεγαλοπρέπεια. Μετὰ ἀπὸ δέκα χρόνια, τὸ 1983, γίνεται ἡ ἔψησις καὶ ὁ καθαγιασμὸς τοῦ Ἁγίου Μύρου γιὰ δεύτερη φορὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο Πατριάρχη. Κατὰ τὴ σχετικὴ ἀκολουθία συλλειτουργοῦν μαζί του τριάντα τρεῖς ἀρχιερεῖς, ὅλοι ἀντιπρόσωποι Ὀρθόδοξων Πατριαρχείων καὶ Ἐκκλησιῶν.

Τὸ 1987, ὁ Πατριάρχης ἐπιλύει καὶ τὸ ἀκανθῶδες, πολύχρονο καὶ δύσκολο θέμα μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας. Μὲ τὴν ἔκδοση τόμου ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου καὶ μὲ τὴν τελετὴ ἡ ὁποία γίνεται στὴν Αἴθουσα τῆς Παναγίας τοῦ νέου Πατριαρχικοῦ Κτιρίου, πραγματοποιεῖται ἡ ἀνακήρυξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας ἀπὸ Ἀρχιεπισκοπὴ σὲ Πατριαρχεῖο μὲ τοὺς ὅρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Τὸν ἴδιο χρόνο, ὁ Πατριάρχης Δημήτριος ἀρχίζει ἐπισκέψεις πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, γιὰ τὴν καλύτερη συνεργασία καὶ σύσφιξη τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἑδραίωση τῆς πανορθοδόξου ἑνότητας, τὴν ὁποία καλλιεργοῦν ὅλες οἱ Πανορθόδοξοι Διασκέψεις, ἀπὸ τὸ 1961. Τὰ ταξίδια «Ἀγάπης καὶ Εἰρήνης», ποὺ πραγματοποιεῖ στὶς χῶρες τῶν ἄθεων καὶ ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων τῆς Κεντρώας καὶ Ἀνατολικῆς Εὐρώπης εἶναι ἱστορικά. Ὅταν ἀργότερα, ὅλα τὰ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα καταργοῦνται καὶ δημιουργοῦνται νέες καταστάσεις, δὲν παραλείπει νὰ τὶς διακονεῖ μὲ περισσὴ εὐθύνη παγκοσμίου βεληνεκοῦς.

Μεγάλες προσπάθειες καταβάλλει ἐπίσης γιὰ νὰ διατηρήσει ἄγρυπνο τὸ βλέμμα τῆς ἕδρας τοῦ Πατριαρχείου στὸ ταπεινὸ Φανάρι. Τὸ 1983, ἱδρύεται ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Ἑλβετίας καὶ ἐγκαινιάζεται τὸ Πατριαρχικὸ Κέντρο στὸ Σαμπεζὺ τῆς Ἑλβετίας. Ἡ διακονία τοῦ κέντρου εἶναι πάντοτε διακονία ἀγάπης.

Ἐπὶ τῆς Πατριαρχίας του κατορθώνει νὰ πάρει ἄδεια γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ Πατριαρχικοῦ κτιρίου, τὸ ὁποῖο εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ πυρκαγιὰ πρὶν ἀπὸ σαράντα ἑπτὰ χρόνια περίπου, τὸ 1941. Σ’ αὐτὸ τὸ μεγάλο ἔργο συμβάλλει οἰκονομικὰ ἡ οἰκογένεια τοῦ Παναγιώτη Ἀγγελόπουλου, ὁ ὁποῖος ἀνακηρύσσεται σὲ Μεγάλο Εὐεργέτη καὶ τιμᾶται μὲ τὸ Πατριαρχικὸ Ὀφίκκιο τοῦ Ἄρχοντος Μεγάλου Λογοθέτου. Στὶς 17 Δεκεμβρίου 1989, γίνεται ἡ πανηγυρικὴ ἔναρξη λειτουργίας τοῦ νέου κτιρίου. Τὸν Ἁγιασμὸ τελεῖ ὁ Πατριάρχης Δημήτριος στὴ μεγάλη Αἴθουσα τοῦ Θρόνου, ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς ὑψηλοὺς προσκεκλημένους.

Τὸ 1990, ὁ Δημήτριος ξεκινᾶ ταξίδι στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἕνα ταξίδι πρὸς τὸ κέντρο τοῦ μοναχισμοῦ, τὸ ὁποῖο ἀφήνει τὰ σημάδια του στὴν ἱστορία. Ἐπισκέπτεται τὰ περισσότερα Μοναστήρια ἀπὸ κοντὰ γιὰ νὰ τὰ εὐλογήσει. Μετὰ τὴν ἀκολουθία τὸν Ἑσπερινοῦ, τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ἐπισκέψεως στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐκμυστηρεύεται γιὰ πρώτη φορὰ σὲ ὅσους βρίσκονται στὸ ναὸ τοῦ Πρωτάτου καὶ μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς τοῦ «Ἄξιον Ἐστι» λέει τὰ ἑξῆς: «Ἅγιοι πατέρες, θέλω νὰ σᾶς εὐχαριστήσω γιὰ τὴν τιμὴ πού μοῦ κάνατε, ἔχοντας τὴν εὐγενῆ καλοσύνη νὰ φέρετε τὴν Θαυματουργὸ εἰκόνα τῆς Παναγίας στὴν Ἀθήνα, ὅταν ἐπισκέφθηκα τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Τὴ στιγμὴ ποὺ προσκυνοῦσα τὴν εἰκόνα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναό, γονάτισα μπροστά της καὶ παρακάλεσα νὰ μὲ βοηθήσει νὰ βρῶ τὰ χρήματα γιὰ νὰ χτίσω τὸ Πατριαρχικὸ κτίριο καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Τὸ ἴδιο βράδυ ἦρθε ὁ κ. Παναγιώτης Ἀγγελόπουλος καὶ μοῦ εἶπε ὅτι ἡ οἰκογένειά του ἦταν πρόθυμη νὰ ἀναλάβει ὅλα τὰ ἔξοδα γιὰ τὸ κτίσιμο τοῦ μεγάρου». Ἡ ἀληθινὴ πίστις του στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία τὸν εἶχαν καὶ πάλι βοηθήσει. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μέρες φθάσαμε στὸ Βόλο, ὅπου καὶ ἐκεῖ τοῦ ἐπεφύλαξαν θερμὴ ὑποδοχὴ ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση.

Ὁ Θεολόγος Δρ. Σπυρίδων Κοντογιάννης γράφει γιὰ τὸν Πατριάρχη Δημήτριο: «Ὁ ὑποσημειούμενος εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὸν Πατριάρχη Δημήτριο τὸν Α΄ καὶ νὰ δεχθῶ τὴν εὐλογία Του. Ὅταν ὅμως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος μαζὶ μὲ τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Τρίκκης καὶ Σταγῶν κ. Ἀλέξιο καὶ τὸν πανοσιολογιότατο Ἀρχιμανδρίτη κ. Ἀθανάσιο Ἀναστασίου, Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Μεγάλου Μετεώρου, μετεῖχα τῆς εὐθύνης γιὰ τὴ διοργάνωση τῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων γιὰ τὰ 600 χρόνια ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Μονῆς τοῦ Μετεώρου, 29 - 30 Σεπτεμβρίου 1990, εἶχα καὶ τὴν εὐλογία νὰ ζήσω ἐπὶ διήμερον κοντὰ στὸ Γέροντα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους μας, τὸν Πατριάρχη Δημήτριο τὸν Α΄, καὶ νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸ γλυκύτατο στόμα Του νὰ μοῦ λέει ἁπλὰ καὶ μὲ πατρικὴ στοργὴ "Ἐσεῖς κουραστήκατε πολὺ γιὰ μένα αὐτὲς τὶς μέρες. Σᾶς εὐχαριστῶ". Σὲ ταπεινὴ δὲ ἀπάντησή μου "Παναγιώτατε, καὶ τὴ ζωή μου γιὰ Σᾶς", Τὸν εἶδα, νὰ ὑψώνει τὰ ὁλόφωτα μάτια του καὶ τὰ ἁγιασμένα χέρια του στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ μὲ εὐλογεῖ λέγοντάς μου "Ὁ Θεὸς νὰ σᾶς εὐλογεῖ, ὁ Θεὸς νὰ σᾶς εὐλογεῖ, ὁ Θεὸς νὰ σᾶς εὐλογεῖ". Κατόπιν μὲ ἀγκάλιασε μὲ στοργὴ καὶ μὲ ἀσπάσθηκε. Κρατῶ στὰ φυλλοκάρδια μου αὐτὴ τὴ σκηνή. Ἀκούω τὴ φωνή Του. Ζῶ μὲ τὴν εὐλογία Του».

Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος φεύγει ἀπὸ τὴ ζωὴ στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ 1991, μετὰ ἀπὸ ἕνα καρδιακὸ ἐπεισόδιο. Φεύγει πικραμένος ἀπὸ μερικοὺς ἀνθρώπους, ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν πίκρανε κανέναν σὲ ὅλη του τὴ ζωή.

Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος ἀπεδήμησε στὴν αἰωνιότητα. Γιὰ τὸ ἔργο του καὶ τὴν δραστηριότητά του εἰπώθηκαν πολλὰ καὶ γράφτηκαν περισσότερα. H τελευταία ὅμως πράξη τῆς ζωῆς του ἀναμφισβήτητα γράφτηκε λίγες μέρες μετὰ τὸν θάνατό του. Ἦταν ἡ στιγμὴ ποὺ πόλος ἕλξης τοῦ κόσμου γινόταν ἡ μητέρα πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἐπίκεντρο σεβασμοῦ τὸ σεπτὸ σκήνωμα τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ταπεινοῦ ἱεράρχη ποὺ δίδασκε μὲ τὴ σιωπή του, ποὺ δημιουργοῦσε μὲ τὴν πραότητά του, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε μὲ τὸ φωτεινὸ πρόσωπό του. Αὐτὴ ἡ πολυπληθὴς παρουσία συνέτεινε στὸ:

α. Νὰ φανερωθεῖ ἡ ἑνότητα, ἡ ὁποία διακρατεῖ καὶ συνέχει τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στοὺς αἰῶνες,

β. Νὰ διαπιστωθεῖ τὸ ἀδιάσπαστο στὴν πίστη καὶ τὴ λατρεία καὶ τὸ οἰκουμενικὸ πνεῦμα,

γ. Νὰ δημοσιοποιηθεῖ τὸ ὁμόφωνο καὶ ὁμόψυχο πνεῦμα συνεργασίας τῶν Ἐκκλησιῶν,

δ. Νὰ διατρανωθεῖ, παρὰ τὶς ὅποιες κατὰ τόπους θέσεις τῶν αὐτόνομων καὶ αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν, ἡ κοινὴ γλῶσσα τῆς Ὀρθοδοξίας,

ε. Νὰ πιστοποιηθοῦν, γιὰ ἄλλη μία φορά, ἡ θέση καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὡς πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καὶ ν' ἀναγνωρισθεῖ ἡ ἐνίσχυση τῆς θέσεως αὐτῆς καὶ τοῦ ἰδιάζοντος κύρους τὸν Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Πράγματι, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τῆς συστάσεώς του ἔχει μοχθήσει γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ὅσο κανεὶς ἄλλος. Ἔχει ὑποστεῖ διωγμούς, ἔχει ἀντιμετωπίσει αἱρέσεις, ἔχει κλονισθεῖ ἀπὸ πολιτικὲς μεταλλαγές, ἔχει συνετὰ ἀντιδράσει στὶς ἀποσχίσεις καὶ αὐτονομήσεις τῶν διαφόρων θυγατέρων τῆς Ἐκκλησίας, πάντα ὅμως παρέμεινε καὶ κατέχει τὴν θέση τῆς Μητρὸς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἡ θέση αὐτὴ εἶναι καθορισμένη ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες, ἀποτελέσματα ἀποφάσεων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ διάκρισή της ὡς Πρωτόθρονη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θέση. Θέση τὴν ὁποία τίμησε μὲ τὸ ἀνάστημά του ὁ Πατριάρχης Δημήτριος καὶ ποὺ ἐτίμησαν μὲ τὴν παρουσία τοὺς ὅλοι ὅσοι εὐλαβικὰ «ἔκλιναν τὸ γόνυ» μπροστὰ στὸ φέρετρό του.

Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος ὑπῆρξε Οἰκουμενικὸς ἀλλὰ καὶ Πνευματικὸς ἡγέτης τοῦ Γένους, ἄξιος τῆς μακραίωνης παράδοσης τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.

Ὁ τότε Ἀρχιμανδρίτης Ἱερόθεος Βλάχος γράφει γιὰ τὸν Πατριάρχη Δημήτριο: «... Πέρα ἀπὸ τὸ μαρτύριο καὶ τὴ μαρτυρία τοῦ Γένους καὶ τῆς Παραδόσεως, ὁ Πατριάρχης Δημήτριος ἔχει καὶ τὸ δικό του μαρτύριο καὶ μαρτυρία. Ἀσκεῖ μία δική του ἐπιρροὴ καὶ ἐπίδραση. Ἁπλός, ταπεινός, καταδεχτικός, εὐαίσθητος, κυριαρχεῖ καὶ καταπλήσσει. Δὲν ἐπιδιώκει νὰ κάνει ρητορεία καὶ νὰ δημιουργήσει κατάπληξη. Ὅμως αὐτὸ γίνεται χωρὶς νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεται. Καὶ ἐκεῖ φαίνεται τὸ μεγαλεῖο αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Νὰ μεταδίδει μηνύματα χωρὶς νὰ κάνει καμία προσπάθεια νὰ μεταδώσει. Ἦταν κοινὴ διαπίστωση... ὅτι ὁ Πατριάρχης Δημήτριος εἶναι τρομερὰ εὐαίσθητος. Τὸν διακρίνει αὐτὴ ἡ εὐαισθησία ποὺ εἶναι στοιχεῖο ἀληθινότητος καὶ γενικὰ στοιχεῖο ζωῆς. Αὐτὴ τὴν εὐαισθησία ἔπιασαν ὅλοι, μικρὰ παιδιὰ καὶ μεγάλοι στὴν ἡλικία, ἀνάλογα μὲ τὸ δικό τους τρόπο. Μεγάλη εὔνοια τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔχουμε τέτοιο ταπεινό, ἁπλὸ καὶ εὐαίσθητο Πατριάρχη. Εἶναι αὐτὸ ποὺ χρειαζόμαστε καὶ ἐμεῖς. Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος εἶναι τιμὴ καὶ καύχημα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας».

Ὁ δὲ Μητροπολίτης Λέρου, Καλύμνου καὶ Ἀστυπάλαιας Νεκτάριος, γράφει γιὰ τὸν ἴδιο Πατριάρχη σὲ ἐφημερίδα: «Ὁ Πατριάρχης τοῦ Γένους ἐκοιμήθη. Ὁ ὑψιπέτης ἀετὸς τῆς ὑπ’ οὐρανὸν Ὀρθοδοξίας, ἀφοῦ διέγραψε φωτεινοὺς κύκλους στοὺς αἰθέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἐκούρνιασε τὰς πτέρυγάς του εἰς τὴν Βασιλεύουσα Πόλιν... Ὁ Γίγαντας τῆς ὑπομονῆς, ὁ ἐραστὴς τῆς σιωπῆς, τὸ ὕψος τῆς ταπεινοφροσύνης, ὁ ἀκατάβλητος ὑπερασπιστὴς παντὸς ἱερατικοῦ καὶ μοναχικοῦ τάγματος, ὁ ἀκαταμάχητος φύλαξ τῆς Θείας παρεμβολῆς, ὁ προϊστάμενος καλῶν ἔργων αὐθεντικῆς διαπροσωπικῆς μαρτυρίας, ὁ ἀνύστακτος ὁδοιπόρος τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης, ὁ εὐαγγελιστὴς τῆς καλῆς ἀγγελίας, τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως, ὁ ἱεραπόστολος τῶν πτωχῶν καὶ τῶν ἀδυνάτων, ἐξεμέτρησε τὸ ζῆν καὶ μετέστη στοὺς πάμφωτους πυλῶνες τῆς οὐραvίoυ Βασιλείας. Σήμερον, λειτουργεῖ εἰς τὸ ὑπερουράνιον θυσιαστήριον, σήμερον πρεσβεύει διὰ τὰ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς πνευματικά του τέκνα...».

Ἐπιβάλλεται νὰ τελειώσουμε τὴν παρουσίαση τοῦ βίου καὶ τῆς πολιτείας τοῦ Πατριάρχη Δημητρίου μὲ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ ἀειμνήστου Πατριάρχη: «Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὲ γράψη ἡ ἱστορία ὅταν θὰ πεθάνω. Οὔτε νὰ μὲ θυμοῦνται οἱ ἄνθρωποι. Τὸ μόνο ποὺ θέλω εἶναι νὰ ζεῖ τὸ Φανάρι, γιὰ νὰ ζωντανεύη τὴν ἀκοίμητη συνείδηση τοῦ Γένους».
 


 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή
     

Πῶς ἰσορροποῦμε;

(Ἁπλοποιημένη μορφὴ κειμένου τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου περὶ τῶν βασικῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ καλύτερος καθρέφτης, ὁ καθρέφτης τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔρχονται τὰ προβλήματα, τὰ ψυχικὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ, ἐκεῖ ρίχνουμε τὴν ματιά μας γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ βροῦμε τὴν ἰσορροπία μας· τὶ μᾶς φταίει.)

Ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης