Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος; ΠΛ Θεαίτ 169d
Συγγραφέας: Πλάτων
Κατηγορία:Φιλοσοφία
Θέμα: Ἀλήθεια, Ἄνθρωπος
Πηγή/Έκδοση:Πλάτων. Θεαίτητος. Μτφρ. Β.Ν. Τατάκης, ἐκδόσεις Ζαχαρόπουλος
Χρ.Έκδοσης:1955
Ἐννόημα
! Ὅλοι λοιπόν ἀρχίζοντας ἀπό τόν Πρωταγόρα θά ἀμφισβητήσουν, ἐκεῖνος μάλιστα καί θά ὁμολογήση, τή στιγμή πού δέχεται ὅτι ὅποιος ὑποστηρίζει τά ἀντίθετα ἀπό ἐκεῖνον ἔχει ὀρθή γνώμη καί θά παραδεχτῆ τότε καί ὁ ἴδιος ὁ Πρωταγόρας, ὅτι οὔτε ὁ σκύλος οὔτε ὁ πρῶτος τυχὼν ἄνθρωπος εἶναι μέτρο γιά κανένα πράγμα πρίν τό μάθη.
 
Πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος; ΠΛ Θεαίτ 169d
Πλάτων



Συζήτηση γιά τήν ἄποψη τοῦ Πρωταγόρα ὅτι «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος»( ΠΛ Θεαί 169d-171e )

Συζητώντας μέ τόν Θεαίτητο γιά τήν οὐσία τῆς γνώσης, ὁ Σωκράτης ἐπεσήμανε ὅτι, ἐάν ἴσχυε ἡ θέση τοῦ Πρωταγόρα ὅτι «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος» , ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά ἦταν τό ἴδιο σοφοί. Ἐπίσης, γνώση καί αἴσθηση θά εἶχαν τήν ἴδια διάρκεια. Καί τά δύο αὐτά ἐπακόλουθα ἀπορρίφθηκαν ὡς ἄτοπα, ὡστόσο ἡ παράθεση τῶν ἀναμενόμενων ἐπιχειρημάτων τοῦ Πρωταγόρα κατέστησε ἀπαραίτητη τήν περαιτέρω διερεύνηση τοῦ θέματος μέ τή συνδρομή τοῦ Θεόδωρου τοῦ Κυρηναίου, δασκάλου τοῦ Θεαίτητου.



ΣΩ. Ἄς πάρωμε λοιπόν πρῶτα τό ἴδιο σημεῖο πού ἐξετάζαμε καί πρίν καί ἄς δοῦμε, ἄν ὀρθά φέρνομε δυσκολίες. Κατηγορούσαμε τή βασική του ἀρχή ὅτι ἔκανε τόν καθένα αὐτάρκη σέ σοφία καί ὁ Πρωταγόρας δέχτηκε πώς μερικοί ὑπερέχουν ὡς πρός τό ἀνώτερο καί χειρότερο, καί πώς αὐτοί δέν εἶναι σοφοί. Ὄχι;

ΘΕΟ. Ναί.

ΣΩ. Ἄν συμφωνοῦσε ὁ ἴδιος ὄντας ἐδῶ παρών, καί ὄχι ἐμεῖς οἱ ὑπερασπιστές του, δέν θά ἦταν καθόλου ἀνάγκη νά τό ἐξετάσωμε πάλι γιά νά τό στερεώσωμε. Τώρα ὅμως ἴσως νά μᾶς ἀρνιόταν κανείς τό δικαίωμα νά συμφωνοῦμε γιά δικό του λογαριασμό. Γι' αὐτό καλύτερο εἶναι μέ σαφέστερο τρόπο νά καταλήξωμε σέ συμφωνία γιά τό πράγμα τοῦτο• γιατί δέν εἶναι μικρή ἡ διαφορά, ἄν τό πράγμα εἶναι ἔτσι ἤ ἀλλιῶς.

ΘΕΟ. Λές ἀλήθεια.

ΣΩ. Ἄς φτάσωμε λοιπόν σέ τούτη τή συμφωνία ὄχι μέσον ἄλλων, ἀλλά ἀπό τή θέση ἐκείνου, ὅσο μποροῦμε πιό σύντομα.

ΘΕΟ. Πῶς;

ΣΩ. Νά ἔτσι• ὄ,τι φαίνεται στόν καθένα σωστό αὐτό, ἄν δέν γελιέμαι, ἰσχυρίζεται ὅτι καί ὑπάρχει γι' αὐτόν τόν ἄνθρωπο.

ΘΕΟ. Ναί, τό ἰσχυρίζεται.

ΣΩ. Ἐ λοιπόν, Πρωταγόρα, κι ἐμεῖς ἀνθρώπου γνῶμες ἐκφράζουμε, ἤ καλύτερα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅταν ὑποστηρίζωμε πώς δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά μή νομίζη σὲ ἄλλα τόν ἑαυτό του σοφώτερο ἀπό τούς ἄλλους, καί σέ ἄλλα ἄλλους πιό σοφούς ἀπό κεῖνον. Καί στούς πιό μεγάλους κινδύνους, ὅταν δέρνη τούς ἀνθρώπους τρικυμία, σέ πολέμους ἤ σέ ἀρρώστιες, ἤ σέ θάλασσα, ὅλοι κοιτάζουν σά θεούς τούς ἀρχηγούς στήν κάθε περίσταση περιμένοντας ἀπ' αὐτούς τή σωτηρία τους, ἐνῶ δέν ξεχωρίζουν σέ τίποτε ἄλλο παρά μόνο σέ γνώση. Καί σέ ὅλες τίς μορφές τῆς ζωῆς ὑπάρχει πλῆθος ἀνθρώπων πού γυρεύουν καί δασκάλους καί ἄρχοντες γιά τόν ἑαυτό τους καί γιά ὅσα ἄλλα ἔχουν ζωή καί γιά τίς ἐργασίες τους, καί ἄλλων πάλι ἀνθρώπων πού, ἀντίθετα, φαντάζονται ὅτι εἶναι ἱκανοί νά διδάσκουν, ἱκανοί καί νά ἄρχουν. Καί σέ ὅλα τοῦτα τί ἄλλο θά ποῦμε παρά ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι ἔχουν μέσα τους καί σοφία καί ἀμάθεια;

ΘΕΟ. Τίποτε ἄλλο.

ΣΩ. Δέ νομίζουν λοιπόν πώς ἡ σοφία εἶναι ἡ ἀληθινή σκέψη καί ἡ ἀμάθεια ἡ σφαλερή γνώμη;

ΘΕΟ. Γιατί ὄχι;

ΣΩ. Τί θά κάνωμε λοιπόν τότε, Πρωταγόρα, στή συζήτησή μας; Νά δεχτοῦμε πὼς οἱ ἄνθρωποι ἔχουν πάντα σωστές γνῶμες, ἤ ἄλλοτε σωστές καί ἄλλοτε ἐσφαλμένες; Γιατί κι ἀπό τίς δύο ἀπαντήσεις μας βγαίνει τό συμπέρασμα ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν ἔχουν πάντα ὀρθές γνῶμες, ἀλλά καί ὀρθές καί ἐσφαλμένες. Ἐξέτασε, ἀλήθεια, Θεόδωρε, ἄν θά ἤθελε κανείς ἀπό τούς ὀπαδούς τοῦ Πρωταγόρα ἤ σύ ὁ ἴδιος νά ὑποστηρίξης πέρα γιά πέρα πώς κανείς δέν νομίζει ἄλλον, ὅτι καί ἀμαθής εἶναι καί ἐσφαλμένες γνῶμες ἔχει.

ΘΕΟ. Δέ θά 'ταν πιστευτό, Σωκράτη.

ΣΩ. Καί ὅμως σ' αὐτό τό ἀναπόφευκτο συμπέρασμα φέρνει ἡ ἀρχή, πού λέγει τόν ἄνθρωπο μέτρο ὅλων τῶν πραγμάτων.

ΘΕΟ. Μά πῶς;

ΣΩ. Ὅταν σύ κρίνης μέσα σου κάτι καί διατυπώσης γνώμη γι' αὐτό, ἤ εἶναι γιά σένα ἀληθινή αὐτή σου ἡ γνώμη, σύμφωνα μέ τήν ἀρχή τοῦ Πρωταγόρα, ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄλλοι δέν ἔχομε τό δικαίωμα νά κρίνωμε τήν κρίση σου, ἤ, ἄν ἔχωμε, κρίνομε ὅτι πάντα ὀρθή εἶναι ἡ γνώμη ποὺ ἔχεις; Δέν ἀγωνίζονται, ἀντίθετα, μυριάδες κάθε φορὰ ἐναντίον σου μέ ἀντίθετη γνώμη, νομίζοντας ὅτι καί ἡ κρίση σου καί οἱ πεποιθήσεις σου εἶναι ἐσφαλμένες;

ΘΕΟ. Ναί μά τόν Δία, Σωκράτη, πολλές μάλιστα μυριάδες, λέγει ὁ Ὅμηρος, πού ὅσες δυσκολίες μποροῦν, οἱ ἄνθρωποι, μοῦ τίς προξενοῦν.

ΣΩ. Τί λοιπόν; θέλεις νά ποῦμε πὼς ἐσύ τότε γιά τόν ἑαυτό σου ἔχεις σωστή γνώμη, γιά τίς μυριάδες ὅμως τούς ἄλλους ἐσφαλμένη;

ΘΕΟ. Κατά τήν ἀρχή τοῦ Πρωταγόρα φαίνεται νά εἶναι ἀναγκαῖο.

ΣΩ. Γιά τόν ἴδιο ὅμως τόν Πρωταγόρα; Δέν εἶναι ἄραγε ἀναπόφευκτο, ἄν οὔτε ὁ ἴδιος πίστευε πώς ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέτρο, οὔτε οἱ πολλοί ―ὅπως δά καί δέν τό πιστεύουν― νά μήν ὑπάρχη γιά κανέναν αὐτή ἡ ἀλήθεια ποὺ ἔγραψε στό βιβλίο του; Ἄν πάλι αὐτός τό πίστευε, τό πλῆθος ὅμως τῶν ἀνθρώπων δέν τόν ἀκολουθοῦσε σ' αὐτή του τήν πίστη, ξέρεις ὅτι ὅσο περισσότεροι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δέν ἔχουν αὐτή τή γνώμη ἀπό ἐκείνους ποὺ τήν ἔχουν, τόσο περισσότερο δέν ὑπάρχει παρά ὑπάρχει;

ΘΕΟ. Ἀναγκαῖο, ἄν βέβαια ἡ ὕπαρξη ἤ ἡ ἀνυπαρξία της ἐξαρτᾶται ἀπό τή γνώμη τοῦ καθενός.

ΣΩ. Εἶναι ἀκόμη καί τοῦτο δά τό πολύ κομψό. Ἡ ἀντίθεση πρός τή δική του πεποίθηση ἐκείνων πού νομίζουν ὅτι ἐκεῖνος πλανιέται, παραδέχεται ὁ Πρωταγόρας ἀσφαλῶς ὅτι εἶναι ἀληθινή, ἀφοῦ ὁμολογεῖ ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐκφράζουν μέ τίς γνῶμες τους τά ὄντα.

ΘΕΟ. Βεβαιότατα.

ΣΩ. Δέν παραδέχεται τότε ὅτι ἡ δική του εἶναι ἐσφαλμένη, μιὰ ποὺ δέχεται σωστή τή γνώμη ἐκείνων ποὺ λέγουν ὅτι αὐτός πλανιέται;

ΘΕΟ. Ἀναγκαῖο.

ΣΩ. Οἱ ἄλλοι ὅμως δέν δέχονται ὅτι ἔχουν ἐσφαλμένες γνῶμες.

ΘΕΟ. Δέν δέχονται, ὄχι.

ΣΩ. Ἐκεῖνος πάλι, σύμφωνα μέ ὅσα ἔγραψε, ὁμολογεῖ πώς καί αὐτή τους ἡ γνώμη εἶναι σωστή.

ΘΕΟ. Εἶναι φανερό.

ΣΩ. Δέν εἶναι ἔτσι;

ΘΕΟ. Ἔτσι.

ΣΩ. Μιὰ λοιπόν πού ὅλοι τήν ἀμφισβητοῦν, ἡ Ἀλήθεια τοῦ Πρωταγόρα δέ θά ἦταν ἀληθινή γιά κανέναν, οὔτε γιά ἄλλον οὔτε γιά κεῖνον τόν ἴδιο.

ΘΕΟ. Πολύ κατατρέχομε, Σωκράτη, τό φίλο μου.

ΣΩ. Μά, φίλε μου, δέν εἶναι δά φανερό ἄν δέν παρατρέχωμε καί τό σωστό. Εἶναι καί φυσικό ἐκεῖνος, ὄντας πρεσβύτερος, νά εἶναι καί σοφώτερός μας. Καί ἄν τούτη τή στιγμή ἀναπηδοῦσεν ἐδῶ ἀπό τή γῆ ὡς τό λαιμό, θά ἔλεγχε ἐμένα γιά πολλές μου ἀνοησίες πιθανόν, καί σένα γιατί τίς δέχεσαι καί θά χωνόταν πίσω στή γῆ γρήγορα γρήγορα. Εἶναι ὅμως σέ μᾶς ἀναγκαῖο, φαντάζομαι, νά χρησιμοποιοῦμε τόν ἑαυτό μας τέτοιον πού εἶναι, καί ὅσα μᾶς φαίνονται σωστά, αὐτά πάντα νά λέμε. Νά καί τώρα δέ θά ποῦμε ὅτι ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος δέχεται ὅτι καί σοφώτερος εἶναι ἕνας ἀπό τόν ἄλλον καί ἀμαθέστερος;

ΘΕΟ. Ἐγώ ναί τό νομίζω.

ΣΩ. Δέ θά δεχτοῦμε ἀκόμη ὅτι ἡ θέση τοῦ Πρωταγόρα στέκεται πολύ καλά ὅπως τήν παρουσιάσαμε, ὅταν τόν βοηθούσαμε, ὅτι τίς περισσότερες φορές ὅπως φαίνονται ἔτσι καί εἶναι γιά τόν καθένα θερμά, ξερά, γλυκά, ὅλα ὅσα ἀνήκουν σ' αὐτή τήν κατηγορία; Ἄν ὅμως σέ μερικές περιπτώσεις θά γινόταν δεκτό ὅτι ἕνας ξεχωρίζει ἀπό τόν ἄλλο, δέ θά δεχόταν πρόθυμα κανείς ὅτι στά ζητήματα τῆς ὑγείας καί τῆς ἀρρώστιας κάθε γυναικούλα καί παιδί καί ζῶο δέν εἶναι δυνατόν νά γιατρευτῆ μόνο του ξέροντας ποιό τοῦ φέρνει ὑγεία, ἀλλά, ἄν κάπου, σέ τοῦτο τουλάχιστο τό ζήτημα ξεχωρίζει ἕνας ἀπό τόν ἄλλον;

ΘΕΟ. Ἐγώ ἔτσι νομίζω.


.....................................................

Πρωτότυπο Κείμενο

ΣΩ. Τοῦδε τοίνυν πρῶτον πάλιν ἀντιλαβώμεθα οὗπερ τὸ πρότερον͵ καὶ ἴδωμεν ὀρθῶς ἢ οὐκ ὀρθῶς ἐδυσχεραίνομεν ἐπιτιμῶντες τῷ λόγῳ ὅτι αὐτάρκη ἕκαστον εἰς φρόνησιν ἐποίει͵ καὶ ἡμῖν συνεχώρησεν ὁ Πρωταγόρας περί τε τοῦ ἀμείνονος καὶ χείρονος διαφέρειν τινάς͵ οὓς δὴ καὶ εἶναι σοφούς. οὐχί;

ΘΕΟ. Ναί.

ΣΩ. Εἰ μὲν τοίνυν αὐτὸς παρὼν ὡμολόγει ἀλλὰ μὴ ἡμεῖς βοηθοῦντες ὑπὲρ αὐτοῦ συνεχωρήσαμεν͵ οὐδὲν ἂν πάλιν ἔδει ἐπαναλαβόντας βεβαιοῦσθαι· νῦν δὲ τάχ΄ ἄν τις ἡμᾶς ἀκύρους τιθείη τῆς ὑπὲρ ἐκείνου ὁμολογίας. διὸ καλλιόνως ἔχει σαφέστερον περὶ τούτου αὐτοῦ διομολογήσασθαι· οὐ γάρ τι σμικρὸν παραλλάττει οὕτως ἔχον ἢ ἄλλως.

ΘΕΟ. Λέγεις ἀληθῆ.

ΣΩ. Μὴ τοίνυν δι΄ ἄλλων ἀλλ΄ ἐκ τοῦ ἐκείνου λόγου ὡς διὰ βραχυτάτων λάβωμεν τὴν ὁμολογίαν.

ΘΕΟ. Πῶς;

ΣΩ. Οὑτωσί· τὸ δοκοῦν ἑκάστῳ τοῦτο καὶ εἶναί φησί που ᾧ δοκεῖ;

ΘΕΟ. Φησὶ γὰρ οὖν.

ΣΩ. Οὐκοῦν͵ ὦ Πρωταγόρα͵ καὶ ἡμεῖς ἀνθρώπου͵ μᾶλλον δὲ πάντων ἀνθρώπων δόξας λέγομεν͵ καὶ φαμὲν οὐδένα ὅντινα οὐ τὰ μὲν αὑτὸν ἡγεῖσθαι τῶν ἄλλων σοφώτερον͵ τὰ δὲ ἄλλους ἑαυτοῦ͵ καὶ ἔν γε τοῖς μεγίστοις κινδύνοις͵ ὅταν ἐν στρατείαις ἢ νόσοις ἢ ἐν θαλάττῃ χειμάζωνται͵ ὥσπερ πρὸς θεοὺς ἔχειν τοὺς ἐν ἑκάστοις ἄρχοντας͵ σωτῆρας σφῶν προσδοκῶντας͵ οὐκ ἄλλῳ τῳ διαφέροντας ἢ τῷ εἰδέναι· καὶ πάντα που μεστὰ τἀνθρώπινα ζητούντων διδασκάλους τε καὶ ἄρχοντας ἑαυτῶν τε καὶ τῶν ἄλλων ζῴων τῶν τε ἐργασιῶν͵ οἰομένων τε αὖ ἱκανῶν μὲν διδάσκειν͵ ἱκανῶν δὲ ἄρχειν εἶναι. καὶ ἐν τούτοις ἅπασι τί ἄλλο φήσομεν ἢ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἡγεῖσθαι σοφίαν καὶ ἀμαθίαν εἶναι παρὰ σφίσιν;

ΘΕΟ. Οὐδὲν ἄλλο.

ΣΩ. Οὐκοῦν τὴν μὲν σοφίαν ἀληθῆ διάνοιαν ἡγοῦνται͵ τὴν δὲ ἀμαθίαν ψευδῆ δόξαν;

ΘΕΟ. Τί μήν;

ΣΩ. Τί οὖν͵ ὦ Πρωταγόρα͵ χρησόμεθα τῷ λόγῳ; πότε ρον ἀληθῆ φῶμεν ἀεὶ τοὺς ἀνθρώπους δοξάζειν͵ ἢ τοτὲ μὲν ἀληθῆ͵ τοτὲ δὲ ψευδῆ; ἐξ ἀμφοτέρων γάρ που συμβαίνει μὴ ἀεὶ ἀληθῆ ἀλλ΄ ἀμφότερα αὐτοὺς δοξάζειν. σκόπει γάρ͵ ὦ Θεόδωρε͵ εἰ ἐθέλοι ἄν τις τῶν ἀμφὶ Πρωταγόραν ἢ σὺ αὐτὸς διαμάχεσθαι ὡς οὐδεὶς ἡγεῖται ἕτερος ἕτερον ἀμαθῆ τε εἶναι καὶ ψευδῆ δοξάζειν.

ΘΕΟ. Ἀλλ΄ ἄπιστον͵ ὦ Σώκρατες.

ΣΩ. Καὶ μὴν εἰς τοῦτό γε ἀνάγκης ὁ λόγος ἥκει ὁ πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπον λέγων.

ΘΕΟ. Πῶς δή;

ΣΩ. Ὅταν σὺ κρίνας τι παρὰ σαυτῷ πρός με ἀποφαίνῃ περί τινος δόξαν͵ σοὶ μὲν δὴ τοῦτο κατὰ τὸν ἐκείνου λόγον ἀληθὲς ἔστω͵ ἡμῖν δὲ δὴ τοῖς ἄλλοις περὶ τῆς σῆς κρίσεως πότερον οὐκ ἔστιν κριταῖς γενέσθαι͵ ἢ ἀεὶ σὲ κρίνομεν ἀληθῆ δοξάζειν; ἢ μυρίοι ἑκάστοτέ σοι μάχονται ἀντιδοξά ζοντες͵ ἡγούμενοι ψευδῆ κρίνειν τε καὶ οἴεσθαι;

ΘΕΟ. Νὴ τὸν Δία͵ ὦ Σώκρατες͵ μάλα μυρίοι δῆτα͵ φησὶν Ὅμηρος͵ οἵ γέ μοι τὰ ἐξ ἀνθρώπων πράγματα παρέχουσιν.

ΣΩ. Τί οὖν; βούλει λέγωμεν ὡς σὺ τότε σαυτῷ μὲν ἀληθῆ δοξάζεις͵ τοῖς δὲ μυρίοις ψευδῆ;

ΘΕΟ. Ἔοικεν ἔκ γε τοῦ λόγου ἀνάγκη εἶναι.

ΣΩ. Τί δὲ αὐτῷ Πρωταγόρᾳ; ἆρ΄ οὐχὶ ἀνάγκη͵ εἰ μὲν μηδὲ αὐτὸς ᾤετο μέτρον εἶναι ἄνθρωπον μηδὲ οἱ πολλοί͵ ὥσπερ οὐδὲ οἴονται͵ μηδενὶ δὴ εἶναι ταύτην τὴν ἀλήθειαν ἣν ἐκεῖνος ἔγραψεν; εἰ δὲ αὐτὸς μὲν ᾤετο͵ τὸ δὲ πλῆθος μὴ συνοίεται͵ οἶσθ΄ ὅτι πρῶτον μὲν ὅσῳ πλείους οἷς μὴ δοκεῖ ἢ οἷς δοκεῖ͵ τοσούτῳ μᾶλλον οὐκ ἔστιν ἢ ἔστιν.

ΘΕΟ. Ἀνάγκη͵ εἴπερ γε καθ΄ ἑκάστην δόξαν ἔσται καὶ οὐκ ἔσται.

ΣΩ. Ἔπειτά γε τοῦτ΄ ἔχει κομψότατον· ἐκεῖνος μὲν περὶ τῆς αὑτοῦ οἰήσεως τὴν τῶν ἀντιδοξαζόντων οἴησιν͵ ᾗ ἐκεῖ νον ἡγοῦνται ψεύδεσθαι͵ συγχωρεῖ που ἀληθῆ εἶναι ὁμολογῶν τὰ ὄντα δοξάζειν ἅπαντας.

ΘΕΟ. Πάνυ μὲν οὖν.

ΣΩ. Οὐκοῦν τὴν αὑτοῦ ἂν ψευδῆ συγχωροῖ͵ εἰ τὴν τῶν ἡγουμένων αὐτὸν ψεύδεσθαι ὁμολογεῖ ἀληθῆ εἶναι;

ΘΕΟ. Ἀνάγκη.

ΣΩ. Οἱ δέ γ΄ ἄλλοι οὐ συγχωροῦσιν ἑαυτοῖς ψεύδεσθαι;

ΘΕΟ. Οὐ γὰρ οὖν.

ΣΩ. Ὁ δέ γ΄ αὖ ὁμολογεῖ καὶ ταύτην ἀληθῆ τὴν δόξαν ἐξ ὧν γέγραφεν.

ΘΕΟ. Φαίνεται.

ΣΩ. Ἐξ ἁπάντων ἄρα ἀπὸ Πρωταγόρου ἀρξαμένων ἀμφισβητήσεται͵ μᾶλλον δὲ ὑπό γε ἐκείνου ὁμολογήσεται͵ ὅταν τῷ τἀναντία λέγοντι συγχωρῇ ἀληθῆ αὐτὸν δοξάζειν͵ τότε καὶ ὁ Πρωταγόρας αὐτὸς συγχωρήσεται μήτε κύνα μήτε τὸν ἐπιτυχόντα ἄνθρωπον μέτρον εἶναι μηδὲ περὶ ἑνὸς οὗ ἂν μὴ μάθῃ. οὐχ οὕτως;

ΘΕΟ. Οὕτως.

ΣΩ. Οὐκοῦν ἐπειδὴ ἀμφισβητεῖται ὑπὸ πάντων͵ οὐδενὶ ἂν εἴη ἡ Πρωταγόρου Ἀλήθεια ἀληθής͵ οὔτε τινὶ ἄλλῳ οὔτ΄ αὐτῷ ἐκείνῳ.

ΘΕΟ. Ἄγαν͵ ὦ Σώκρατες͵ τὸν ἑταῖρόν μου καταθέομεν.

ΣΩ. Ἀλλά τοι͵ ὦ φίλε͵ ἄδηλον εἰ καὶ παραθέομεν τὸ ὀρθόν. εἰκός γε ἄρα ἐκεῖνον πρεσβύτερον ὄντα σοφώτερον ἡμῶν εἶναι· καὶ εἰ αὐτίκα ἐντεῦθεν ἀνακύψειε μέχρι τοῦ αὐχένος͵ πολλὰ ἂν ἐμέ τε ἐλέγξας ληροῦντα͵ ὡς τὸ εἰκός͵ καὶ σὲ ὁμολογοῦντα͵ καταδὺς ἂν οἴχοιτο ἀποτρέχων. ἀλλ΄ ἡμῖν ἀνάγκη οἶμαι χρῆσθαι ἡμῖν αὐτοῖς ὁποῖοί τινές ἐσμεν͵ καὶ τὰ δοκοῦντα ἀεὶ ταῦτα λέγειν. καὶ δῆτα καὶ νῦν ἄλλο τι φῶμεν ὁμολογεῖν ἂν τοῦτό γε ὁντινοῦν͵ τὸ εἶναι σοφώτερον ἕτερον ἑτέρου͵ εἶναι δὲ καὶ ἀμαθέστερον;

ΘΕΟ. Ἐμοὶ γοῦν δοκεῖ.

ΣΩ. ῏Η καὶ ταύτῃ ἂν μάλιστα ἵστασθαι τὸν λόγον͵ ᾗ ἡμεῖς ὑπεγράψαμεν βοηθοῦντες Πρωταγόρᾳ͵ ὡς τὰ μὲν πολλὰ ᾗ δοκεῖ͵ ταύτῃ καὶ ἔστιν ἑκάστῳ͵ θερμά͵ ξηρά͵ γλυκέα͵ πάντα ὅσα τοῦ τύπου τούτου· εἰ δέ που ἔν τισι συγχωρήσεται διαφέρειν ἄλλον ἄλλου͵ περὶ τὰ ὑγιεινὰ καὶ νοσώδη ἐθελῆσαι ἂν φάναι μὴ πᾶν γύναιον καὶ παιδίον͵ καὶ θηρίον δέ͵ ἱκανὸν εἶναι ἰᾶσθαι αὑτὸ γιγνῶσκον ἑαυτῷ τὸ ὑγιεινόν͵ ἀλλὰ ἐνταῦθα δὴ ἄλλον ἄλλου διαφέρειν͵ εἴπερ που;

ΘΕΟ. Ἔμοιγε δοκεῖ οὕτως.
 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή


Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.