Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ἐννόημα
! Κυβέρνα τοὺς ὑπηκόους, στηριζόμενος ὄχι στὴ βία ἀλλὰ στὴν ἀγάπη τῶν ἀρχομένων διότι ἡ ἀγάπη εἶναι μεγαλύτερο καὶ ἀσφαλέστερο βάθρο γιὰ τὴν ἐξουσία παρὰ ὁ φόβος.
 
! Μόνο ἂν κυβερνᾶ κανεὶς τὸν ἑαυτὸ του μπορεῖ νὰ πιστεύη ὅτι κυβερνᾶ ἀληθινὰ καὶ τοὺς ὑπηκόους.
 
! Τὶς εὐεργεσίες ποὺ δέχεσαι, νὰ τὶς θυμᾶσαι παντοτινά• τὶς εὐεργεσίες ποὺ κάμεις, νὰ τὶς ξεχνᾶς γρήγορα.
 
Μ. Φωτίου, Ἐπιστολή πρὸς Βούλγαρον Ἡγεμόνα
Ἅγιος Φώτιος ὁ Μέγας



Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση καὶ σημειώσεις: Παν. Κ. Χρήστου.

Περιοδικό Ἐποπτεία, Φεβρουάριος 1992, Ἀθήνα.



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σὲ μιὰ ἄκρως ἀνήσυχη ἐποχὴ στὴν ἱστορία τοῦ Βυζαντίου, κατὰ τὴν ὁποία ἡ πληθωρικότης τῆς πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας ἀναζητοῦσε διέξοδο πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις, ἡ προσωπικότης τοῦ Φωτίου ἐδέσποσε μὲ τὴν σοφία, τὴν μετριοπάθεια καὶ τὸ μεγαλεῖο της. Τέκνο ἐπίσημης οἰκογενείας, συγγενὴς αὐτοκρατόρων καὶ μικρανεψιὸς τοῦ πατριάρχη Ταρασίου, ἀκολούθησε σπουδὲς ποὺ τοῦ ἐξασφάλισαν τὰ μορφωτικὰ ἐφόδια γιὰ μιὰ πολυμερῆ δραστηριότητα ἐπὶ πενήντα ὁλόκληρα χρόνια.

Ἐρευνώντας τὸν βίο του εἶναι σὰν νὰ παρατηροῦμε ἕνα ἀνοικτὸ παράθυρο στὸν χῶρο τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας• βλέπομε ἀπ' αὐτὸ τοὺς ἐπικοὺς ἀγῶνες τοῦ κράτους γιὰ τὴν διατήρησι τῆς ἀσφαλείας καὶ τὴν κατοχύρωσι τῶν πολιτιστικῶν ἀγαθῶν τῆς κοινωνίας, τὴν δύσκολη προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν συντήρησι τῆς ἀνεξαρτησίας της, τὴν μεγαλειώδη ἐξόρμησί της γιὰ τὸν φωτισμὸ τῶν βαρβάρων τοῦ βορρᾶ, τὸν ἐπίμονο μόχθο τῶν λογίων γιὰ τὴν ἀνάπτυξι τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν, τὸν καθημερινὸ βίο τῶν ἀνθρώπων τοῦ Βυζαντίου, μὲ τὶς ἀρετές, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς μικρότητές των• καὶ κυρίως ἐξοικειωνόμαστε μ' ἕνα σπάνιο ἄνθρωπο, ποὺ ὑπῆρξε ὁ τυπικώτερος ἐκπρόσωπος τοῦ Βυζαντίου τὴν ἐποχὴ τῆς μεγάλης του δόξας, διότι συγκέντρωνε στὸ πρόσωπό του τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ ἀποτελοῦν τὰ θεμέλια τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, τὴν ἑλληνικὴ παιδεία καὶ τὴν Χριστιανικὴ ὀρθοδοξία, ἀλλὰ καὶ προωθοῦσε τὴν προβολὴ τοῦ βυζαντινοῦ μεγαλείου στὸν κόσμο.

Τὸ Βυζάντιο, ἐδῶ καὶ διακόσια χρόνια, εὑρισκόταν σὲ κατάστασι συμπτύξεως, ποὺ ὠφειλόταν σὲ τρεῖς λόγους. Πρῶτα στὶς ἀδιάκοπες ἐκθέσεις βαρβάρων λαῶν, ἰδίως ἀπὸ τὸν νότο καὶ τὸν βορρᾶ, ποὺ ἀποτελοῦσαν αἰτίες συνεχοῦς αἱμορραγίας. Δεύτερο, στὴ μόνιμη ἀποφυγὴ τοῦ Βυζαντίου νὰ κατακτήση ξένα ἐδάφη, προερχόμενη ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του νὰ μὴν εἶναι μόνο διατηρητὴς τῆς πατρογονικῆς πολιτιστικῆς καὶ θρησκευτικῆς κληρονομιᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰρηνικὸς μεταδότης πρὸς τὰ ἔξω• καὶ κυρίως ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του νὰ τηρῆ τὴν χριστιανικὴ ἐντολὴ περὶ τῆς εἰρήνης. Καὶ τρίτο, στὴν ἑκατονταετῆ ἐσωτερικὴ ἔριδα Ἐκκλησίας καὶ πολιτείας γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῶν εἰκόνων.

Τὴν κατάστασι αὐτὴ ἐκμεταλλεύθηκαν, ὅπως εἶναι εὔλογο, οἱ ξένοι λαοί, κυρίως οἱ βαρβαρικοί. Οἱ Ἄραβες σ' ἕνα αἰφνιδιαστικὸ ξύπνημα, ἔπειτα ἀπὸ μακροχρόνιο περιορισμό τους στὰ περιθώρια τῆς ἱστορίας, κατώρθωσαν νὰ ἐξορμήσουν ἀποτελεσματικὰ καὶ νὰ στερήσουν τὸ Βυζάντιο ἀπὸ μερικὲς πλουσιώτατες ἐπαρχίες του, ὅπως εἶναι ἡ Αἴγυπτος, ἡ Συρία, ἡ Παλαστίνη, ἡ Μεσοποταμία. Οἱ Σλάβοι, ποὺ εἶχαν ξεκινήσει λίγο ἐνωρίτερα, ἔπειτα ἀπὸ μακρὰ καὶ ἀδιάκοπη διείσδυσι ἐπέτυχαν νὰ ἐγκατασταθοῦν σὲ πολλὲς ἐπαρχίες τῆς Β. Θράκης καὶ τῆς Ἰλλυρίας, ἀλλὰ καὶ νὰ προχωρήσουν νοτιώτερα.

Ἡ χριστιανωσύνη εὑρέθηκε ἐπίσης κι' αὐτὴ κάτω ἀπὸ συνεχῆ πίεσι κατὰ τὴν ἴδια ἐποχή. Ἐνῶ ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς καταπαύσεως τῶν διωγμῶν ἕως τὴν ἐμφάνιση τῶν παραπάνω μνημονευομένων λαῶν, εἶχε ἐπιτύχει νὰ ἐπεκτείνη τὴν ἐπιρροή της ἀπὸ τὸν δακτύλιο τῆς Μεσογείου, τὸν ὁποῖο ἤλεγχε ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἕως τὸ κέντρο τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἕ δώρας καὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Θεοκτίστου πρῶτα, τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Γ' καὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ τοῦ Βάρδα ἔπειτα, καὶ μὲ τὴν καθοδηγητικὴ συνεργασία τοῦ Φωτίου καὶ στὶς δύο περιπτώσεις, ὁ βυζαντινὸς ἑλληνισμός, ἀφοῦ εἰσῆλθε στὸ στάδιο μιᾶς πνευματικῆς ἀνθίσεως, ἀνασυντάσσεται ἐσωτερικῶς καὶ ἀναδιοργανώνεται στρατιωτικῶς. Θὰ μπορούσαμε νὰ εἰποῦμε ὅτι ἡ κύρια δύναμις ποὺ ἐκινοῦσε ὅλη αὐτὴ τὴν ἀνοδικὴ πορεία ἦταν ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ πνευματικὴ ἀναγέννησις, ποὺ συνδυάσθηκε μὲ τὴν ἐπαναλειτουργία ίου Κωνσ φορετικὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες βαρβαρικὲς ἐπιθέσεις• διότι καταλαμβάνοντας τὴν μέση Ἀνατολὴ καὶ τὴ βόρειο Ἀφρικὴ ἄλλαξε τὰ σύνορα τῆς οἰκουμένης.(1) Κι ἐπὶ πλέον κατέστρεψε ὅλες σχεδὸν τὶς δομὲς τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ὅπου διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου ἔστησε τὴν ἐξουσία του. Ὁ ἰσλαμισμός, μαζὶ μὲ τὸν μαρξισμὸ κατὰ τὰ νεώτερα χρόνια, ὑπῆρξαν οἱ δυὸ μοιραῖες γιὰ τὸν Χριστιανισμό, ἰδίως τὸν ὀρθόδοξο, θρησκεῖες• ὁ δεύτερος προσωρινά, ὅπως ἀποδείχθηκε, ὁ πρῶτος μόνιμα.

Ἕνα ἀπὸ τὰ μνημειακὰ κείμενα τοῦ Φωτίου, οἱ Παραινέσεις πρὸς Ἄρχοντα ποὺ ἀπευθύνθηκαν πρὸς τὸν Χαγᾶνο τῶν Βουλγάρων Βόριδα, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς βαπτίσεώς του τὸ 864 μ.Χ., ὁπότε ἐπῆρε τὸν τίτλο τοῦ Βασιλέως καὶ ὀνομάσθηκε Μιχαήλ, κατὰ τὸ ὄνομα τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορας τῆς ἐποχῆς καὶ τοῦ ἀνέπτυσσαν τὰ καθήκοντα τοῦ βασιλέως ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του, ἀπέναντι στὸν λαό του καὶ ἀπέναντι στὸν ἑαυτό του• περιγράφει δηλαδὴ τὸ ἰδεῶδες πρότυπο τοῦ χριστιανοῦ ἡγεμόνος. Ἀργότερα ὁ Φώτιος ἐπρόκειτο νὰ γράψη ἕνα παρόμοιο κείμενο, ποὺ μὲ τὸν τίτλο Παραινέσεις ἀπευθυνόταν πρὸς τὸν διάδοχο τοῦ βυζαντινοῦ θρόνου Λέοντα καὶ ἐκδόθηκε μὲ τὸ ὄνομα τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου Α'.

Τὸ παραινετικὸ δοκίμιο πρὸς τὸν Βόριδα συνδέεται μὲ τὶς μεγαλύτερες στιγμὲς τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας καὶ αὐτοῦ τοῦ ἲδιου τοῦ Φωτίου. Ὁ Φώτιος, ποὺ ἔπειτα ἀπὸ μιὰ λαμπρή, νεανικὴ θὰ ἐλέγαμε, πολιτικὴ καὶ καθηγητικὴ σταδιοδρομία, ἀνέλαβε ὑπὸ ἀσφυκτικὴ πίεσι τὸν πατριαρχικὸ θρόνο, τὰ Χριστούγεννα τοῦ 858, ἀντιλήφθηκε ἐγκαίρως τὸν ρόλο ποὺ ἔπρεπε καὶ μποροῦσαν νὰ παίξουν τὰ σλαβικὰ ἔθνη στὰ πράγματα τῆς οἰκουμένης. Καὶ ἔβλεπε ὅτι αὐτὰ τὰ ἔθνη, ἔχοντας ἔλθει σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ πολὺν καιρό, ἦσαν πλέον ὥριμα νὰ κερδηθοῦν καὶ νὰ εἰσέλθουν στὴν χορία τῶν χριστιανικῶν λαῶν καὶ συγχρόνως στὸν κύκλο τῆς πολιτισμένης ἀνθρωπότητος.

Γιὰ τὴν ἀσφαλῆ θεμελίωσι κάθε προσπάθειας πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσι ἔπρεπε νὰ προηγηθῆ μιὰ προσεκτικὴ μελέτη τῶν θεσμῶν τῶν σλαβικῶν λαῶν, λογοτεχνικὴ διαμόρφωσις τῆς σλαβικῆς γλώσσας καὶ μετάφρασις τῶν ἀπαραιτήτων βιβλίων σ' αὐτήν. Στὸν Βίο τοῦ Μεθοδίου(2) ἀναφέρεται ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ παρέδωσε στὸν Μεθόδιο τὴν διοίκησι μιᾶς Σκλαβηνίας «γιὰ νὰ ἐκμάθη τὰ σλαβικὰ ἤθη καὶ νὰ ἐθισθῆ σ' αὐτὰ βαθμιαίως». Ἐχρειαζόταν ὅμως κάτι περισσότερο, καὶ αὐτὸ προσφέρθηκε μὲ τὴν ὀργάνωσι ἑνὸς εἰδικοῦ κέντρου σλαβικῶν μελετῶν, ὅπως θὰ ἐλέγαμε σήμερα, ὅπου ἐκπαιδεύονταν ἐκπολιτισταὶ καὶ ἱεραπόστολοι.(3) Τὸ κέντρο αὐτὸ ἥδρευε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ προϊστάμενός του ὡρίσθηκε ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Φιλόσοφος, ποὺ ἐπρόκειτο ἀργότερα νὰ μετονομασθῆ σὲ Κύριλλο, ἕνας πολύγλωσσος καὶ δραστήριος λόγιος, ποὺ ἀπὸ τότε ἀνελάμβανε τὴν διεύθυνσι τοῦ ἔργου τῆς ἱεραποστολῆς.

Ἕνα ἀπὸ τὰ ὅπλα αὐτῆς τῆς ἱεραποστολῆς, ποὺ ἦταν συγχρόνως θρησκευτικὴ καὶ πολιτιστική, ἦταν ἡ χρῆσις τῶν ἐντοπίων γλωσσῶν στὴν λατρεία καὶ τὴν παιδεία. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἔτσι οἱ Σλαβικοὶ λαοὶ διατηροῦσαν μὲν τὴν ἐθνικὴ καὶ γλωσσική τους αὐτοτέλεια, ἀλλὰ ἐστεροῦνταν τῆς εὐκαιρίας νὰ γίνουν ἄμεσοι μέτοχοι τῆς κλασσικῆς ἑλληνικῆς παιδείας, πρᾶγμα ποὺ τοὺς ἐστοίχισε πολλοὺς αἰῶνες ἀγνοίας. Ἀλλ' αὐτὴ ἡ στέρησις, ποὺ διαπιστώθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων, δὲν ἦταν φυσικὰ στὰ σχέδια τοῦ Φωτίου• ἀπετέλεσε μιὰ παρενέργεια τῆς γλωσσικῆς αὐτονομίας.

Στὴ Δύσι ἀντιθέτως δὲν ἀναγνωριζόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη δικαιώματα στὶς ἐντόπιες γλῶσσες, κι αὐτὸ ἔγινε ἀδιαμαρτυρήτως δεκτὸ ἀπὸ τοὺς ἡγεμόνες τῶν λαῶν. Μόνο τρεῖς γλῶσσες ἦταν δεκτὲς στὴν Ἐκκλησία, ἑβραϊκή, ἑλληνική, λατινική, κι ἀπὸ αὐτὲς μόνο οἱ δύο τελευταῖες ἦσαν ἐν ἐνεργεία. Γι' αὐτὸ ὁ Κύριλλος καὶ ὁ Μεθόδιος ὀνόμασαν τοὺς δυτικοὺς κατηγόρους των γιὰ τὸ θέμα τῆς χρήσεως τῆς σλαβικῆς γλώσσας στὴν Ἐκκλησία τριγλωσσίτες καὶ Πιλατικούς, διότι ἐδέχονταν μόνο τὶς τρεῖς παραπάνω γλῶσσες ποὺ εἶχε χρησιμοποιήσει ὁ Πιλάτος στὴν ἐπιγραφὴ τοῦ Σταυροῦ. Καὶ τοὺς ἐπέκριναν αὐτοὺς τοὺς τριγλωσσίτες ὡς αἱρετικούς.(4)

Στὴ Δύσι τὸ ἰδεῶδες τῆς ἀπόλυτης συγκεντρώσεως καὶ ἑνότητος, κληρονομημένο ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ρώμη, ἀπαιτοῦσε νὰ ὀργανώνονται στὶς ἐκχριστιανιζόμενες περιοχὲς μονάδες τῆς μίας καὶ ἀδιάσπαστης Ἐκκλησίας, μὲ γλῶσσα τὴ λατινικὴ καὶ κατὰ τὴν ὑπ' ὄψι περίοδο, ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ γερμανικοῦ Κράτους. Στὴν βυζαντινὴ Ἀνατολὴ τὸ ἰδεῶδες τῆς ὁμόσπονδης συνδέσεως, κληρονομημένο ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ χριστιανικὴ ἀρχαιότητα, συντελοῦσε ὥστε στὶς ἐκχριστιανιζόμενες περιοχὲς νὰ ὀργανώνονται αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες μὲ ὄργανο τὴν ἐπιτόπια γλῶσσα καὶ ὑπὸ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία τῶν ἐπιτόπιων ἀνεξαρτήτων κρατῶν.

Πράγματι, τὸ Βυζάντιο ἦταν μιὰ κοινοπολιτεία, ἀποτελούμενη ἀπὸ δύο ὁμόκεντρους κύκλους• τὸ καθ' αὐτὸ Βυζαντινὸ κράτος, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν ἑλληνικὸ λαὸ ἐστέγαζε καὶ πλῆθος ἄλλων ἐθνοτήτων, καὶ τὰ δορυφόρα κράτη ποὺ εὑρίσκονταν στὰ ἀκραῖα σημεῖα καὶ ἦταν συνδεδεμένα μαζί του. Κατὰ καιροὺς ἀποτελέσθηκαν τέτοια κράτη ἀπὸ τοὺς Ναβαταίους, τοὺς Ἀρμενίους καὶ τοὺς Γεωργιανούς• ἀπὸ τοὺς Ὀστρογότθους, τοὺς Βησιγότθους καὶ τοὺς Λογγοβάρδους• ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ρώσους.

Πολὺ συχνὰ παρετηρεῖτο τέτοια μεταβολὴ στὸν χῶρο του, ὥστε θὰ περίμενε κανεὶς κάποια ριζικὴ ἀνατροπὴ τῶν πραγμάτων. Τμήματα τῆς αὐτοκρατορίας ἀποσπῶνταν, γιὰ νὰ σχηματίσουν δορυφόρες ἡγεμονίες καὶ ἀργότερα ἐπανέρχονταν στὰ σύνορά της. Καὶ οἱ Ἕλληνες, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸν ἡγεμονικὸ νοῦ τῆς αὐτοκρατορίας, συνέβαινε κατὰ καιροὺς νὰ περιέρχονται στὴν κυριαρχία δορυφόρων κρατῶν. Ἀλλὰ παρέμεναν πάντοτε ἡ ψυχὴ τοῦ Βυζαντίου. Ἔστω καὶ ἂν δὲν ὠνομάζονταν τώρα Ἕλληνες, ἀφοῦ τὸ ὄνομα αὐτὸ εἶχε πάρει ἀπὸ καιρὸ θρησκευτικὴ σημασία κι ἐδήλωνε τοὺς τόσο ἀπεχθεῖς γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς εἰδωλολάτρες• ἔστω καὶ ἂν ὀνομάζονταν τώρα ὡς πολίτες μὲν τοῦ κράτους Ρωμαῖοι, ὡς ἔθνος δὲ Γραικοί.

Ἡ πολιτική του Φωτίου ἀγκάλιασε ὅλους τους Σλαβικοὺς λαούς• καὶ πρώτους τους Ρώσους. Τὸν Ἰούνιο τοῦ 860 ρωσικὰ στίφη ἐνήργησαν μιὰ ἀπίθανης ἀγριότητας εἰσβολὴ στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ μονόξυλα. Ὁ Φώτιος σὲ σχετικὴ ὁμιλία του τὴν χαρακτηρίζει παράλογη καὶ ἀπάνθρωπη. Εὐτυχῶς ἀποκρούσθηκε τόσο ἀνέλπιστα ὅσο ἀπροσδόκητα εἶχε ἐκδηλωθεῖ.

Οἱ Ρῶσοι ἦσαν ἕνα σλαβικὸ ἔθνος, ὑποταγμένο τότε σὲ μιὰ μικρὴ πολεμοχαρῆ σκανδιναβικὴ φυλή, τοὺς Βαράγγους, ποὺ εἶχαν κατέβει ἀπὸ τὴ λίμνη Λάδογα. Ἂν καὶ οἱ Σλάβοι αὐτοὶ ἦσαν ὑπόδουλοι στοὺς Βαράγγους, ἡ γλῶσσα τους ἐπικράτησε καὶ τελικὰ οἱ Βάραγγοι, ποὺ ὀνομάζονταν ἐπίσης Ρώς, ἀφωμοιώθηκαν μὲ αὐτούς, ἀλλὰ τοὺς ἔδωσαν τὸ ὄνομά τους• Ρώς, Ρῶσοι.

Κατεῖχαν τότε τὸν χῶρο ἀνάμεσα στοὺς μεγάλους ποταμοὺς Δνείπερο καὶ Δόν. Κατὰ τὴν ἐπίθεσί τους στὴν πρωτεύουσα τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας, τὴν πολυθρύλητη γι' αὐτοὺς Τσάργραδ, εἶδαν ὅλη τὴν λάμψι της καὶ κατὰ τὴν ἀπόκρουσί τους ἔλαβαν πεῖρα ὅλης τῆς δυνάμεώς της.

Ἀντιλήφθηκαν ὅτι ἦταν προτιμότερο νὰ ἔχουν τὴ φιλία παρὰ τὴν ἔχθρα τῶν Ἑλλήνων. Καὶ τὸ Βυζάντιο τοὺς διευκόλυνε σ' αὐτό. Θὰ ἦταν βέβαια γι' αὐτὸ πολὺ χρήσιμο νὰ σταλῆ μιὰ ἀντιπροσωπία ἱκανὴ νὰ θέση τὶς βάσεις γιὰ τὴν ἐκχριστιάνισι τῶν Σλάβων τοῦ Βορρᾶ. Ἔπρεπε ὅμως νὰ ἐνεργήση προσεκτικὰ καὶ ἀνιχνευτικά, διότι ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ θὰ ἐρχόταν σ' ἐπαφὴ μὲ αὐτὸν τὸν λαό. Γι' αὐτὸ συνδύασε τὸ ἐγχείρημα τοῦτο μὲ τὴν ἀποστολὴ πρὸς τοὺς Χαζάρους, ποὺ εὑρίσκονταν ἀνατολικὰ τῶν Ρώσων καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ δράσουν ἀνταγωνιστικῶς πρὸς ἐκείνους. Οἱ Χάζαροι ἄλλωστε τὴν εἶχαν προκαλέσει.

Ὁ αὐτοκράτωρ, Μιχαὴλ καὶ ὁ Φώτιος λοιπὸν ἀποφάσισαν νὰ συγκροτήσουν ἀποστολὴ μὲ σκοπὸ νὰ ἔλθουν σὲ ἐνημερωτικὴ ἐπαφὴ μὲ αὐτοὺς τοὺς λαούς. Δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ εὕρουν καταλληλότερα πρόσωπα γι' αὐτὴν τὴν ἀποστολὴ ἀπὸ τοὺς δύο Θεσσαλονικεῖς ἀδελφοὺς Κύριλλο καὶ Μεθόδιο. Ἂν καὶ ἡ ἀποστολὴ στὴ Νότια Ρωσία ἦταν ἁπλῶς προπαρασκευαστική, εἶχε ἀξιόλογα ἀποτελέσματα. Βέβαια οἱ ἀντιπρόσωποι δὲν προχώρησαν σὲ βάθος πρὸς τὴν καθ' αὐτὸ χώρα τῶν Ρώσων, ἀλλὰ ἦλθαν σὲ ἐπαφὴ μὲ αὐτοὺς στὴν Κριμαία καὶ βορειότερα. Ἡ κατοπινὴ ἐξέλιξι τῶν πραγμάτων φανερώνει ὅτι ἀπὸ τότε οἱ Ρῶσοι ἐπέτρεπαν ἐλεύθερα τὴν εἴσοδο τῶν ἱεραποστόλων στὴ χώρα τους κι ἐδέχθηκαν ἐπίσκοπο. Ἔτσι ἐτέθηκαν οἱ βάσεις γιὰ τὴν κατὰ τὸν ἑπόμενο αἰώνα ὁλοκληρωτικὴ ἐχριστιάνισι τῆς χώρας των, ποὺ ἐπίσημα τοποθετεῖται στὸ 988.

Τὴν ἲδια ἐποχὴ ἀνάμεσα στοὺς δυτικοὺς Σλάβους ἐργάζονταν Ἰταλοί, Ἕλληνες καὶ Γερμανοὶ ἱεραπόστολοι.(5) Οἱ Γερμανοὶ ποὺ ἦσαν τότε πολὺ ἰσχυροὶ προωθοῦσαν τὴν ἐπιρροὴ τους πρὸς τὰ ἀνατολικὰ καὶ εἰσήγαγαν τὴν λατινικὴ γλῶσσα στὴ λατρεία. Ἡ ἐπιβολὴ ὅμως μιᾶς ξένης καὶ νεκρῆς γλώσσας στὴ λατρεία καὶ ἡ ἀκολουθοῦσα ξένη ἐπιρροὴ στὸ δημόσιο βίο ἀνησύχησε τὸν βασιλέα τῆς Μοραβίας Ρατισλάβο, ὁ ὁποῖος τὸ 862 ἐζήτησε μὲ πρεσβεία ἀπὸ τὸ Βυζάντιο προστασία καὶ πνευματικὴ βοήθεια. Καὶ τὸ Βυζάντιο ἀπέστειλε ὁμάδα διαφωτιστῶν καὶ ἱεραποστόλων ὑπὸ τὴν ἡγεσία τῶν ἀδελφῶν Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου, οἱ ὁποῖοι γιὰ τὸ ἔργο ποὺ ἐπετέλεσαν ἐκεῖ ὠνομάσθηκαν ἀπὸ τὸν σημερινὸ πάπα τῆς Ρώμης «ἅγιοι τῆς Εὐρώπης». Τὸ ἔργο τους ἀνάμεσα στοὺς Μοραβούς, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἄλλους σλαβικοὺς λαούς, τοὺς Σλοβένους, τοὺς Κροάτες, τοὺς Σέρβους, τοὺς Πολωνούς, ἄλλαξε ἔστω καὶ προσωρινὰ τὴν ὄψι τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης. Ἐκεῖ γιὰ πρώτη φορὰ χρησιμοποιήθηκε στὴν χριστιανικὴ λατρεία ἡ σλαβονικὴ γλῶσσα, ὅπως εἶχε διαμορφωθῆ στὴν Κωνσταντινούπολι. Οἱ μετέπειτα ἱστορικὲς ἐξελίξεις ἀλλοίωσαν βέβαια τὸν χαρακτήρα τῆς μοραβικῆς καὶ τῆς σλοβενικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ εἶναι μέγα τὸ κατόρθωμα τοῦ Φωτίου, ὅτι εὑρῆκε τὸν τρόπο γιὰ νὰ ἐπιτευχθῆ ἡ πλήρης ἐκχριστιάνισις τῶν Σλαβικῶν λαῶν τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης.

Ἡ ἄνοδος στὸν βουλγαρικὸ θρόνο τοῦ Βόριδος, κατὰ τὰ μέσα τοῦ ἑνάτου αἰῶνος, ἐσήμανε τὴν προβολὴ τῆς Χώρας αὐτῆς στὴν παγκόσμια ἱστορία. Ὁ Βόρις εἶχε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ συνείδησι τῆς ἀνερχόμενης δυνάμεως τοῦ ἔθνους καὶ τῶν προσωπικῶν του ἱκανοτήτων• γι' αὐτὸ καὶ ἔδωσε ἰδιαίτερη βαρύτητα στὸ γεγονὸς τῆς ἀναρρήσεώς του, ἀναγγέλοντάς τὴν μὲ πρεσβεία στὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ' καὶ στὸν βασιλέα τῶν Φράγκων Λουδοβῖκο τὸν Γερμανικό. Αὐτὴν τὴν ἐνέργεια, ποὺ ἐμαρτυροῦσε τὴν ἐπιθυμία τοῦ βουλγάρου ἡγεμόνα νὰ εἰσέλθη στὴν ὁμάδα τῶν πολιτισμένων ἀρχόντων, ἀκολούθησε ἡ ἄδεια ἐλεύθερης ἀσκήσεως ἱεραποστολῆς, στὴν ὁποία ἐπιδόθηκαν γιὰ δικό τους λογαριασμὸ Ἕλληνες, Φράγκοι καὶ Ἰταλοί, ὅπως καὶ στὴν Μοράβια πρωτύτερα: Πολλοὶ λόγοι συνετέλεσαν, ὥστε ἡ προτίμησις τοῦ Βόριδος νὰ στραφῆ πρὸς τοὺς Βυζαντινούς• οἱ πρόσφατες ἐπιτυχίες τῶν τελευταίων κατὰ τῶν Ἀράβων, ἡ λάμψις τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς μεγαλύτερης καὶ πλουσιώτερης τότε πρωτεύουσας στὸν κόσμο, ἡ ἱκανότης τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Φωτίου, ὁ θαυμασμὸς πρὸς τὴν προσωπικότητα αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Φωτίου.

Ὁ Βόρις ἔπειτα ἀπὸ κατάλληλη διαφώτιση ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀσπασθῆ τὴν χριστιανικὴ πίστι. Παρὰ τὴν ἀντίθεσι πολλῶν βογιάρων στὴν ἀλλαγή, τὴν ἐπέβαλε ὁριστικά, ἐνισχυόμενος στὸ ἔργο του καὶ ἀπὸ πλῆθος νέων ἱεραποστόλων, ποὺ διωγμένοι ἀπὸ τὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη διοχετεύονταν ἀπὸ τὸν Φώτιο στὴν Βουλγαρία. Ὁ Βούλγαρος ἡγεμὼν ἔστειλε τὸν δεύτερο υἱὸ τοῦ Συμεὼν στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ ἐκπαιδευθῆ στὰ γράμματα καὶ τὴν θεολογία, καὶ νὰ ἀσκηθῆ στὸ μοναχικὸ βίο. Τὸν προώριζε προφανῶς γιὰ τὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Βουλγαρίας, ἔτσι ὥστε πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία τῆς χώρας του νὰ εὑρίσκεται στὰ χέρια τῆς ἴδιας οἰκογενείας. Ἀκολούθως περιεβλήθηκε καὶ ὁ ἴδιος τὸ μοναχικὸ ἔνδυμα• κι ἔτσι αὐτὸς ποὺ ἄρχισε τὸ στάδιό του ὡς βασιλεὺς ἐπέθανε ὡς ταπεινὸς μοναχός, ἐνῶ ὁ υἱὸς του Συμεὼν ποὺ ἄρχισε τὸ στάδιό του ὡς μοναχὸς ἐγκατέλειψε ἔπειτα τὸν θρησκευτικὸ βίο κι ἔγινε βασιλεύς, ὄχι φιλικὸς πρὸς τὸ Βυζάντιο βέβαια, ἂν καὶ πάντως μέσα στὰ πλαίσια τῆς κοινοπολιτείας.

Ὅπως ἀναφέρθηκε πρωτύτερα, ὁ Βόρις κατὰ τὴν βάπτισί του ἐπῆρε τὸ ὄνομα Μιχαὴλ καὶ ὁ Φώτιος τοῦ ἔστειλε ὑπὸ τύπον ἐπιστολῆς αὐτὸ τὸ Παραινετικὸ δοκίμιο. Τὸν προσφωνεῖ μὲ λόγια ποὺ δείχνουν ὅλη τὴν πατρικὴ φροντίδα, «περιφανέστατε καὶ ἠγαπημένε υἱὲ ἡμῶν». Καὶ ποὺ ἐπιβεβαιώνουν τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ πνευματικὴ γέννησις εἶναι καρπὸς τῶν ἐνεργειῶν τοῦ πατριάρχη, «τῶν ἐμῶν πνευματικῶν ὠδίνων εὐγενὲς καὶ γνήσιον γέννημα».

Ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλα τὰ παραινετικὰ δοκίμια, καὶ ἰδιαίτερα τὰ κατηχητικά, ἔτσι κι' αὐτὸ τὸ δοκίμιο, ἐκτὸς τοῦ προλόγου καὶ τοῦ ἐπιλόγου (παραγρ. 1-3 καὶ 132-134 κατὰ τὴν ἀρίθμησί μας) ἁπλώνεται σὲ δυὸ τμήματα, τὸ θεωρητικὸ καὶ τὸ πρακτικό, ἢ ἀλλοιῶς τὸ θεολογικὸ (4-36) καὶ τὸ ἠθικὸ (37-131).

Τὸ θεολογικὸ μέρος καλύπτεται ἀπὸ τὴν παράθεσι τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως, τὴν ἔκθεσι περὶ τῶν ἑπτὰ οἰκουμενικῶν συνόδων καὶ τὴν προτροπὴ γιὰ τὴν τήρησι τοῦ κανόνος τῆς εὐσέβειας καὶ ὀρθοδοξίας. Μέσα ἀπὸ τὶς λιτὲς καὶ ἁδρὲς γραμμὲς αὐτῆς τῆς διαπραγματεύσεως ἐξαίρεται πρῶτα τὸ τριαδολογικὸ δόγμα καὶ διαφαίνεται ἡ πεποίθησις ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι συγχρόνως κάτι σταθερὸ καὶ δυναμικό. Τὸ σταθερὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ προσεγγισθῆ καὶ ἀποτελεῖ τὴν οὐσιώδη ὄψι τῆς φύσεώς του• τὸ δυναμικὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ προκαλεῖ τὶς ἐκδηλώσεις τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ τοῦ προσδίδει τὴν τριαδικότητα. Οἱ τρεῖς ὑποστάσεις, ὅπως ἐπικράτησε νὰ λέγονται ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ τετάρτου αἰῶνος τὰ ἄλλως λεγόμενα πρόσωπα, εἶναι κινήσεις ἐπάνω στὸν μυστικὸ Θρόνο τῆς θεότητος. Γι' αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ἀπέκρουσε σταθερὰ ὅλες τὶς ἀπόπειρες ἀρνήσεως τῆς τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀπέληγαν εἴτε στὴ διαρχία εἴτε στὴ μοναρχία.

Ἡ τριαδικὴ ἀντίληψις, διασώζει τὸν δυναμισμὸ τῆς θεότητος, διότι παρουσιάζει τὶς ὑποστάσεις σὰν ἀνοίγματα ποὺ καθιστοῦν δυνατὴ τὴν εἴσοδό της στὴν ἐγκοσμιότητα. Ὅποιος ἐκλαμβάνει τὸν Θεὸ μονολιθικῶς, τὸν τοποθετεῖ σὲ μιὰ κατάστασι στατικότητος καὶ τὸν στερεῖ τῆς δυναμικότητος• καὶ εἶναι ἐπίσης ὑποχρεωμένος νὰ συγχέη τὴν ἐνέργεια τοῦ συνόλου τῆς θείας φύσεως μὲ τὶς ὑποστατικὲς λειτουργίες, νὰ συγχέη ἐπὶ παραδείγματι τὴ δημιουργία ποὺ εἶναι συλλογικὴ κοινὴ ἐνέργεια μὲ τὸ ἐκπορευτικό, ποὺ εἶναι γνώρισμα μόνο τοῦ Πατρός. Ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια χαρακτηριστικά τῆς ὀρθοδοξίας εἶναι ὅτι ἐπιζητεῖ συμμετοχὴ στὴν πλούσια ζωὴ τῆς Τριάδος, τὴν ὁποία δοξολογεῖ ἀκαταπαύστως.

Ἔρχεται ἔπειτα τὸ δόγμα περὶ τῶν δύο φύσεων τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου τοῦ Θεοῦ. Βέβαια ἡ ἕνωσις Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου στὸν Χριστὸ εἶναι τὸ μέγα καὶ ἀπόρρητο μυστήριο. Ἡ ἕνωσις τῶν δύο φύσεων εἶναι τόσο πλήρης καὶ ἀδιάσπαστη, ὥστε, ἐνῶ μποροῦμε νὰ χαρακτηρίσουμε τὰ ὑποστατικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα συνεστήθηκε ὁ Χριστὸς ὡς «ἄλλο καὶ ἄλλο», δὲν μποροῦμε νὰ χαρακτηρίσωμε τὸν Χριστὸ ὡς «ἄλλον καὶ ἄλλον», ὡς ἀποτελούμενον δηλαδὴ ἀπὸ δύο προσωπικότητες• διότι διὰ τῆς συγκράσεώς των τὰ δυὸ ὑποστατικὰ ἔγιναν ἕνα, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ μὲν Θεὸς νὰ ἐνανθρωπήση, ὁ δὲ ἄνθρωπος νὰ ἐνθεωθῆ.

Τέλος ἔρχεται τὸ δόγμα περὶ τῆς εἰκόνος, στὸ ὁποῖο ὁ Φώτιος δίνει μεγαλύτερη ἔκτασι, ἀφοῦ μάλιστα εἶχε καὶ ὁ ἴδιος ἐμπλακῆ στὶς σχετικὲς συγκρούσεις κατὰ τὴν νεότητά του. Φαίνεται ὁπωσδήποτε κάπως παράξενο τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῶ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βασικὰ δόγματα εἶναι τὸ τριαδολογικό, τὸ χριστολογικὸ καὶ τὸ σωτηριολογικό, χαρακτηριστικὴ ἑορτὴ της εἶναι ἡ Κυριακὴ τῶν εἰκόνων, ποὺ ὀνομάζεται καὶ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, στὴ θέσπισι τῆς ὁποίας εἶχε προφανῶς λόγο καὶ ὁ Φώτιος (843). Τοῦτο συμβαίνει, διότι στὴ συνείδησι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος τὸ δόγμα περὶ τῶν εἰκόνων, ποὺ φαίνεται κατὰ τὰ ἄλλα δευτερεῦον καὶ παράπλευρο, συνοψίζει τὶς ἀποφάσεις ὅλων τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων ποὺ διετύπωσαν τὰ παραπάνω δόγματα.

Νεώτεροι ἱστορικοὶ ἀξιολογοῦν κατὰ κανόνα θετικῶς τὴν εἰκονομαχία καὶ ἀρνητικῶς τὴν εἰκονοφιλία, ποὺ τὴν ὀνομάζουν εἰκονολατρεία, σὰν ἕνα εἶδος θρησκευτικοῦ σκοταδισμοῦ. Ἄν ὅμως αὐτὴ ἡ ἔριδα περὶ τῶν εἰκόνων ἐκληφθῆ ὡς πολιτιστικὸ φαινόμενο, τότε ἡ κρίσις πρέπει νὰ ἀντιστραφῆ• σκοταδισταὶ ἦσαν οἱ εἰκονομάχοι ποὺ ἀπέρριπταν τὴν χρῆσι τῶν καλῶν τεχνῶν στὴν λατρεία καὶ προοδευτικοὶ ἦσαν οἱ εἰκονόφιλοι ὡς ὑπερασπισταὶ τῶν τεχνῶν. Ἄν πάλι ἐξετασθῆ ὡς θεολογικὸ φαινόμενο, τότε συνιστᾶ τὴν συμπλήρωσι τῆς χριστολογικῆς συζητήσεως τοῦ πέμπτου αἰῶνος καὶ τὴν ὁλοκληρωσι τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος (451) περὶ τῶν ὅρων τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Πράγματι, σύμφωνα μὲ τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία, ὁ ἄνθρωπος εἶναι κτίσμα, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ποιήματα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἔχει μέσα του κάποιο στοιχεῖο ποὺ τὸν καθιστᾶ μοίρα τοῦ Θεοῦ• ἔχει πάρει ἀπὸ τὴν πνοὴ ποὺ ἐμφύσησε μέσα του ὁ Θεὸς τὴν θεία εἰκόνα. Ἔπειτα ἀπὸ αἰῶνες αἰώνων, ὅταν ἐπὶ τέλους ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἕνα πρόσωπο τῆς Τριάδος γίνεται ἄνθρωπος, ἢ ἀκριβέστερα ἑνώνεται μὲ τὸν ἄνθρωπο, καὶ τότε ἀντιστρόφως βλέπομε τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεό. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἦλθε στὴν κτίσι μαζὶ μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τελειώνεται στὴν θεότητα φέροντας σ' αὐτὴν τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου.

Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἡ θρησκευτικὴ παράταξις ποὺ εὑρίσκεται στὰ πλαίσια τῆς καταξιώσεως τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καὶ τῶν προϊόντων τῆς ἀνθρωπίνης ἐπινοήσεως εἶναι ἡ τῶν εἰκονοφίλων. Κι ἑπομένως ὅσοι ἀπὸ τοὺς νεωτέρους περιφρονοῦν τὴν παρουσία τῶν εἰκόνων στοὺς χριστιανικοὺς ναούς, εὑρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὰ πράγματα.

Εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ γεγονὸς ὅτι τὶς δύο φάσεις τῆς εἰκονομαχίας, ποὺ ἐκάλυψε ἑκατὸν εἴκοσι χρόνια ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μὲ μία τριακονταετῆ ἀνάπαυλα (726-787, 815-843), τὶς ἄνοιξαν δύο δυναμικοὶ εἰκονομάχοι αὐτοκράτορες, Λέων Γ' ὁ Ἴσαυρος καὶ Λέων Ε' ὁ Ἀρμένιος, καὶ τὶς ἔκλεισαν δύο εἰκονόφιλες βασίλισσες, ἡ Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία καὶ ἡ Θεοδώρα. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς τοῦτο. Πράγματι, οἱ δικαίως πολεμοχαρεῖς αὐτοκράτορες, ποὺ ἐνδιαφέρονταν γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κράτους ἀπὸ τοὺς συνεχῶς ἐπιτιθεμένους βαρβαρικοὺς λαούς, διεπίστωναν μὲ ἀπελπισία τὴν ἀπροθυμία τῶν νέων του Βυζαντίου νὰ στρατευθοῦν κι ἐπίστευαν ὅτι ὁ Κύριος λόγος τῆς ἀπροθυμίας ἦταν ἡ εἰρηνιστικὴ εὐλάβεια ποὺ εἶχε σὰν μία ἀπὸ τὶς βασικὲς ἐκδηλώσεις τὴν ἀφοσίωση στοὺς ἥρωες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς εἰκόνες.

Οἱ δύο βασίλισσες ὅμως ἀντιμετώπιζαν μὲ ἄλλον τρόπο τὰ ἐγκόσμια πράγματα, καὶ γι' αὐτὸ προτιμοῦσαν νὰ βλέπουν γύρω τους εὐλαβεῖς Χριστιανοὺς παρὰ σκληροὺς πολεμιστάς.

Ἀφ' ὅτου ἐδικαιώθηκε ἡ χρῆσις τῶν εἰκόνων, στὶς 11 Μαρτίου τοῦ 843, ἄρχισε ἡ παντοειδὴς ἀνάπτυξις τῶν εἰκαστικῶν τεχνῶν στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὁ ἱερὸς Φώτιος, μὲ τὴν ὁμιλία ποὺ ἐξεφώνησε κατὰ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ἀνακτορικοῦ ναοῦ, τὸ 866, ἔδωσε λεπτομερειακὴ περιγραφὴ περὶ τῶν εἰκονογραφικῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχαν διαπλωθῆ στοὺς τοίχους τοῦ ναοῦ μὲ βάσι τὸ εἰκονογραφικὸ πρόγραμμα ποὺ εἶχε προφανῶς καταστρώσει ὁ ἴδιος.

Τὸ ἠθικὸ τμῆμα τοῦ δοκιμίου εἶναι συντεταγμένο κατὰ τὸ γνωμολογικὸ εἶδος σὲ σύντομες ἀποφθεγματικὲς κι' ἐντυπωσιακὲς προτάσεις. Ἐπωφελούμενος ἀπὸ τὴν σχετικὴ γραμματεία τῆς κλασικῆς καὶ χριστιανικῆς ἀρχαιότητος, ἰδίως ἀπὸ τὸν Ἰσοκράτη,(6) ὁ Φώτιος δίνει μιὰ εἰκόνα τοῦ ἡγεμόνος, πλημμυρισμένη ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὑπευθυνότητα:

- «Κυβέρνα τοὺς ὑπηκόους, στηριζόμενος ὄχι στὴ βία ἀλλὰ στὴν ἀγάπη τῶν ἀρχομένων διότι ἡ ἀγάπη εἶναι μεγαλύτερο καὶ ἀσφαλέστερο βάθρο γιὰ τὴν ἐξουσία παρὰ ὁ φόβος».
- «Μόνο ἂν κυβερνᾶ κανεὶς τὸν ἑαυτὸ του μπορεῖ νὰ πιστεύη ὅτι κυβερνᾶ ἀληθινὰ καὶ τοὺς ὑπηκόους».
- «Τὶς εὐεργεσίες ποὺ δέχεσαι, νὰ τὶς θυμᾶσαι παντοτινά• τὶς εὐεργεσίες ποὺ κάμεις, νὰ τὶς ξεχνᾶς γρήγορα».

Τὸ δοκίμιο αὐτὸ τοῦ Φωτίου, προβάλλοντας ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τὴν Χριστιανικὴ πίστι καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τὸν ἑλληνικὸ λόγο, τὰ δύο στοιχεῖα ποὺ ἀπετέλεσαν τὰ θεμέλια τῆς ἀγωγῆς αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, προσφέρει τὸ πενταστάλαγμα αὐτοῦ ποὺ μπορεῖ νὰ ὀνομασθῆ ἑλληνοχριστιανικὸς πολιτισμός, ὅπως τὸν διεμόρφωσαν καὶ τὸν ἀντιλήφθηκαν οἱ Ἕλληνες στὶς μεγάλες ὧρες τοῦ βυζαντινοῦ μεγαλείου καὶ στοὺς πονεμένους αἰῶνες τῆς αἰχμαλωσίας ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς.

Τὸ δοκίμιο μεταφράσθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὴν παλαιοσλαβικὴ γλώσσα κι ἀργότερα στὴ βουλγαρική, τὴν ρωσσικὴ καὶ ἄλλες νεώτερες γλῶσσες.

Μπορεῖ αὐτὲς οἱ παραινέσεις, νὰ μὴ ἐφαρμόσθηκαν σὲ ὅλη τους τὴν ἔκτασι ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἡγεμόνα, ἀλλὰ σὲ γενικὲς γραμμὲς συνετέλεσαν στὴν ἡμέρωσι καὶ τὴν ἠθικὴ ἀφύπνιση τῶν λαῶν γιὰ τοὺς ὁποίους προωορίζονταν.


________________________________________

Σημειώσεις

1. Π. Δρακόπουλος, Μεσαίωνας ἑλληνικὸς καὶ δυτικός, Ἀθῆναι 1987, σ. 76.

2. Βίος Μεθοδίου 2.

3. Φωτίου, Ἐπιστολή, PC 102, 904-906.

4. Βίος Κωνσταντίνου Φιλοσόφου, 16.

5. Βίος Μεθοδίου, 5. Οἱ τρεῖς λαοὶ στὸ σλαβικὸ τοῦτο κείμενο ὀνομάζονται Βλάχοι, Γραικοί, Νεμιτσί.

6. Ἀπὸ τὴν συλλογὴ τῶν Ἰσοκρατείων ἔργων παρατηροῦνται ἀπηχήσεις τῶν δοκιμίων πρὸς Δημόνικον καὶ πρὸς Νικοκλῆν κυρίως.




ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Πρὸς τὸν ἐκλαμπρότατο καὶ ἐνδοξότατο Μιχαὴλ ἡγεμόνα τῆς Βουλγαρίας ἐκ Θεοῦ ἀγαπημένο ἐν Κυρίῳ πνευματικὸ υἱὸ


Προοΐμιο

1. Οἱ ἄλλες χάριτες, ἐκλαμπρότατε καὶ ἀγαπημένε μας υἱέ, μικρὲς μόνο καὶ πρόσκαιρες ὠφέλειες παρέχουν σ' ἐκείνους ποὺ χορηγοῦνται. Ὅσες ὅμως ἔχουν τὴν ἰδιότητα νὰ καθιστοῦν τὴν ψυχὴ καλύτερη, καθαρίζοντάς την ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ τὰ πάθη, καὶ προβάλλοντας τὴν αἴγλη καὶ λαμπρότητα τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἀληθείας, αὐτὲς εἶναι ἀληθινὲς χάριτες- χορηγοῦν στὴν ψυχὴ τὴν ἀθάνατη καὶ θεοειδῆ μεγάλα κέρδη καὶ ἀθάνατα, καὶ τῆς προσπορίζουν τὸν ἀσύλητο καὶ οὐράνιο πλοῦτο. Ἡ πολυτιμότατη καὶ πρώτη ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες χάρις εἶναι ἡ ἀπλάνευτη καὶ σωτήρια χειραγώγησις πρὸς τὸ θεῖο, τὴν ὁποία πρώτη καὶ μοναδικὴ χαρίζει ἡ μάθησις καὶ μύησις στὴν καθαρὴ καὶ ἀμώμητη πίστη μας, τῶν Χριστιανῶν. Αὐτὴ πραγματικά, ἀπαλλάσσοντας τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν πολύμορφη πλάνη καὶ καθαρίζοντας τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὴ σκοτεινιὰ ποὺ προκαλεῖ ἡ πλάνη, ἐπιτρέπει νὰ ἀτενίζωμε μέσα στὸ καθαρότατο κάλλος τῆς λατρείας μὲ τὴν καθαρὴ θεωρία τῆς ψυχῆς. Αὐτὴ ἡ θεωρία μᾶς ἀνεβάζει στὴν ἐπάνω ἀπὸ τὸ νοῦ οὐσία, τὸν ἀΐδιο καὶ δημιουργὸ τῶν ὅλων, κι ἔτσι βλέπομε, ὅσο εἶναι σὲ ἄνθρωπο δυνατό, σὰν σὲ καθρέπτη τὴν ἑνοειδῆ καὶ ὑπέρθεο θεότητα τῆς Τριάδος.

2. Ἐπειδὴ λοιπὸν εὑρήκαμε τὴν σώφρονα ψυχή σου ἄξια μιᾶς τέτοιας χάριτος καὶ δωρεᾶς (διότι εἴμαστε πεπεισμένοι ὅτι ἀγαπᾶς τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν εὐσέβεια), τὴν φιλεύομε μὲ ἀγαπητὸ καὶ πολύτιμο δῶρο(1). Μέσα σ' αὐτὸ ἐντάξαμε τὸ ἱερὸ καὶ θεόσοφο μάθημα τῆς ἄχραντης καὶ καθαρῆς πίστεώς μας• παραθέτομε μιὰ σαφῆ καὶ σύντομη ἔκθεση γιὰ τὶς ἑπτὰ ἅγιες οἰκουμενικὲς συνόδους, σὰν χαρακώμα τοῦ θείου καὶ ὀρθοδόξου τούτου μαθήματος, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀποσιωπήσωμε ἐντελῶς ὅσα καθοδηγοῦν τὸν βίο καὶ μαρτυροῦν τὴν ὀρθότητα τῆς πίστεως. Διότι, ὅπως τὸ νὰ ἐπιχειρῆ κανεὶς νὰ λέγη τὰ πάντα εἶναι ἀκαλαίσθητο, ἔτσι καὶ τὸ νὰ μὴ λέγη τίποτε εἶναι ἀφιλόκαλο.

3. Ὁ χρηστὸς ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἒχη ἐμπηγμένες τὶς ἀρετὲς στὴν πίστι καὶ νὰ καταρτίζεται καὶ μὲ τὶς δύο. Πράγματι ἡ εὐθύτης τῶν δογμάτων προβάλλει τὴν κοσμιότητα τῆς διαγωγῆς, ἐνῶ ἡ καθαρότης τῶν πράξεων ἐξαγγέλλει τὴν θειότητα τῆς πίστεως• τὸ καθένα τους χωριστὰ ἀπὸ τὸ ἄλλο ἔχει τὴν τάσι νὰ ξεφεύγει καὶ νὰ παρασύρεται εὐκολώτερα, μὴ ἀνεχόμενο νὰ ἐγκατασταθῆ μόνο του στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ γι' αὐτὰ θὰ γράψω ὑστερώτερα. Τώρα σου ἀφιερώνομε τὸ ἱερὸ καὶ θεόχρηστο μάθημα τῆς ἱερᾶς λατρείας μας.

Τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως

4. Πιστεύω σ' ἕνα Θεό, πατέρα Παντοκράτορα, ποιητὴ οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὅλων τῶν ὁρατῶν καὶ τῶν ἀοράτων. Καὶ σ' ἕνα κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενή, ποὺ ἐγεννήθηκε ἀπὸ τὸν πατέρα πρὶν ἀπὸ ὅλους τοὺς αἰῶνες• φῶς ἀπὸ φῶς, Θεὸν ἀληθινὸν ἀπὸ Θεὸ ἀληθινό, ποὺ ἐγεννήθηκε, δὲν κατασκευάσθηκε, ὁμοούσιον μὲ τὸν πατέρα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθηκαν τὰ πάντα• αὐτὸν ποὺ γιὰ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ γιὰ τὴν σωτηρία μας κατῆλθε ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς κι' ἐσαρκώθηκε ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴν Παρθένο Μαρία, κι' ἐνανθρώπησε• ποὺ ἐσταυρώθηκε γιὰ χάρι μας ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου κι' ἔπαθε κι' ἐτάφηκε• καὶ ποὺ ἀναστήθηκε τὴν τρίτη ἡμέρα σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές• καὶ ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς κι' ἐκάθισε στὰ δεξιά τοῦ Πατρός• καὶ ποὺ ἔρχεται πάλι ἐνδόξως γιὰ νὰ κρίνη ζωντανοὺς καὶ νεκρούς, κι' ἡ βασιλεία του δὲν ἔχει τέλος. Καὶ στὸ ἅγιο Πνεῦμα, τὸ κύριο, τὸ ζωοποιό, τὸ ἐκπορευόμενο ἀπὸ τὸν Πατέρα, τὸ προσκυνούμενο καὶ δοξαζόμενο μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ποὺ ὡμίλησε διὰ τῶν προφητῶν. Σὲ μιά, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ὁμολογῶ ἕνα βάπτισμα γιὰ τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν. Ἀναμένω ἀνάστασι τῶν νεκρῶν καὶ ζωὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Γένοιτο.


Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι

5. Μὲ αὐτὸ λοιπὸν τὸ φρόνημα καὶ τὴν πίστι κατὰ τὴν παράδοσι τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὦ καλὸ ἄγαλμα τῶν κόπων μου, ν' ἀποδέχεσαι καὶ νὰ ὑποστηρίζης τὶς ἑπτὰ ἅγιες οἰκουμενικὲς συνόδους, ἄλλες ὡς διδασκάλους καὶ ἄλλες ὡς προμάχους τῆς εὐσέβειας. Διότι διὰ μέσου αὐτῶν ἀποδιώκεται κάθε καινοτομία καὶ αἵρεσις, συγχρόνως δὲ τὸ ἀνόθευτο καὶ ἀρχαιοπαράδοτο φρόνημα στερεώνεται μὲ ἀναμφίβολη ἱερότητα στὶς ψυχὲς τῶν εὐσεβῶν. Καὶ ἀρχίζω τὴν διήγησι γι' αὐτές, ἀναφέροντας μαζὶ μὲ τὶς πράξεις τους, χάριν καλῆς ἐνημερώσεως, χρόνο καὶ τόπο, ἀριθμὸ τῶν μελῶν καὶ ἀρχηγοὺς τῆς καθεμιᾶς τους.


Ἡ πρώτη Σύνοδος

6. Ἡ πρώτη λοιπὸν οἰκουμενικὴ ἁγία σύνοδος συνῆλθε στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας(1)• ἀνέλαβαν δὲ τὴν ἀπόφασι περὶ τῆς ἀληθείας τριακόσιοι δέκα ὀκτὼ ἄνδρες, ὁμήγυρις θείαν ἀρχιερέων. Ἀνάμεσά τους ἦσαν προεξάρχοντες• ὁ Ἀλέξανδρος ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὴν διεύθυνσι τοῦ ἀρχιερατικοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἄνδρας σεβαστὸς γιὰ τὰ βαθιὰ γεράματα καὶ τὸ παραπλήσιο φρόνημα, ποὺ διέθετε πολλὴ παρρησία πρὸς τὸ Θεῖο λόγω τῆς καθαρότητος τοῦ βίου, τῆς ὁσιότητος τῆς γνώμης καὶ τῆς ἀκριβείας τῆς πίστεως• ἐπίσης ὁ Σίλβεστρος καὶ ὁ Ἰούλιος, διάσημοι καὶ περίφημοι προϊστάμενοι τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ποὺ κανένας τους δὲν ἦλθε προσωπικῶς, ἀλλ' ὥρισαν ὡς ἀντιπροσώπους γιὰ νὰ παρευρεθοῦν στὴν κοινὴ συνέλευσι, ὁ καθένας κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἀρχιερατείας του, τὸν Βίτωνα καὶ τὸν Βικέντιο, ἀνθρώπους ποὺ ἐτιμοῦσαν τὴν ἀρετὴ καὶ κατεῖχαν τὸ ἀξίωμα τοῦ πρεσβυτερίου. Μαζὶ μὲ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ ἐπίσκοπος Κόρδοβας, ὁ ὁποῖος κατὰ τοὺς εἰδωλολατρικοὺς διωγμοὺς ἐπαλήθευσε τὸ ὄνομά του• διότι, ὀνομαζόμενος Ὅσιος, διετήρησε ἀβέβηλη τὴν ὁμολογία του ἀπὸ τὴν εἰδωλικὴ λατρεία. Ὁ Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος ὅμως καὶ ὁ ἴδιος παρευρέθηκε, διακρινόμενος στὰ ἱερὰ κατορθώματα, ἔφερε δὲ μαζί του ὡς συναγωνιστὴ τὸν Ἀθανάσιο, ποὺ τότε ἦταν προϊστάμενος τῆς τάξεως τῶν διακόνων, λίγο ἀργότερα ὅμως διαδέχθηκε τὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο. Ἐπίσης συμπαρευρέθηκε καὶ ὁ διαπρεπὴς Εὐστάθιος, τὸ κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀντιοχέων, ποὺ ἄστραπτε μὲ τὴν καθαρότητα τῆς πίστεως κι' ἐθαυμαζόταν γιὰ τὴν σύνεσι τῶν λόγων καὶ τῶν νοημάτων. Μαζὶ μὲ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Ἱεροσολύμων Μακάριος, ποὺ ἦταν προικισμένος μὲ πολλὰ εἴδη ἀρετῶν, καθὼς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἄνδρες, ποὺ ἔλαμπαν μὲ ἀποστολικὰ χαρίσματα καὶ μαρτυρικὰ παθήματα• ἀπὸ τοὺς ὁποίους διακρίθηκαν ὁ Παφνούτιος καὶ ὁ Σπυρίδων, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Μάξιμος, ἀγαθοὶ καὶ θαυμάσιοι πρωτοστάτες ἑνὸς ἀγαθοῦ καὶ θαυμάσιου ὁμίλου. Κι' ἐπάνω ἀπὸ ὅλους διέπρεπε ὁ μέγας καὶ ἀξιοθαύμαστος Κωνσταντῖνος, ποὺ κατεῖχε τὰ σκῆπτρα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους• αὐτὸς συνεκάλεσε τὴν σύνοδο καὶ τὴν κατέστησε λαμπρότερη μὲ τὴν παρουσία του.

7. Ὁ ἱερὸς ἐκεῖνος σύλλογος, ποὺ ἀποτελέσθηκε ἀπὸ τόσους καὶ τέτοιους ἄξιους ἄνδρες, κατεδίκασε κάποιον Ἄρειο ὡς διαμορφωτὴ μιᾶς δυσσεβείας καὶ ἀνέδειξε τὸ ἀποστολικὸ καὶ θεῖο κήρυγμα. Ὁ ταλαίπωρος αὐτὸς ἄνθρωπος, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια, ἀφοῦ κατατάχθηκε στὸν κλῆρο τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας καὶ ἀνέβηκε στὸ βαθμὸ τοῦ πρεσβυτέρου, ἀρχικὰ μὲν ἔδειξε ὑπεροψία πρὸς τὸν ποιμενάρχη του, ἒπειτα ὅμως ἐπεξέτεινε τὴν ἀφροσύνη του ἐναντίον τοῦ κοινοῦ ποιμενάρχη καὶ κυρίου. Πράγματι κατεβίβαζε σὲ κτίσμα καὶ ποίημα τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ (ὤ, τὴν τολμηρὴ ἐκείνη γλώσσα καὶ διάνοια, χωρὶς νὰ θέλη νὰ προσέξη οὔτε κὰν τοῦτο τὸ κοινὸ σὲ ὅλους καὶ αὐτοδίδακτο ὁμολόγημα, ὅτι κάθε υἱὸς εἶναι τῆς ἴδιας οὐσίας καὶ φύσεως μὲ τὸν γεννήτορά του καὶ ὅτι ὅποιος τοποθετεῖ τὸν υἱὸν στὰ κτίσματα ἀναγορεύει σὲ κτίσμα καὶ τὸν πατέρα, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ πατὴρ ἔχει δημιουργικὴ οὐσία καὶ ἀίδια φύσι θὰ ἔπρεπε νὰ συνομολόγηση ὅτι καὶ ὁ υἱὸς εἶναι τῆς ἴδιας οὐσίας καὶ φύσεως. Ἄλλωστε ποῦ θὰ ὑπῆρχε ἡ γνησιότης τῆς υἱότητος, ἂν ἄλλης οὐσίας ἦταν ὁ πατὴρ καὶ ἄλλης ὁ υἱός; Καὶ πῶς δὲν θὰ ἀνάκυψη ἡ πολυθεΐα τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης, ὅταν ἡ θεότης διασπᾶται σὲ κατώτερη καὶ ἀνώτερη οὐσία, καὶ ἡ μὲν μία ἀποδίδεται στὸν πρῶτο καὶ δημιουργὸ καὶ πρεσβύτερο θεό, ἡ δὲ ἄλλη σὲ δεύτερο θεό, ὑπηρετικὸ καὶ νεώτερο; Αὐτὰ εἶναι πράγματι τὰ γεννήματα τῆς πονηρῆς σπορᾶς τοῦ Ἀρείου.

8. Αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ὁ ἱερὀς ὅμιλος τῶν ἀρχιερέων ἀπεγύμνωσε, διότι ὡπλίσθηκε μὲ βλάσφημα χείλη κατὰ τοῦ δημιουργοῦ, τὴν δὲ δυσσεβέστατη καὶ θεομάχο αἵρεσὶ του ὑπέβαλε σὲ ἀναθεματισμό• διεκήρυξαν δὲ εὐσεβῶς ὁμοούσιον καὶ ὁμοφυῆ καὶ συναΐδιο τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν γεννήτορα Πατέρα καὶ τῆς ἴδιας ἐξουσίας καὶ κυριότητος, ὅπως διδάσκουν τὰ θεῖα λόγια καὶ τὰ κοινὰ δόγματα τῶν εὐσεβῶν διότι ἐγνώριζαν καὶ ἀντιλήφθηκαν καλὰ ὅτι, ὅπως τὸ νὰ περικλείσης σ' ἕνα πρόσωπο τὴν τριαδικὴ μοναρχία καὶ κυριότητα εἶναι δόγμα Ἰουδαϊκὸ καὶ μισόχριστο, ἔτσι καὶ τὸ νὰ διασπάσης σὲ ἄνισες φύσεις καὶ ἀνόμοιες οὐσίες τὴν ὑπερούσια καὶ ὑπερφυῆ καὶ ἑνιαία θεότητα εἶναι εἰδωλολατρικὸ καὶ πολυθεϊστικὸ δόγμα. Αὐτὰ εἶναι τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ πρώτη σύνοδο.



Ἡ δευτέρα Σύνοδος

9. Ἔπειτα ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ δεύτερη σύνοδος(2) ἀνέδειξε τὴν βασιλίδα πόλι σπουδαστήριο τῶν ἱερῶν μαθημάτων. Συνάθροισε ἑκατὸν πενήντα ἱεροὺς ἄνδρες, μὲ πρώτους τοὺς κατόχους τῶν ἀρχιεπισκοπικῶν θρόνων Ἀλεξανδρείας Τιμόθεο, Ἀντιοχείας Μελέτιο τὸν ἀξιοθαύμαστο καὶ Ἱεροσολύμων Κύριλλο• ἀκόμη καὶ τὸν Νεκτάριο, ποὺ μόλις πρὸ ὀλίγου εἶχε ξεχωρίσει ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν κατηχουμένων καὶ εἶχε ξεπλύνει τὴν ἀκαθαρσία τοῦ βίου μὲ τὸ θεῖο βάπτισμα, καὶ τώρα καθαρὸς περιεβλήθηκε τὸ καθαρώτατο ἀξίωμα τῆς ἀρχιερωσύνης μὲ κοινὴ ψῆφο τῆς συνόδου καὶ χειροτονία ἀπὸ τοὺς προκρίτους κι' εὐθὺς ἀμέσως καθίσταται ἐπίσκοπος τῆς βασιλεύουσας καὶ πρόεδρος τῆς συνόδου. Μαζὶ μὲ αὐτοὺς ἦταν οἱ Γρηγόριοι, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Νύσσης καὶ ὁ ἐμπράκτως ἐπώνυμoς τῆς θεολογίας(3)• κι ἔπειτα ἀπὸ λίγον καιρὸ ἐφάνηκε νὰ ὑποστηρίζη τὰ ἴδια καὶ ὁ Δάμασος τῆς Ρώμης, καθιστάμενος σύμφωνος μὲ τοὺς προηγουμένους.

10. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ χορὸς τῶν ἱεροφαντῶν ἀπεφάσισε τὴν καταδίκη τοῦ Μακεδονίου, ποὺ παλαιότερα εἶχε ἁρπάξει τὸν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διότι δυσφημοῦσε τὸ Πανάγιο καὶ ζωαρχικὸ Πνεῦμα. Ὅπως δηλαδὴ ὁ Ἄρειος ἐπετίθετο κατὰ τοῦ Υἱοῦ, ἔτσι κι' αὐτὸς ἐπετίθετο κατὰ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τοποθετώντας τὴν δεσποτικὴ καὶ ὑπερβατικὴ κυριότητά του στὴν τάξι τῶν δούλων καὶ ὑπηρετῶν. Καὶ ὅμως ἦταν εὔκολο στὸν ἄθλιο, ἂν ἤθελε, ν' ἀντιληφθῆ ὅτι, ὅπως ὅσοι θεωροῦν κτίσμα τὸν Υἱὸ ὑβρίζουν ἐξ ἴσου καὶ τὸν Πατέρα, ἔτσι καὶ ὅσοι συναριθμοῦν μαζὶ μὲ τὰ ποιήματα τὸ πανάγιο Πνεῦμα του ἐκτοξεύουν ἐναντίον του ἴση καὶ ὅμοια βλασφημία. Διότι, ἂν εἶναι τὸ Πνεῦμα κτίσμα, κι' ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο ἀνήκει τὸ Πνεῦμα εἶναι κτίσμα. Ἂν δὲ αὐτὴ ἡ ὑπερβολικὴ ἀθεότης εἶναι καὶ στὸ ἄκουσμα μόνο ἀφόρητη, πῶς δὲν ἐσκέφθηκε ὁ ταλαίπωρος ν' ἀποφύγη ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγκαστικὰ θὰ περιέπιπτε σ' αὐτοὺς τοὺς θεομάχους λογισμούς; Ἀθετεῖς ὅτι τὸ Πνεῦμα εἶναι Θεός. Τότε πῶς «ἐρευνᾶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ»(4) καὶ τίποτε ἀπὸ τὰ μυστικὰ τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι γι' αὐτὸ κρυφό; Πῶς εἶναι «ἄλλος παράκλητος»;(5) Πῶς συμπαρατάσσεται μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό; Διότι λέγει ὁ Υἱός, «πηγαίνετε καὶ διδάξετε ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος»(6). Ἂν ἕνα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα στὸ ὄνομα τῶν ὁποίων φωτιζόμαστε εἶναι κτίσμα, οὔτε τὰ ἄλλα δὲν θ' ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν ὕβρι. Ἀλλ' ἂν εἶναι κτίσμα, πῶς κτίζει; πῶς ἁγιάζει; πῶς ζωοποιεῖ; πῶς κατανέμει χαρίσματα; πῶς εἶναι Θεός;

11. Ἀλλ' ἐκεῖνος ὁ φρενοβλαβὴς δὲν ἐσκέφθηκε τίποτε ἀπὸ αὐτά• κι ἔτσι ἐτόλμησε θρασύτατα νὰ τὰ ἀποσπάση ἀπὸ τὴν μοναρχικὴ καὶ μία καὶ ἀδιαίρετη θεότητα. Γι' αὐτὸ κι' ἐπῆρε ἐπάξια ἀνταμοιβὴ τῆς ἀσεβείας, τιμωρούμενος μὲ τὴν ἀφαίρεση τῆς ἱερωσύνης αὐτὸς ὁ ἴδιος, καθὼς καὶ ὅλοι ὅσοι ἐζήλευαν τὴν ἀθεράπευτη ἀσθένεια τῆς θεομαχίας του. Καὶ ὅπως ἐκεῖνος ἐφρύαξε ν' ἀπαλλοτριώση τὸ πανάγιο Πνεῦμα ἀπὸ τὴν τριαδικὴ καὶ μία θεότητα καὶ κυριότητα, ἔτσι καὶ ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ σύνοδος, σὰν δεύτερο Ἄρειο, τὸν ἀλλοτρίωσε ἀπὸ τὴν ἱερωσύνη καὶ ἀπὸ τὴν μερίδα καὶ συμπαράταξι τῶν πιστῶν• τὸ δὲ πανάγιο καὶ ζωαρχικὸ Πνεῦμα, ὡς ὁμοφυὲς καὶ ὁμοούσιο, ἰσοδύναμο καὶ παντοδύναμο, ὥρισαν κατὰ τὶς πατερικὲς καὶ θεολογικὲς φωνὲς νὰ συμπροσκυνῆται καὶ νὰ συνδοξολογῆται μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ξεριζώνοντας τελείως καὶ κάθε ζιζάνιο ποὺ ἀπέμεινε ἀπὸ τὴν ἀρειανὴ σπορά. Τότε ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ κρατοῦσε τὰ χαλινάρια τῆς βασιλείας ὁ πράγματι μέγας καὶ ἄξιος μεγάλων ἐγκωμίων Θεοδόσιος, ποὺ ἀναδείχθηκε κι' αὐτὸς πρόμαχος τῆς εὐσεβείας. Αὐτὰ εἶναι τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὴ τὴν ἁγία σύνοδο.



Ἡ τρίτη Σύνοδος

12. Ἡ τρίτη ἁγία οἰκουμενικὴ σύνοδος(7) συνῆλθε στὴν ἀσιατικὴ Ἔφεσο μὲ τὴν παρουσία διακοσίων μελῶν. Μεταξὺ αὐτῶν διακρίνονταν ὡς ἡγέτες ὁ περιώνυμος πατὴρ Κύριλλος, ὁ ὁποῖος λόγω ἀρετῆς καὶ πλούσιας σοφίας διηύθυνε τὸν θρόνο τῆς μεγαλοπόλεως τοῦ Ἀλεξάνδρου κι' ἐκπροσωποῦσε τὴν καθέδρα καὶ τὸ πρόσωπο τῆς Ρώμης Κελεστίνου. Μαζὶ μὲ αὐτοὺς ἦταν ὁ Μέμνων, ποιμενάρχης τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἐφεσίων καὶ ὁ Ἰουβενάλιος τῶν Ἱεροσολύμων. Αὐτοὶ μαζὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς συνόδου κατεδίκασαν τὸν δυσσεβῆ Νεστόριο γιὰ τὴν ἀσέβειά του, ποὺ προερχόμενος ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια πλησίον τοῦ Ὀρόντη, κατέλαβε ἀνοσίως τὸν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος λοιπόν, ἀφοῦ ἐρόφησε ἀπὸ τὰ θολερὰ ὕδατα τῆς ἀσεβείας τοῦ Διοδώρου καὶ τοῦ Θεοδώρου(8) καὶ ἒπεσε σὲ μέθη φρενῶν, ἐξέβαλε κακόηχες καὶ ἄτοπες φωνὲς πρὸς τὶς ἀκοὲς πολλῶν, ποὺ προκαλοῦσαν φθορὰ τοῦ ποιμνίου. Πράγματι τὸν Χριστόν, τὸν ἕνα Υἱόν, τὸν ἀληθινὸ Θεό μας, ποὺ γιὰ μᾶς καὶ γιὰ τὴ σωτηρία μας μετέσχε σαρκὸς καὶ αἵματος κατὰ τρόπον παραπλήσιο μέ μᾶς καὶ προσέβαλε ὁ ἴδιος τὸ δικό μας φύραμα, κι' ἔτσι ἔγινε ἕνας ἀπὸ δύο ἀντίθετα συστατικά, ὄντας ὁ ἴδιος Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ἕνας Χριστός, ἕνας Υἱὸς ὁ ἴδιος, ἐπάνω ἀπὸ τὸν Πατέρα ἀμητωρ καὶ κάτω ἀπὸ τὴν μητέρα ἀπάτωρ, ὁ ἴδιος κι ὄχι ἄλλος, ἕνα πρόσωπο, μία ὑπόστασις -αὐτὸν λοιπὸν τὸν ἕνα Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ δὲν ἔφριξε ἐκεῖνος ὁ τρισάθλιος νὰ τὸν κόψη καὶ τὸν διαιρέση σὲ δύο ὑποστάσεις• ἔτσι ἔπλασε τὸν ἕνα ὡς ἁπλὸν ἄνθρωπο στὴν ἰδιαίτερη ὑπόστασί του χωρὶς τὸν λόγο ποὺ τὸν προσέλαβε, τὸν ἄλλο δὲ ὡς Θεὸ μόνο του καὶ γυμνωμένον ἀπὸ τὸ πρόσλημμα. Ἦταν σὰν νὰ ἐφοβόταν ὁ ἀνόητος μὴ τυχὸν πάθη τίποτε ὁ Θεός, ἂν ἀπὸ ἀνέκφραστη φιλανθρωπία ὑποδυόταν τὸ πλάσμα του γιὰ τὴν θεραπεία καὶ ἀνάπλασί του• δὲν κατάλαβε οὔτε κἄν τοῦτο, ὅτι μὲ τὰ λόγια ποὺ ἐδίχαζε τὴν ἀνθρωπίνη φύσι ἀπὸ τὴν ὑπόστασι τοῦ Λόγου τὴν ἀνεκήρυττε ἀνίατη καὶ ἀθεράπευτη, κι ἔτσι ἐγινόταν ἀρνητὴς τῆς δικῆς του σωτηρίας. Καὶ μάλιστα μὲ τελείως διεστραμμένους τοὺς λογισμούς του ἀπ' αὐτὰ δὲν ἀνεχόταν οὔτε τὴν κατὰ σάρκα μητέρα τοῦ Λόγου, τὴν παναγία Παρθένο ποὺ ἐγέννησε κυριολεκτικῶς καὶ ἀληθινὰ τὸν Θεὸ Λόγο σαρκωμένον, νὰ ὀνομάζη Θεοτόκο• ἀλλά, ὅπως ἀποστεροῦσε τῆς θεότητος τὸν Υἱό, ἔτσι ἀλλοτρίωνε ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς Θεοτόκου καὶ τὴν μητέρα του.

13. Γι' αὐτὸ ὁ σύλλογος τῶν μακαρίων πατέρων τὸν ἐγύμνωσε ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τῆς ἀρχιερωσύνης κατὰ τρόπο ἀντάξιο τῆς μεγάλης φρενοβλαβείας καὶ τῆς βλάσφημης γλώσσας του καὶ τὸν παρέπεμψε στὸ αἰώνιο ἀνάθεμα μαζὶ μὲ τὸ βδελυρώτατο φρόνημά του. Καὶ ἀφοῦ ἐδογμάτισαν νὰ προσκυνῆται καὶ νὰ δοξάζεται ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς σὲ μία καὶ τὴν αὐτὴ ὑπόστασι κατὰ τρόπο πατροπαράδοτο καὶ ὁσιοπρεπῆ; ἔπειτα ἐδίδαξαν νὰ καλῆται καὶ ν' ἀνευφημῆται κυριολεκτικῶς καὶ ἀληθῶς Θεοτόκος ἡ πανάχραντη καὶ ἀειπάρθενη μητέρα του• ἄλλωστε, ἐφ' ὅσον ἐγέννησε τὸν Θεὸ Λόγο ποὺ καταδέχθηκε νὰ γεννηθῆ μὲ σάρκα, δικαίως ἐξυψώθηκε στὴ θέσι νὰ δοξολογῆται καὶ νὰ ὀνομάζεται Θεοτόκος. Μὲ αὐτὰ ἐτελείωσε καὶ αὐτὴ ἡ σύνοδος, ποὺ πραγματοποιήθηκε, ὅταν τὸ ρωμαϊκὸ κράτος ἔβλεπε μὲ γαλήνια μάτια τὸν νέο Θεοδόσιο νὰ ἀσκῆ τὴν πατρικὴ ἐξουσία σὲ τρίτη γενεὰ τῆς δυναστείας.



Ἡ τετάρτη Σύνοδος

14. Ἡ δὲ τέταρτη ἁγία οἰκουμενικὴ σύνοδος(9), ποὺ εἶχε συμπαραστάτη καὶ σύμφωνο τὸν εὐσεβέστατο βασιλέα Μαρκιανό, ἕδρα ὅπου συζητήθηκαν τὰ ἀληθινὰ δόγματα ἐδιάλεξε τὴν Χαλκηδόνα, ἐπίσημη πόλι τῆς Βιθυνίας. Τὰ μέλη της ἀνέρχονταν σὲ ἑξακόσιους τριάντα ἄνδρες, μὲ προκρίτους τὸν Ἀνατόλιο ποὺ εἶχε τὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο τῆς βασιλίδος πόλεως, καθὼς καὶ οἱ ἐπίσκοποι Πασκασῖνος καὶ Λουκίνσιος ποὺ μαζὶ μὲ τὸν πρεσβύτερο Βονιφάτιο ἀντιπροσώπευαν τὸν ἁγιώτατο πάπα τῆς Ρώμης Λέοντα, τὸν ἔνδοξο καὶ μεγάλο ζηλωτὴ τῆς εὐσέβειας• μαζί τους ἦσαν καὶ ὁ Μάξιμος Ἀντιοχείας καὶ ὁ Ἰουβενάλιος Ἱεροσολύμων.

15. Αὐτοὶ οἱ σύνεδροι κατεδίκασαν τὸν δυστυχῆ Εὐτυχῆ καὶ τὸν ὑπερασπιστή του, τὸν ἀλαζόνα Διόσκορο(10), γιὰ τὰ δυσσεβήματά τους. Διότι κι' αὐτοί, ἔχοντας ἀποδεχθῆ τὴν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη πρὸς τὸν Νεστόριο πλάνη, ἐξέπεσαν στὴν ὅμοια μ' ἐκεῖνον ἀθλιότητα. Πράγματι τὸν ἕνα κύριό μας Ἰησοῦ, ποὺ ἀναγνωρίζεται ὅτι συνίσταται ἀπὸ θεότητα καὶ ἀνθρωπότητα καὶ προσκυνεῖται σ' αὐτὲς τὶς δύο φύσεις, αὐτοὶ τὸν ἀνέμιξαν καὶ τὸν ἐσύγχυσαν τολμηρῶς καὶ ἀφρόνως σὲ μιὰ φὺσι• καὶ οἱ ταλαίπωροι δὲν ἀντιλήφθηκαν ὅτι μὲ αὐτὰ τὸν κατέστησαν ξένον καὶ πρὸς τὴν πατρικὴ οὐσία καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ἂν πράγματι ἡ φύσις τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία, εἶναι ἢ θεία ἢ ἀνθρωπίνη• τώρα, ἂν εἶναι μόνο θεία, ποῦ εἶναι τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο; ἂν πάλι εἶναι ἀνθρώπινη, πῶς δὲν εἶναι αὐτοὶ ἄρνηταὶ τῆς θεότητος; Ἂν εἶναι κάτι ἄλλο διάφορο ἀπὸ αὐτὰ (διότι αὐτὸ ὑπολείπεται, καὶ μᾶλλον πρὸς αὐτὸ τείνει τὸ φρόνημά τους), πῶς δὲν θὰ ἀναπλάσουν τὸν Χριστὸ ἐτεροφυῆ καὶ τοῦ πατρὸς καὶ ἡμῶν; Τί εἶναι δυσσεβέστερο ἢ ἀφρονέστερο ἀπὸ τὸ νὰ λέγουν ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ Θεός, γιὰ νὰ φθαρῆ ἡ θεότης του, καὶ νὰ ἀναιρεθῆ ἡ προσληφθεῖσα ἀνθρωπότης; διότι αὐτὸ ἀκολουθεῖ τὴν ἄποψι ἐκείνων ποὺ ἐτόλμησαν νὰ εἴπουν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι καμμιὰ ἀπὸ τὶς δύο φύσεις, ἀλλὰ κάποιας ἄλλης.

16. Γι' αὐτὸ οἱ εἰσηγηταὶ τῶν χριστομάχων τούτων δογμάτων ἐπῆραν ἄξια τιμωρία γιὰ τὴν τόσο μεγάλη δυσσέβεια• ἔχασαν τὴν ἱερωσύνη κι ἔγιναν ἀπόβλητοι ἀπὸ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, καὶ μαζὶ μὲ αὐτοὺς ἀποδιώχθηκε καὶ ἡ χριστομάχος αἵρεσις• ἐνῶ τὸ ὀρθὸ καὶ γνήσιο φρόνημα τῆς ὀρθοδοξίας ἀνακηρύχθηκε καὶ διέλαμψε• ἀκόμη περισσότερο μὲ τὶς γραφικὲς καὶ πατερικὲς μαρτυρίες, καθὼς οἱ τρισμακάριστοι ἀρχιερεῖς ἐθεολόγησαν ὁλοφάνερα καὶ παρέδωσαν νὰ ὁμολογοῦμε καὶ νὰ κηρύσσωμε ἀδιστάκτως σὲ ὅλα τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἕνα Χριστό, δηλαδὴ μία ὑπόστασί του καὶ δύο φύσεις, θεότητα καὶ ἀνθρωπότητα, θεωρούμενες ἀσυγχύτως καὶ ἀδιαιρέτως. Εἶναι ἀπὸ αὐτὰ φανερό, ὅτι μὲ τὶς πράξεις διὰ τῶν ὁποίων ὠρθόνονταν τὰ πόδια τῶν χωλῶν, τὸ πάθος τῶν τυφλῶν ἐβλάσταινε ἀπὸ κάτω μάτια, καὶ οἱ νεκροὶ ἀνασύρονταν ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ Ἅδη καὶ μετατάσσονταν στὴ ζωή, καὶ ἐπιτελοῦνταν καὶ ἐπιδεικνύονταν ὅλα τὰ ἄλλα θαύματα ποὺ δὲν εἶναι εὔκολο ν' ἀριθμηθοῦν, ἐδηλωνόταν σαφῶς ἡ ἀξία τῆς θείας φύσεως• μὲ τὶς πράξεις διὰ τῶν ὁποίων ὑφίστατο κόπους καὶ πόνους, δίψα καὶ πεῖνα, καὶ τὰ συγγενῆ καὶ παρόμοια πρὸς αὐτά, ἐφανερωνόταν ἡ ἰδιότης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ὁ αὐτὸς Χριστός, ὁ ἀληθινὸς Θεός μας, ἐπιτέλεσε καὶ ἔπραξε τὰ πρῶτα θεοπρεπῶς, τὰ δεύτερα ἀνθρωποπρεπῶς• καὶ μὲ αὐτὸ παρέστησε καὶ ἐπιβεβαίωσε σαφῶς καὶ ἀναντιρρήτως τὴν μία ἑνιαία ὑπόστασί του καὶ τὶς δύο διαφορετικὲς φύσεις σὲ ἀσύγχυτη ἕνωσι. Αὐτὰ καὶ γιὰ τὴν τέταρτη σύνοδο.



Ἡ πέμπτη Σύνοδος

17. Ἡ δὲ πέμπτη ἁγία οἰκουμενικὴ σύνοδος(11) εἶχε ὡς ἱερὸ χῶρο τὴν Κωνσταντινούπολι καὶ συγκροτήθηκε μὲ τὴν παρουσία καὶ συνέλευσι ἑκατὸν ἑξήντα πέντε θεοφόρων πατέρων. Διακεκριμένοι ἡγέτες τους ἦσαν πρῶτα ὁ Μηνᾶς κι ἔπειτα ὁ Εὐτύχιος, ποὺ κατέλαβαν διαδοχικῶς τὸν θρόνο τῆς αὐτῆς βασιλίδος• καὶ ὁ Βιγίλιος ποὺ ἀσκοῦσε τὴν ἱερὰ ἐποπτεία τῆς Ρώμης καὶ ἦταν μὲν παρὼν στὴν πόλι, ἀλλὰ ἀπὼν ἀπὸ τὴν σύνοδο• κι αὐτός, ἂν καὶ δὲν ἐφάνηκε πρόθυμος γιὰ τὴν συμμετοχὴ στὴν ἱερὰ ὁμήγυρι, ὅμως ἐπεκύρωσε μὲ ἐπιστολὴ τὴν κοινὴ ἀπόφασι τῶν πατέρων. Μαζὶ μὲ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ἀπολινάριος Ἀλεξανδρείας καὶ ὁ Δόμνος Ἀντιοχείας, στολισμένοι μὲ τὸ ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα• ἐπίσης δὲ ὁ Δίδυμος καὶ ὁ Εὐάγριος, ἐκπρόσωποι τοῦ ἀρχιερέως τῶν Ἱεροσολύμων Εὐστοχίου. Χειριστὴς τότε τῶν φροντίδων τῆς ρωμαϊκῆς πολιτείας ἦταν ὁ κράτιστος μεταξὺ τῶν βασιλέων Ἰουστινιανός, ὁ ὁποῖος συμφωνοῦσε μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα.

18. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἁγία οἰκουμενικὴ σύνοδος, ἐξερίζωσε πάλι ἐντελῶς τὶς παραφυάδες τῶν δοξασιῶν τοῦ Νεστορίου, μαζὶ μὲ τὸν ἴδιο τὸν σπορέα ἐκεῖνον τῶν ζιζανίων• μαζὶ μὲ αὐτὸν ἐξερίζωσαν τὸν Θεόδωρο καὶ τὸν Διόδωρο, τῶν ὁποίων ὁ δεύτερος ἐπεσκόπευσε τῆς πόλεως Ταρσοῦ κι ὁ πρῶτος τῆς Μοψουεστίας κι οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ πρωτύτερα ἐκυοφόρησαν τὴν αἵρεσι αὐτή, ἄφησαν ἔγγραπτα τὰ νόθα καὶ ἔκφυλα ἀποκυήματα τῆς νόθου διανοίας. Ἐπίσης καταδίκασε καὶ ἀνεθεμάτισε τὸν Ὠριγένη, Δίδυμο, Εὐάγριο, παλαιὰ ἀρρωστήματα τῶν πιστῶν, ἄνδρες ποὺ φιλοδόξησαν νὰ εἰσαγάγουν στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία. Διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐφλυαροῦσαν ὅτι οἱ ψυχὲς προϋπάρχουν τῶν σωμάτων καὶ ὅτι ἡ ἴδια ψυχὴ μετενδύεται πολλὰ σώματα, ποὺ εἶναι δόγμα μιαρὸ καὶ κατάπτυστο καὶ πράγματι ἀντάξιο μόνο τῶν ψυχῶν ἐκείνων. Ἐπίσης ἐδίδασκαν ὅτι ἡ ἀτελεύτητη κόλασις ἔχει τέλος, κάτι ποὺ ἀποτελεῖ μία ἄλλη πρόκλησι πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀπώλεια. Καὶ στοὺς πονηροὺς δαίμονες ἐχάριζαν τὸ ἀρχαῖο ἀξίωμα, ἰσχυριζόμενοι ὅτι θὰ ἐπανέλθουν στὴν πρώτη δόξα ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξέπεσαν. Προσέτι δὲν ἐδέχονταν ὅτι τὰ σώματα συνανίστανται μαζὶ μὲ τὶς ψυχές, ἀλλὰ τὶς ἀνασταίνουν γυμνὲς χωρὶς σώματα, καὶ δὲν γνωρίζω τί ὀνομάζουν ἀνάστασι, ἂν ἡ ἀνάστασις εἶναι τοῦ πεσμένου καὶ ἀποθαμένου σώματος, καὶ ὄχι τοῦ πάντοτε ὑφισταμένου καὶ διαμένοντος σὲ ἀφθαρσία, ὅπως εἶναι ἡ ψυχή• καὶ οἱ ἄθλιοι δὲν ἐντράπηκαν οὔτε τοῦτο, πόσο δηλαδὴ μεγάλη ἀδικία ἀποδίδουν μὲ τὶς φλυαρίες των στὸ δίκαιο κριτή. Διότι πῶς δὲν τοῦ καταμαρτυροῦν τὴν χειρότερη ἀδικία, ὅταν τολμοῦν νὰ ἀποστερήσουν ἀπὸ τὰ κοινὰ ἔπαθλα τὰ σώματα ποὺ συνάθλησαν μαζὶ μὲ τὶς ψυχὲς στοὺς κόπους γιὰ τὴν ἀρετὴ κι ἐπίσης νὰ ἐγκαταλείψουν ἐκεῖνα, ποὺ ἁμάρτησαν μαζὶ μὲ τὶς ψυχές, ἀτιμώρητα γιὰ τὴν κοινὴ εὐθύνη καὶ πράξι, καὶ νὰ ἀφήσουν μόνες τὶς ψυχὲς χωριστὰ ἀπὸ τὰ σύνεργα σώματα ἢ νὰ ὑποστοῦν διπλῆ τιμωρία ἢ ν' ἀξιωθοῦν διπλῆς ἀνταποδόσεως;

19. Ὄχι δὲ μόνο αὐτὲς τὶς κακοδοξίες ἀπεκήρυξε ὁ ἱερὸς αὐτὸς χορὸς τῶν πατέρων, ἀλλὰ καὶ λίγον καιρὸ πρὶν ἀπ' αὐτὸ καθήρεσε καὶ ἀνεθεμάτισε τὸν Ἄνθιμο τὸν Τραπεζούντιο ποὺ ὑποστήριζε τὸ φρόνημα τοῦ Εὐτυχοῦς, τὸν Σεβῆρο, τὸν Πέτρο Ἀπαμείας, τὸν Ζωόρα καὶ ὅλη ἐκείνη τὴν πονηρὴ καὶ πολυκέφαλη κίνησι καὶ συμμορία• τότε εἶχε πρωτοστατήσει στὴν εὐσεβῆ ἀπόφασι ὁ Ἀγαπητὸς Ρώμης, ἐνῶ ἀναδείχθηκαν σύμψηφοι καὶ συνεργοὶ οἱ περιώνυμοι ἀρχιερεῖς, ὁ διαπρεπὴς Εὐφραίμιος τῆς Ἀντιοχείας καὶ ὁ ἱερὸς Πέτρος τῶν Ἱεροσολύμων. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ θεία συνέλευσις τῶν ἀρχιερέων ἀπεκήρυξε καὶ ἀπέβαλε ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ὑπεστήριξαν καὶ ἐπεκύρωσαν τὰ ἀπλάνευτα καὶ θεία δόγματα τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὰ καὶ γιὰ τὴν πέμπτη οἰκουμενικὴ σύνοδο.


Ἡ ἕκτη Σύνοδος

20. Ἡ δὲ ἕκτη ἁγία οἰκουμενικὴ σύνοδος(12) ἔπηξε καὶ αὐτὴ τὸ ἱερὸ θέατρο τῶν μυστικῶν θεαμάτων τῆς ἀληθείας στὴ βασιλίδα τῶν πόλεων καί, διεξάγοντας τὸν ἀγώνα μὲ ἑκατὸν ἑβδομήντα θεοφόρους ἄνδρες, ἀνέδειξε λαμπρὴ νικήτρια τὴν εὐσέβεια. Ἀρχηγός της καὶ ἄξιοι ἔξαρχοι τῶν ἄλλων ἦσαν πρῶτα ὁ Γεώργιος ποὺ κατεῖχε τὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο τῆς βασιλίδος πόλεως, ἔπειτα οἱ πρεσβύτεροι Θεόδωρος καὶ Γεώργιος ποὺ μαζὶ μὲ τὸν διάκονο Ἰωάννη κατατάχθηκαν στὴν ὁμάδα τῶν ἐξάρχων ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ ἁγιωτάτου πάπα τῆς Ρώμης Ἀγάθωνος, ὁ ἀναπληρωτὴς τοῦ θρόνου τῆς μεγαλοπόλεως Ἀλεξανδρείας μοναχὸς Πέτρος, καὶ μαζί τους ὁ μοναχὸς καὶ πρεσβύτερος Γεώργιος ποὺ ἐκπροσωποῦσε τὴν ἀρχιερατικὴ καθέδρα τῶν Ἱεροσολύμων.

21. Αὐτοὶ λοιπὸν μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἱεροὺς κι ἁγίους πατέρες ἐπέβαλαν δίκαια καταδίκη ἐπὶ τοῦ Σεργίου, Πυρροῦ, Παύλου ποὺ διετέλεσαν πάτριαρχες Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Ὀνωρίου Ρώμης, τοῦ Κύρου Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ Θεοδώρου Φαρὰν διασπώντας τὴν ἀλληλοδιάδοχη σειρὰ τοῦ ψεύδους, ἀλλ' ἐπὶ πλέον καὶ ἐπὶ τοῦ Μακαρίου Ἀντιοχείας μαζὶ μὲ τὸν μαθητὴ τῆς αἱρέσεως Στέφανο καὶ κάποιον ἄθλιον γέροντα ὀνομαζόμενο Πολυχρόνιο, ποὺ ἐνεπλάκησαν μὲ αὐτὸν κι' ἐσχεδίαζαν μὲ δυσσεβὲς καὶ παράλογο φρόνημα νὰ διακηρύξουν μία θὲλησι καὶ μία ἐνέργεια ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μας ποὺ συνίσταται ἀπὸ δύο φύσεις. Οἱ ἄφρονες δὲν ἀναλογίσθηκαν οὔτε τοῦτο, ποὺ εἶναι εὔκολα ἀντιληπτό, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἀνήκουν στὴν ἴδια ἐνέργεια ἡ κυριαρχικὴ ἀνόρθωσις χωλοῦ καὶ ἡ ἀνάληψις κόπων ὁδοιπορίας• οὔτε ἡ ἀπόδοσις ὀφθαλμῶν σὲ τυφλούς(13) καὶ ἡ ζύμωσις χώματος μὲ τὰ δάκτυλα καὶ κατασκευὴ πηλοῦ καὶ τοποθέτησίς του στοὺς ὀφθαλμούς•(14) οὔτε ἡ ἀνάστασις νεκροῦ, καὶ τὰ δάκρυα γιὰ τὸν ἀποθαμένο(15)• οὔτε βέβαια ἀνήκει στὴν ἴδια θέλησι τὸ νὰ ζητῆ νὰ παρέλθη τὸ ποτήριο τοῦ θανάτου(16) καὶ πάλι νὰ τὸ ἀποκαλῆ δόξα καὶ νὰ θέλη τὸ ἀθέλητο(17). Ἀλλὰ ἐπίσης πῶς δὲν ἀντιλήφθηκαν ὅτι μὲ αὐτὰ ἀπαρνοῦνται καὶ τὴν διαφορὰ τῶν φύσεων; διότι κάθε φύσις εἶναι πηγὴ ἐνεργείας κι οἱ φυσικὲς θελήσεις διασπῶνται μὲ τὶς διάφορες ἐνέργειες• καὶ ἂν σύμφωνα μὲ τὴν πλάνη τους ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ θέλησις εἶναι μία, πάντως θὰ εἶναι καὶ ἡ φύσις, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται, μία• ἂν δὲ οἱ φύσεις εἶναι δύὸ (στὴν πραγματικότητα αὐτοὶ δὲν ἒφθασαν σὲ τέτοιο σημεῖο μανίας, νὰ δέχωνται μία, διότι εἶχαν ὑπ' ὄψι τοὺς τὴ διασκόρπισι καὶ καταστροφὴ ἐκείνων ποὺ ἄρχισαν τέτοια αἵρεσι), πῶς δὲν θὰ πηγάση ἡ καθεμιά τους τὴ δική της ἐνέργεια καὶ θέλησι;

22. Ἀλλ' ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, ποὺ τίποτε δὲν ἐθεώρησαν προτιμότερο ἀπὸ τὴν δική τους δύσφημη δόξα, καταδικάσθηκαν μαζὶ μὲ ἐκείνη σὲ αἰώνιο ἀνάθεμα. Ὁ δὲ σύλλογος τῶν θεοφόρων πατέρων, ἀφοῦ διεκήρυξε δύο φυσικὲς θελήσεις καὶ δύο ἐνέργειες ἐπὶ τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, ἐδίδαξε ὀρθοδόξως στὶς ἁπανταχοῦ ἐκκλησίες νὰ ὁμολογοῦν καὶ κηρύσσουν τὴν διπλότητα, τόσο τῶν φύσεων, ὅσο καὶ τῶν ἐνεργειῶν καὶ θελήσεων. Κατεῖχε τότε τὸ προγονικὸ ἀξίωμα τῆς βασιλείας ὁ Κωνσταντίνος, ὁ ἀπόγονος τοῦ Ἡρακλείου, ποὺ καὶ κατὰ τὰ ἄλλα συνέπραττε μὲ τὴν σύνοδο καὶ τὸ ὀρθὸ φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας ἐπρεσβευε. Αὐτὰ καὶ γιὰ τὴν ἕκτη οἰκουμενικὴ σύνοδο.




Ἡ ἑβδόμη Σύνοδος

23. Ἡ δὲ ἑβδόμη ἁγία οἰκουμενικὴ σύνοδος(18) ἀνέδειξε καὶ αὐτὴ κριτήριο τῆς εὐσέβειας τὴν Νίκαια, μητρόπολι τῆς Βιθυνίας καὶ παλαιὸ δικαστήριο τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων ἀποτελέσθηκε ἀπὸ τριακόσιους ἑξήντα ἑπτὰ ἱεροὺς ἄνδρες, ταξιάρχους δὲ καὶ ἡγέτες τῆς ἱερῆς καὶ μεγάλης φάλαγγας εἶχε τὸν Ταράσιο τὸν περιβόητο μεταξὺ τῶν ἀρχιερέων τοῦ Θεοῦ (ποὺ ἦταν θεῖος καὶ πανάριστος ἄνδρας καὶ ἀξιότερος ἀπὸ κάθε ἄλλον νὰ διευθύνη τὸν ἱεραρχικὸ θρόνο τῆς βασιλίδος πόλεως), καθὼς καὶ τὸν εὐλαβέστατο πρωτοπρεσβύτερο τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης Πέτρο, καὶ ἕνα ἄλλον Πέτρο, πρεσβύτερον καὶ αὐτὸν καὶ ἡγούμενον τῆς ἐκεῖ μονῆς τοῦ ἁγίου Σάβα, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀντιπρόσωποι τῆς ἀποστολικῆς καθέδρας, τὴν ὁποία κατεῖχε ὁ Ἀδριανός• καὶ μαζὶ μὲ αὐτοὺς τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Θωμά, ἄνδρες περιωνύμους κατὰ τὴν μοναχικὴ διαγωγὴ καὶ λαμπροὺς κατὰ τὴν ἱερατικὴ τιμή, τοποτηρητὰς ὅλης τῆς διοικήσεως τῶν ἀποστολικῶν καὶ μεγάλων θρόνων καὶ ἐκπροσώπους τῶν ἀρχιερέων, δηλαδὴ τοῦ Ἀπολιναρίου καὶ τοῦ Θεοδωρήτου καὶ τοῦ Ἠλία, οἱ ὁποῖοι προΐστανται ἱεροπρεπῶς καὶ πανσόφως, ὁ πρῶτος τῆς Ἀλεξανδρείας, ὁ δεύτερος τῆς Ἀντιοχείας καὶ ὁ τρίτος τῶν Ἱεροσολύμων. Τότε ἐστολίζονταν μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ πορφύρα τοῦ κράτους τῶν Ρωμαίων ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ἡ Εἰρήνη(19), κοσμούμενοι μὲ τὸν στέφανο τῆς ὀρθοδοξίας.

24. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἱερὰ καὶ μεγάλη σύνοδος κατεδίκασε μία νεοφανῆ καὶ βάρβαρο αἵρεσι ποὺ εἰσήχθηκε ἀπὸ δυσσεβεῖς καὶ ἀνοσίους ἄνδρες μὲ κοινὴ θεόπνευστη ἀπόφασι, καὶ συγχρόνως ὑπέβαλε στὸ ἴδιο κρῖμα τοὺς εἰσηγητὰς καὶ προμάχους της. Πράγματι αὐτοὶ οἱ ἐλεεινοί, μὴ θέλοντας νὰ βλασφημοῦν τὸν Χριστό, τὸν ἀληθινό μας Θεό, μὲ τὰ λόγια, ἐπενόησαν μὲ τὰ ἔργα κάθε ὕβρι καὶ βλασφημία καὶ ἀσέλγεια• καὶ ἐνῶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ δυσφημήσουν ἐκεῖνον ἀμέσως καὶ χωρὶς κανένα παραπέτασμα, ἐξεπλήρωσαν ὅλο τὸ θέλημα τῆς χριστομάχου γνώμης τους διὰ τῆς σεπτῆς εἰκόνας. Καθυβρίζοντας (τί τολμηρὴ καὶ ἄθεη γλώσσα, τί ἀπήχημα διανοίας!) τὴν προσκυνητὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὡς εἴδωλο, αὐτὴν διὰ τῆς ὁποίας διώκεται ἡ πλάνη τῶν εἰδώλων, καὶ ὑποβάλλοντάς τὴν σὲ ὅλες τὶς ἀτιμίες, τὴν καταπατοῦσαν μὲ τὰ πόδια στὶς ἀγορὲς καὶ τὶς λεωφόρους, τὴν περιέφεραν, τὴν ἐπετοῦσαν στὴ φωτιά, θέαμα ἐλεεινὸ γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἄξιο μόνο τῆς παγανικῆς χριστομαχίας. Τὶς ἴδιες ἀσέλγειες διέπρατταν καὶ ἐναντίον τῶν ἄλλων ἱερῶν εἰκονισμάτων μὲ πόδια γρήγορα μέχρι ἐκχύσεως αἵματος,(20) μὲ μολυσμένα χέρια καὶ βέβηλα χείλη, καὶ μὲ κανένα τρόπο οἱ κακοῦργοι δὲν ἐχόρταζαν τὴν μεγάλη μανία καὶ παραπληξία τους, ἀλλὰ ἐβδελύσσονταν μὲ μίσος τὰ ἱερὰ σύμβολα καὶ ἀποτυπώματα τῶν Χριστιανῶν, ὄχι λιγώτερο ἀπὸ τὰ παγανικὰ βδελύγματα, ἂν ὄχι περισσότερο. Μὲ αὐτὰ τὰ μέσα συγκρατοῦσαν σκληρῶς τὸν ἄσπονδο πόλεμο κατὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων του. Διότι εἶναι φανερὸ σὲ ὅλους ὅτι ἡ τιμὴ πρὸς τὰ εἰκονίσματα γίνεται τιμὴ πρὸς τὰ εἰκονιζόμενα πρόσωπα, ὅπως καὶ ἡ ἀτιμία διαβαίνει πρὸς τὰ ἴδια τὰ εἰκονιζόμενα.

25. Ἀλλ' αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, τὰ νέα γεννήματα τῶν χριστομάχων Ἰουδαίων, μὲ τὶς ὕβρεις των πρὸς τὴν σεπτὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων ἀναπλήρωναν τὸ προγονικό τους ὑστέρημα(21), ἐπιδιδόμενοι στὰ τολμήματα τῶν Ἰουδαίων καὶ φιλοδοξώντας νὰ νικήσουν τοὺς γεννήτορες μὲ τὴν ὑπερβολὴ τῆς προθυμίας τους• μὲ τὴν ἀτολμία τους νὰ ἀπαρνηθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ διὰ τῶν χειλέων ἔδειξαν ὅτι ἐξέπεφταν ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν πατρικὸ Ἰουδαϊκὸ ζῆλο καὶ παρουσίαζαν νόθο αὐτή τους τὴν μίμησι καὶ ὅτι δὲν σταματοῦσαν πουθενά• σὰν ὑπνωτισμένοι ἀπὸ τὸ κακὸ τῆς αἱρέσεως ἐρρίπτονταν καὶ περιφέρονταν ἐδῶ κι ἐκεῖ. Πράγματι, ἐνῶ ὠνόμαζαν ἑαυτοὺς Χριστιανοὺς ἐφρυάσσονταν κατὰ τοῦ Χριστοῦ, κι' ἐνῶ δὲν ἐδέχονταν τὴν ὀνομασία τῶν Ἰουδαίων, διὰ τῆς εἰκονομαχίας ἁμιλλῶν καὶ ξεπερνοῦσαν τὴν χριστομαχία τους• κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ ξεφεύγοντας ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς εἰδωλολατρείας δὲν ἐδείχθηκαν καθόλου ἀνεκτότεροι οὔτε πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς προσωπικὰ οὔτε πρὸς τὰ θεῖα καὶ ἄχραντα μυστήρια τῶν Χριστιανῶν.

26. Γιὰ τοῦτον τὸ λόγο ἡ ἁγία οἰκουμενικὴ σύνοδος ἔπειτα ἀπὸ ἐξέτασι ὑπέβαλε στὰ ἄλυτα δεσμὰ τοῦ ἀναθέματος αὐτοὺς ποὺ δὲν θέλησαν ν' ἀποφύγουν τὴν ἀχρειότητα αὐτῆς τῆς μοιχαλίδος καὶ πολύσπορης καὶ συγκεχυμένης δοξασίας, ὡς νόθους καὶ ἐκφύλους γόνους τῆς εὐγενοῦς γενεᾶς τῶν πιστῶν. Τὴν δὲ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ μας Θεοῦ, ἐπεκύρωσε καὶ ἐπεσφράγισε παμψηφὶ κατὰ τὶς ἀνέκαθεν ἀποστολικὲς καὶ πατερικὲς παραδόσεις καὶ τὶς μαρτυρίες τῶν ἱερῶν λογίων, νὰ προσκυνῆται καὶ νὰ τιμᾶται πρὸς τιμὴ καὶ σεβασμὸ τοῦ εἰκονιζομένου προσώπου, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ προσκύνησις καὶ τιμὴ προσάγεται μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴν προσφέραμε καὶ στοὺς ἄλλους ἱεροὺς τύπους καὶ στὰ σύμβολα τῆς ἁγιωτάτης λατρείας μας. Πράγματι δὲν σταματοῦμε σ' αὐτὰ καὶ δὲν περικλείομε σ' αὐτὰ τὴν τιμὴ καὶ τὴν προσκύνησι καὶ δὲν παρεκκλίνομε πρὸς ἑτεροειδεῖς καὶ διαφορετικοὺς σκοπούς, ἀλλὰ διὰ τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς προσκυνήσεως αὐτῶν, ποὺ φαίνεται διασπαστικὴ καὶ μεριστή, ἀναγόμαστε ἱεροπρεπῶς καὶ ἀδιαιρέτως σ' ἐκείνη τὴν ἀμέριστη, ἑνοειδῆ καὶ ἑνοποιὸ θεότητα.

27. Ἔτσι προσκυνοῦμε τὸν τίμιο σταυρό, στὸν ὁποῖο ἁπλώθηκε τὸ δεσποτικὸ σῶμα καὶ ἀνέβλυσε τὸ καθαρτικὸ γιὰ τὸν κόσμο αἷμα, καὶ ἡ φύσις τοῦ ξύλου, ἀφοῦ ἐποτίσθηκε ἀπὸ τὰ ἐκεῖ ρεύματα, ἐβλάστησε ἀντὶ τοῦ θανάτου τὴν ἀγέραστη ζωή. Ἔτσι προσκυνοῦμε τὸν τύπο τοῦ σταυροῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδιώκονται τὰ στίφη τῶν δαιμόνων καὶ θεραπεύονται ποικίλα πάθη, καθὼς ἡ χάρις καὶ δύναμις, ποὺ ἐνεργήθηκε μιὰ φορὰ πρωτοτύπως, προχωρεῖ καὶ ἕως τὰ ἀντίτυπα μὲ τὴν ἴδια ἐνέργεια. Ἑπομένως, καθιερώνοντας τὸ καθένα ἀπὸ αὐτὰ παρομοίως μὲ τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν προσκύνησι, δηλαδὴ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἲδιο τὸν σταυρό, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀντίτυπο τοῦ σταυροῦ, δὲν περικλείομε καὶ δὲν περιορίζομε σ' αὐτὰ τὴν τιμὴ καὶ τὸ σέβας, ἀλλὰ τὰ ἀποδίδομε σ' αὐτόν, ποὺ ἀπὸ ἄφθονη φιλανθρωπία ἐνανθρώπησε καὶ ὑπέστη ἑκουσίως ὑπὲρ ἠμῶν ἐπονείδιστο θάνατο. Ἔτσι ἐπίσης προσκυνοῦμε μὲ πίστι ναοὺς ἁγίων καὶ τάφους καὶ λείψανα ποὺ παρέχουν ἰάσεις στοὺς πιστοὺς ἀφθόνως, μεγαλύνοντας καὶ ἐγκωμιάζοντας τὸν Χριστό, τὸν Θεό μας ποὺ τοὺς ἔδοξασε• καὶ ὅ,τι κατὰ τὶς μυστικὲς ἅγιες τελετές μας τυχαίνει νὰ εἶναι παρόμοιο μὲ αὐτά, διὰ τῆς δωρεᾶς καὶ εὐεργεσίας ποὺ ἐνεργεῖται σ' αὐτό, ἀναγνωρίζομε καὶ δοξολογοῦμε τὸ ἀρχικὸ καὶ πρωτουργὸ αἲτιο.

28. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ θεοφόρος καὶ ἁγία συνέλευσις τῶν μακαρίων ἐκείνων καὶ ἱερῶν ἀνδρῶν ἐνέκρινε καὶ ἐπεκύρωσε μὲ κοινὰ θεσπίσματα νὰ τιμοῦνται καὶ προσκυνοῦνται ὄχι μόνο ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως εἴπαμε, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ οἱ ἱερὲς εἰκόνες τῆς πανάχραντης καὶ ἀειπάρθενης δέσποινάς μας Θεοτόκου καὶ ὅλων τῶν ἁγίων κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς ὑπεροχῆς καὶ σεβασμιότητος τῶν πρωτοτύπων. Διότι καὶ διὰ μέσου αὐτῶν ἀναγόμαστε σὲ κάποια ἑνοποιὸ καὶ συναγωγὸ θεωρία καὶ δι' αὐτῆς ἀξιωνόμαστε θείας καὶ ὑπερφυοῦς συναφείας πρὸς τὸ ἀκρότατο τῶν ἐπιθυμητῶν. Αὐτὰ τὰ θέματα ὥρισε σαφῶς καὶ θεαρέστως ἡ σύνοδος μὲ ἀποφάσεις της, ἐνῶ ἀπόδιωξε ἀπὸ τὸ λογικὸ ποίμνιο κάθε αἱρετικὴ νόσο καὶ κάθε ἀκαταστασία• ἔδειξε τὴν Ἐκκλησία νὰ ξαναπαίρνη τὸν διάκοσμο καὶ τὴν ὠμορφιά της, τὴν παρέστησε σὰν νύμφη στὰ δεξιά τοῦ νυμφίου Χριστοῦ, στολισμένην ὄχι μὲ χρυσαφένια κροσσωτά(22) ἀλλὰ μὲ ἱερὰ εἰκονίσματα καὶ τὴν ἔκαμε νὰ φαίνεται μὲ φωτεινὰ καὶ χαρούμενα μάτια καὶ νὰ σεμνύνεται ἀπὸ ὅλο τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν.


Ἡ καθαρότης τῆς Ὀρθοδοξίας

29. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὴ καὶ γνήσια ὁμολογία τῆς πίστεως ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν• αὐτὴ εἶναι ἡ θεόσοφη μυσταγωγία τῆς ἄχραντης καὶ ἀληθινῆς θρησκείας μας καὶ τῶν σεπτῶν μυστηρίων της• ἔχοντας φρόνημα, πίστι καὶ διαγωγὴ σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ὁμολογία ἕως τὴν δύσι τοῦ βίου, βαδίζομε γρήγορα πρὸς τὴν ἀνατολὴ τοῦ νοητοῦ ἡλίου, γιὰ ν' ἀπολαύσωμε δυνατώτερα καὶ τελειότερα τὴν ἀπὸ ἐκεῖ ἐρχόμενη ἀνέσπερη αὐγὴ καὶ λαμπρότητα. Αὐτὴν ταιριάζει ν' ἀποδέχεται καὶ νὰ τιμᾶ καὶ ἡ θεοφρούρητη σύνεσίς σας, ποὺ ἤδη ἀτενίζει πρὸς τὴν ἰδική μας θρησκευτικὴ κληρονομιά, μὲ εἰλικρινῆ διάθεσι, εὐθύτητα γνώσεως καὶ ἀδίστακτη πίστι, καὶ νὰ μὴ ἀποκλίνη ἀπ' αὐτὴν οὔτε στὸ ἐλάχιστο οὔτε πρὸς τὰ δεξιὰ οὔτε πρὸς τ' ἀριστερά•(23) διότι τοῦτο εἶναι τῶν ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, τοῦτο εἶναι τὸ δίδαγμα τῶν πατέρων, τοῦτο εἶναι τὸ φρόνημα, τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων. Γι' αὐτὸ ὄχι μόνο ἐσὺ ὁ ἴδιος πρέπει νὰ φρονῆς καὶ νὰ πιστεύης κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀλλὰ νὰ καθοδηγῆς στὸ ἲδιο φρόνημα τῆς ἀληθείας καὶ τοὺς ὑπηκόους σου καὶ νὰ τοὺς καταρτίζης στὴν ἴδια πίστι, καὶ τίποτε ἄλλο νὰ μὴ θεωρῆς πολυτιμότερο ἀπὸ τέτοια σπουδὴ καὶ ἐπιμέλεια. Διότι τοῦ ἀληθινοῦ ἄρχοντος καθῆκον εἶναι νὰ μὴ φροντίζη μόνο γιὰ τὴ δική του σωτηρία, ἀλλὰ ν' ἀξιώνη παρόμοιας προνοίας καὶ τὸν λαὸ ποὺ τοῦ ἔχει ἀνατεθῆ, νὰ τὸν χειραγωγῆ καὶ νὰ τὸν προσκαλῆ στὴν ἴδια τελειότητα τῆς θεογνωσίας. Μὴ λοιπὸν κάμης νὰ διαψευσθοῦν οἱ ἐλπίδες μας, τὶς ὁποῖες ἐπέτρεψε νὰ σχηματίσωμε ἡ πρὸς τὰ καλὰ ροπὴ καὶ προσοχή σου, μήτε νὰ καταστήσης ματαίους τοὺς κόπους καὶ ἀγῶνες, ποὺ μὲ χαρὰ ἀναλάβαμε χάριν τῆς σωτηρίας σας, μήτε νὰ δεχθῆς ὅτι ἄρχισες μὲν μὲ προθυμία νὰ δέχεσαι τοῦ θείου κηρύγματος τοὺς λόγους, μετέβαλες δὲ τὴν προθυμία σὲ ραθυμία• ἀλλὰ διατήρει ἀνεξάλειπτη τὴν χαρὰ κι εὐφροσύνη μου γιὰ σένα, παρέχοντας ὅμοιο μὲ τὴν ἀρχὴ τὸ τέλος, σύμφωνο τὸν βίο μὲ τὴν πίστι, καὶ τὴν ἐξουσία σου νὰ φαίνεται καὶ νὰ ὀνομάζεται κοινὸ ἀγαθό τοῦ γένους καὶ τῆς πατρίδος.

30. Ἀλλὰ τώρα πρόσεξε, σὲ παρακαλῶ, φιλόχριστε καὶ πνευματικὲ υἱέ μας, καὶ ὅ,τι ἄλλο ἔνδοξο καὶ καλὸ καὶ ἄξιο στοργῆς ὄνομα ὑπάρχει γιὰ σένα• πρόσεξε, πόσες ἐπιθέσεις ὠργάνωσε ὁ Πονηρὸς ἐναντίον τῆς εὐσεβοῦς καὶ μόνης ἀληθινῆς θρησκείας τῶν Χριστιανῶν, ἐπινοώντας διάφορες αἱρέσεις καὶ στάσεις, μάχες καὶ πολέμους. Πρόσεξε ἐπίσης καὶ τοῦτο, πῶς αὐτὴ τὶς ἀντέκρουσε ὅλες καὶ ἔστησε λαμπρὰ τρόπαια ἐναντίον ὅλων τῶν ἀντιπάλων. Καὶ μὴ ἀπορήσης, καθὼς θ' ἀναλογίζεσαι τὶς ἐναντίον της ἐπινοήσεις καὶ ἐπιβουλές. Διότι, πρῶτα, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνη τόσο περίοπτη καὶ δυνατὴ καὶ ἐπίσημη διὰ τῆς νίκης, ἂν δὲν συγκρουόταν μαζί της κανένας ἐχθρός• κι' ἔπειτα εἶναι εὔκολο νὰ ἀντιληφθοῦμε κι ἐκεῖνο, ὅτι ὅπου ὁ Πονηρὸς πολεμεῖται σφοδρότερα, ἐκεῖ στέλλει κι αὐτὸς μεθοδικώτερα τὰ βέλη τῆς κακίας του καὶ στήνει τὰ πολεμικὰ μηχανήματά του. Πράγματι στὰ ἄλλα γένη, ἐπειδὴ δὲν ὑφίσταται ἐναντίον του κανένας δυνατὸς πόλεμος, γι' αὐτὸ δὲν ἐξοπλίζεται οὔτε αὐτὸς ἐναντίον ἐκείνων στὸ Χριστώνυμο ὅμως λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὸ ἅγιο ἔθνος, τὸ βασίλειο ἱεράτευμα(24), ἐπειδὴ ξεσηκώνονται ἀνδρείως καθημερινὰ δυναμωμένοι μὲ τὴν πίστι κατὰ τῶν πονηρῶν πράξεων καὶ μηχανευμάτων του, γι' αὐτὸ κι ἐκεῖνος καταφέρνει μὲ μύριες ἐπιβουλὲς καὶ μὲ ὅλες τὶς μεθόδους νὰ ὑποτάξη μερικοὺς ἀπ' αὐτοὺς καὶ ἀγωνίζεται νὰ θλίψη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἂν καὶ οἱ ἀγῶνες καὶ τὰ πονηρεύματά του καταλήγουν σὲ καταισχύνη.

31. Ἄλλωστε τὰ ἄλλα ἔθνη ἔχουν ἀδιάκριτα καὶ συγκεχυμένα τὰ δογματικὰ φρονήματα, δὲν ἔχουν τίποτε καθαρὸ καὶ δοκιμασμένο σὲ ἀκρίβεια• γι' αὐτὸ δὲν φαίνεται σ' ἐκεῖνα οὔτε ἡ ὀρθοδοξία οὔτε ἡ διαστροφή. Στὴν καθαρώτατη ὅμως καὶ ἁγιώτατη πίστι τῶν Χριστιανῶν ποὺ ἔχει μεγάλη ἀκρίβεια, λόγω τῆς εἰλικρίνειας καὶ τῆς εὐθύτητος, τῆς ἐξάρσεως καὶ τῆς ἀκεραιότητος, ὅταν ἐπιχειρήση κανεὶς νὰ εἰσφέρη καὶ μικρὸ δεῖγμα διαστροφῆς ἢ καινοτομίας, ἀμέσως καταφαίνεται καὶ διακρίνεται ἡ διαστροφὴ καὶ νοθεία μὲ τὴν παράθεσι τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, καὶ ἡ εὐγένεια τῶν εὐσεβῶν δογμάτων δὲν ἀνέχεται καθόλου οὔτε γιὰ λίγο τὸ νόθο γέννημα, οὔτε κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια ὀνομασία μάλιστα. Πράγματι, ὅπως στὴν περίπτωσι τῶν διακρινομένων γιὰ τὴν ὠμορφιά τους σωμάτων καὶ μία μικρὴ κηλίδα ποὺ θὰ σχηματισθῆ διακρίνεται καὶ παρατηρεῖται γρήγορα κατόπιν τῆς συγκρίσεως μὲ τὴν ἄλλη ὠμορφιά τοῦ σώματος, ἐνῶ στὴν περίπτωσι τῶν ἀσχημοπροσώπων ἀνθρώπων δὲν μποροῦν νὰ διακριθοῦν εὔκολα τὰ ἐπισυναπτόμενα σημεῖα τῆς ἀσχημοσύνης (διότι κρύβονται στὰ συγγενῆ καὶ ὅμοια στοιχεῖα τῆς ἀμορφίας), ἔτσι καὶ στὴν περίπτωσι τῆς πραγματικὰ ὡραιοτάτης καὶ ὑπέρλαμπρης θρησκείας καὶ πίστεως τῶν Χριστιανῶν, ἀκόμα καὶ τὸ μικρότερο στοιχεῖο της ἂν ἐκτρέψη κανείς, προκαλεῖ μεγάλη ἀσχημοσύνη κι' αὐτὸ δέχεται ἀμέσως τὸν ἔλεγχο• τὰ ἄλλα δὲ δόγματα τῶν ἐθνῶν, ἐπειδὴ εἶναι γεμάτα ἀκοσμία καὶ ἀσχήμια, δὲν ἐπιτρέπουν στοὺς ὀπαδοὺς των νὰ λάβουν καμμιὰ συναίσθησι τῆς πρόσθετης ἄσχημοσυνης.

32. Ὄχι δὲ σ' αὐτὰ μόνο, ἀλλὰ καὶ στὴν περίπτωσι ὅλων τῶν ἄλλων τεχνῶν καὶ ἐπιστημῶν εἶναι δυνατὸ νὰ παρατηρήσωμε τὸ ἲδιο. Στὶς ἀκριβέστατες, εὔκολα γίνεται φανερὸ καὶ τὸ μικρότερο ψεγάδι• στὶς προστυχότερες ὅμως, πολλὰ παραβλέπονται καὶ δὲν θεωροῦνται κἂν ἐλάττωμα. Κι' ἂν θέλης, στοὺς ἄρχοντες καὶ γενικὰ τοὺς εὑρισκομένους σὲ κάποια ἐξουσία, καὶ μάλιστα σ' ἐκείνους ποὺ ἀσκοῦν σὲ περισσοτέρους τὴν ἐξουσία τους, καὶ τὸ παραμικρότερο ἐλάττωμα ἐξογκώνεται, διαδίδεται παντοῦ καὶ γίνεται περιβόητο σὲ ὅλους• ἐνῶ στοὺς ἀρχομένους καὶ ταπεινοτέρους πολλὰ παρόμοια πταίσματα δὲν γίνεται γνωστὸ οὔτε ὅτι ἐπράχθηκαν, κρύβονται καὶ διαφεύγουν, ἀφοῦ σβήνονται ἀπὸ τὴν μικρότητα καὶ εὐτέλεια τοῦ ἁμαρτήσαντος.

33. Ὅσο λοιπὸν ἡ πίστις καὶ λατρεία τῶν Χριστιανῶν, κατὰ τὸ μέγεθος καὶ τὴ δύναμι, τὸ κάλλος καὶ τὴν ἀκρίβειά της, τὴν καθαρότητα καὶ κάθε ἄλλη τελειότητα εἶναι ὑψηλότερα ἀπὸ τὰ θρησκεύματα τῶν ἐθνῶν, τόσο ἐρεθίζεται ὁ Πονηρὸς στὸν ἐναντίον της πόλεμο καὶ τόσο ἐπίσης καταφαίνονται ἀμέσως τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀφρόνων καὶ κακοβούλων ἀνθρώπων καὶ οὔτε μποροῦν ν' ἀποκρυβοῦν ἔστω καὶ γιὰ λίγον καιρὸ οὔτε νὰ εὕρουν ὑπεκφυγή. Ἀλλ' ὅμως ἡ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε πρὸ ὀλίγου, καθιστᾶ σαθρὰ καὶ ἄπρακτα ὅλα τὰ μηχανήματα τοῦ Πονηροῦ, ἢ μᾶλλον τὰ ἐπαναφέρει ἐναντίον ἐκείνου ποὺ τὰ κατασκευάζει καὶ εὔκολα καταρρίπτει τὴν βλασφημία καὶ καταισχύνει τὴν ἀναισχυντία τῶν αἱρεσιαρχῶν• διατηρεῖ ἀκαταμάχητη καὶ ἀήττητη τὴν δύναμί της καὶ στολίζεται διαπαντὸς μὲ θριάμβους καλοὺς καὶ σωστικοὺς γιὰ τὸν κόσμο.



Ἐμμονὴ στὴν πίστη

34. Ἐσὺ λοιπόν, ὢ - πῶς νὰ σὲ προσφωνήσω ἄξια μὲ τὸν πόθο; - ἐφωτίσθηκες στὴν ψυχὴ μὲ τὴν αἴγλη τοῦ θείου πνεύματος καὶ ἀνέβηκες πρὸς τὸ φέγγος τῆς εὐσεβείας• ἀφοῦ ἐπετέλεσες ἔργο, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνυψώθηκες πρὸς τὴν μίμησι τῆς πράξεως τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου, μεῖνε σταθερὸς στὴν ἀρχική σου γνώμη καὶ βουλὴ καὶ σύνεσι• στήσου στερεὰ στὴν πέτρα τῆς πίστεως, στὴν ὁποία ἐθεμελιώθηκες καλὰ ἀπὸ τὸν Κύριο.(25) βάλε ἐπάνω στὴν ὀρθή σου πίστι ἀγαθὲς πράξεις καὶ σεμνότητα βίου, ὄχι ξύλα καὶ χόρτο, οὔτε καλάμια, εὔφλεκτη ὕλη τῆς ἁμαρτίας ποὺ χρησιμεύει μόνο γιὰ καῦσι καὶ γιὰ τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ χρυσὸ καὶ ἄργυρο, τὰ πολυτιμότερα δηλαδὴ κατορθώματα• διότι αὐτὰ τὰ κατορθώματα καὶ στὸ πῦρ τοῦ πειρασμοῦ, ὅταν δοκιμάζονται, γίνονται καθαρώτερα καὶ πολυτιμότερα.(26) Ἔτσι παραγγέλλει ὁ Χριστός, ὁ κοινὸς δεσπότης, νὰ παράγωμε καρποὺς ἀρετῶν καὶ νὰ μὴ καταισχύνωμε τὴν πίστι διὰ τῶν πράξεων,(27) ἔτσι συμβουλεύει ὁ Παῦλος, ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας,(28) ἔτσι ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος τῶν ἀποστόλων καὶ κλειδοῦχος τῶν οὐρανίων πύλων,(29) ἔτσι ὁ θεῖος χορὸς τῶν λοιπῶν ἀποστόλων ἐμαθήτευσε τὴν οἰκουμένη, ἔτσι παρέλαβαν οἱ πατέρες μας, ἔτσι παρέδωσαν σ' ἐμᾶς τοὺς διαδόχους, ἔτσι σὲ παραινοῦμε καὶ σὲ συμβουλεύομε, νὰ στολίζης τὴν πίστι μὲ τὶς ἀρετὲς καὶ μὲ τὴν πίστι νὰ καθιστᾶς λαμπρότερες ἀρετές.

35. Ἤθελα νὰ εἶμαι παρὼν ἐγὼ ὁ ἴδιος δίπλα σου, ὥστε νὰ λαμβάνω ἄμεση γνῶσι τῶν καλῶν ἔργων μὲ τὴ θέα κι' ἔτσι νὰ ἀποκτήσω μεγαλύτερη εὐθυμία καὶ χαρά• κι ἂν συνέβηκε τίποτε ἄτοπο, νὰ μπορῶ νὰ τὸ μεταστρέψω εὔκολα καὶ νὰ τὸ διορθώσω ἀμέσως. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ θέλησις στερεῖται τῆς δυνάμεως καὶ πολλὰ ἐμπόδια ἀνακόπτουν τὴν ὁρμή, θὰ προσπαθήσω τώρα νὰ κάμω ὅ,τι μοῦ μένει δυνατό, νὰ καταγράψω τὶς παραινέσεις, ὅπως ὑποσχέθηκα στὴν ἀρχή.




Τὸ χριστιανικὸ ἦθος

36. Ὅτι βέβαια πρέπει νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ λατρεύωμε εἰλικρινῶς τὸ θεῖο καὶ νὰ τρέφωμε στοργὴ καὶ φιλία πρὸς τοὺς ὁμοφύλους μας,(30) αὐτὸ ἀποτελεῖ ἔμφυτη στοὺς ἀνθρώπους γνῶσι• ἡ δὲ βούλησις, ἐπειδὴ δὲν συμβαδίζει μὲ τὴν γνῶσι ἐπέβαλε ν' ἀναγραφῆ ἡ κοινὴ γνώμη σὲ θεσπίσματα καὶ νόμους. Ὅτι δὲ ὁ εἰλικρινὴς ἔρως τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ στοργὴ καὶ τελεία ἀγάπη τοῦ συνανθρώπου ἔχουν μέσα τους τὶς ἐνέργειες τῶν ἄλλων ἐντολῶν, αὐτὸ δὲν εἶναι δύσκολο νὰ κατανοηθῆ καὶ ἀπὸ μόνο του, τὸ παριστάνει ὅμως καὶ ὁ δεσποτικὸς λόγος μὲ ταῦτα τὰ λόγια• «σ' αὐτὲς τὶς δυὸ ἐντολὲς κρέμονται ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆτες».(31) Πράγματι δέ, ἐκεῖνος ποὺ ἔχει στὴν καρδιά του τὸν θεῖο ἔρωτα κι' ἀγαπᾶ καὶ φιλεΐ τὸν συνάνθρωπο σὰν τὸν ἑαυτό του, θ' ἀγαπήση κατ' ἐξοχὴν τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ θὰ τοὺς ἀξιώση τῆς πρώτης μετὰ τὸν Θεὸ τιμῆς• ὄχι μόνο τὰ χέρια θὰ φύλαξη ἀπὸ αἵματα καὶ φόνους ἐμφυλίους καθαρά, ἀλλὰ καὶ τὴ γλώσσα καὶ τοὺς λογισμοὺς θὰ συγκράτηση ἀπὸ τέτοια σκὲψι• αὐτὸς ἐπίσης δὲν θὰ κλέψη, διότι δὲν ἐφάνηκε κανένας νὰ κλέβη αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶ σὰν τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν διαφυλάττει• ἀλλὰ οὔτε ξένους γάμους θὰ διασπάση• οὔτε θὰ δώση ὅρκο ἐπίορκο• οὔτε θὰ φέρη ψευδομαρτυρία κατὰ τοῦ συνανθρώπου του• καὶ γενικὰ δὲν θὰ ἀρχίση πρῶτος ἀδικοπραγίες ἐπιχειρώντας νὰ κτυπήση ἢ νὰ προπηλακίση ἢ καθιστάμενος τυραννικὸς ἐραστὴς τῶν ὑπαρχόντων τοῦ συνανθρώπου.(32) Ὅποιος διαπράττει κάτι ἀπὸ αὐτὰ αὐτομάτως καταστρέφει καὶ τὰ δύο, καὶ τὸν θεῖο καὶ δεσποτικὸ ἔρωτα καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ συνανθρώπου, τὸν δεύτερο ἐπιβουλευόμενος καὶ περιβάλλοντάς τον μὲ κακά, τὸν πρῶτο καθιστώντας τὸν εὐτελῆ καὶ περιφρονώντας τον. Σὲ ποιὲς πικρὲς τιμωρίες φέρει τὸν ἑαυτὸ του ἀπαραιτήτως, αὐτὸ εἶναι φανερὸ σὲ ὅλους. Διότι, ἂν ὁ περιφρονητὴς τῶν ἀνθρωπίνων προσταγμάτων καὶ τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας δὲν διαφεύγει τὴν καταδίκη, ἀλλὰ κινδυνεύει καὶ στὴν ἴδια τὴ ζωὴ του πολλὲς φορές, ποιὰ καταδίκη δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῆ ἐκεῖνος ποὺ ἀτιμάζει καὶ ἐξουθενώνει τὸν δεσπότη τοῦ σύμπαντος καὶ βασιλέα καὶ δημιουργὸ διὰ τῆς ὕβρεως καὶ ἐπιβουλῆς πρὸς τὸν συνάνθρωπο, ἐκεῖνος ποὺ ἐμπαίζει καὶ χλευάζει τοὺς νόμους του; Γι' αὐτὸ πρέπει μὲ κάθε τρόπο καὶ κάθε προσοχή, μαζὶ μὲ τὴν καθαρὴ καὶ ἀμώμητη θρησκεία μας, νὰ διαφυλάττωμε καὶ τοῦτες τὶς ἐντολές• διότι χωρὶς αὐτὲς δὲν εἶναι καθόλου δυνατὸ κανεὶς οὔτε τῆς μερίδος τῶν πιστῶν καὶ φιλόθεων νὰ γίνη μέλος οὔτε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ν' ἀξιωθῆ.

37. Αὐτὰ ὅμως πρέπει νὰ διαφυλάξη κάθε ἄνθρωπος μὲ ὅλη του τὴ δύναμι, ἄρχοντας καὶ ἀρχόμενος νέος καὶ γέρος, πλούσιος καὶ πτωχός• διότι ἢ φύσις εἶναι κοινὴ καὶ τὰ προστάγματα εἶναι κοινὰ καὶ ἀπαιτοῦν κοινὴ φύλαξι καὶ ἐπιμέλεια. Ἐκεῖνα ὅμως ποὺ ἀποβλέπουν περισσότερο στὴν διαπαιδαγώγησι τῶν ἀρχόντων κι εἶναι καταλληλότερα γιὰ τὴν ἐξουσία σου νὰ τὰ φυλάξη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μάλιστα θ' ἀποκτήση καὶ γιὰ τὰ ἄλλα μεγάλη ἐμπειρία, αὐτὰ θὰ σοῦ ἀναπτύξω τώρα. Πράγματι ὁ ἄρχοντας χρειάζεται πολλὴ καλοκαγαθία, καὶ κοσμιότητα στὰ ἤθη καὶ τὶς ἄλλες ἐκδηλώσεις. Γι' αὐτὸ λέγουν, «ἡ ἐξουσία δείχνει τὸν ἄνδρα»(33) καὶ ὅτι, ὅπως ὁ χρυσὸς δοκιμάζεται στὶς λίθινες ἀκόνες, ἔτσι καὶ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἐξετάζεται μὲ τὶς ἐνέργειες τῶν ἀρχόντων καὶ τὶς σκέψεις τῶν ἀρχομένων.



Προσευχὴ καὶ λατρεία

38. Ἐσὺ πάντως πρόσεξε ἐπιμελῶς, γιὰ νὰ μὴ εἶσαι μόνο ἀκροατής, ἀλλὰ καὶ ἐκτελεστὴς τῶν καλῶν καὶ ἀξιέπαινων πράξεων. Καὶ σ' αὐτὸ τὸ μέρος θὰ ἀρχίσωμε ἀπὸ τὰ θεῖα. Ἡ προσευχὴ λοιπὸν συνάπτει καὶ ἐξοικειώνει μὲ τὸν Θεό, διότι εἶναι ἔνθεος συνομιλία καὶ συνάφεια νοερὰ μὲ τὸ κάλλιστο καὶ πολυτιμότατο ὅλων τῶν ἀγαθῶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται κάθε οὐσίωσις καὶ συντήρησις, κάθε πρόνοια καὶ χορηγία ἀγαθῶν, κάθε τελειότης καὶ κάθαρσις παθῶν. Ὥστε καὶ κανένα ἄλλο κέρδος νὰ μὴ ἀπέρρεε ἀπὸ τὴν προσευχή, θὰ ἀρκοῦσε καὶ αὐτὸ μόνο του γιὰ τοὺς φιλόθεους καὶ τοὺς φιλοθεάμονες τοῦ ἀγαθοῦ ἀντὶ κάθε ἄλλης εὐφροσύνης, καὶ κάθε μακαριότητας καὶ εὐτυχίας στὸν βίο. Ὅταν πάλι λαμβάνωμε δι' αὐτῆς καὶ ἄφεσι ἁμαρτιῶν καὶ ἐξασφαλίζωμε τὶς ἀγαθοειδεῖς καὶ τελειοποιοὺς δωρεὲς μὲ τὰ ἄλλα αἰτήματα, ὅσα συμφέρουν, καὶ γινώμαστε ἄξιοι ν' ἀνταμείβωμε τὸν εὐεργέτη μὲ τὴν εὐχαριστία μας γιὰ τὶς ἀνέκφραστες πράξεις καὶ δωρεές του πρὸς ἐμᾶς, καὶ μάλιστα νὰ τοῦ προσφέρωμε σὰν ἀπαρχὲς τῆς νοερᾶς μας δοξολογίας καὶ λογικῆς οὐσιώσεως τὶς κινήσεις τοῦ νοῦ καὶ τὶς δοξολογίες κατ' αὐτὴν τὴν προσευχή• ὅταν λοιπὸν στὴν προσευχὴ συμπεριλαμβάνωνται τόσο πολλὰ καὶ μεγάλα, πῶς δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιδιδώμαστε σ' αὐτὴν πρόθυμα, νὰ τὴν ἀγαποῦμε καὶ ν' ἀσχολούμαστε μὲ αὐτήν;

39. Ἐσὺ λοιπὸν νὰ προσεύχεσαι διαπαντὸς μὲ εὐχὲς κατ' ἰδὶαν καὶ μόνος σου πρὸς τὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ προσεύχεσαι καὶ μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος καὶ φανερά. Καὶ μὲ τὰ δύο εἴδη, ὅταν τελοῦνται θεοφιλῶς εἶναι δυνατὸ ν' ἀποδίδεται ἡ εὐσέβεια• ὅσο δὲ τὸ πρῶτο ὑπερτερεῖ σὲ καθαρότητα διανοίας, τόσο τὸ δεύτερο προσκαλεῖ σὲ μίμησι ὅσους βλέπουν. Τὸ ἕνα συντελεῖ σὲ προσωπικὸ κέρδος, τὸ ἄλλο ὠφελεῖ καὶ τοὺς ἄλλους, τῶν ὁποίων ἡ σωτηρία καὶ προκοπὴ εἶναι πάλι μεγάλη μαρτυρία τῆς ἀρετῆς τοῦ ἄρχοντος.

40. Νὰ οἰκοδομῆς ναοὺς στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων του σύμφωνα μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέσμια, καὶ συνήθιζε τὸν λαὸ νὰ ἐκκλησιάζεται σ' αὐτούς, ὥστε ἐξιλεώνοντας ἀπὸ κοινοῦ τὸ θεῖο καὶ προσφέροντας κοινὴ δοξολογία, νὰ ὁδηγοῦνται σὲ κοινὴ ὁμόνοια καὶ νὰ κερδίζουν κοινὴ σωτηρία καὶ ὠφέλεια.

41. Οἱ θυσίες τῆς ἱερᾶς λατρείας μας εἶναι ἀνατεθειμένες στοὺς ἱερεῖς• ἂν ὑπηρετῆς σ' αὐτοὺς καὶ προσφέρης προθύμως, διὰ μέσου αὐτῶν θ' ἀπολαύσης πολλὴν εὐεργεσία καὶ χάρι. Θὰ μποροῦσες μάλιστα καὶ σύ, ἂν θέλης νὰ παρουσίασης μόνος σου ἕνα κάλλιστο καὶ ἀγαπητότατο θῦμα στὸ Θεό, προσφέροντάς του καθαρὸν βίον καὶ ὀρθότητα διανοίας.



Μελέτη

42. Κι' ἐπειδὴ γνωρίζεις πόσο πολὺ συμβάλλει στὴν διακυβέρνησι τῶν κοινῶν ἡ δύναμις καὶ ταχύτης τῆς διανοίας, νὰ μὴ παραλείπης καὶ αὐτὴν τὴ φροντίδα. Βέβαια εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνη ἀγχίνους αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ἐκ φύσεως αὐτὸ τὸ προσὸν• ἡ μελέτη ὅμως καὶ ἡ πεῖρα τῶν πραγμάτων, ποὺ καθιστοῦν τὴ γνῶσι εὔκολη, πολλὲς φορὲς στὴν πρᾶξι ἀποδεικνύουν τὸν γυμνασμένο ὀξύτερο ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν αὐτὴν τὴν ἱκανότητα ἐκ φύσεως. Γι' αὐτὸ πρέπει ν' ἀσκοῦμε τὴ φρόνησι σὲ ὅλο μας τὸν βίο• κι' αὐτὴ ἔρχεται μὲ τὴν μελέτη καὶ τὴν ἀνάμνησι πράξεων τῶν πρεσβυτέρων, μὲ τὴν συνομιλία καὶ συναναστροφὴ τῶν φρονίμων ἀνδρῶν ποὺ ὑπάρχουν(34) καὶ μὲ τὴν ἐμπειρία τῶν πρακτέων του βίου. Διότι ἡ πρᾶξίς, ποὺ ἀντλεῖ τὴν δύναμι ἀπὸ τὴν μίμησι καὶ τὴ βουλὴ καὶ τὸν χειρισμό, ἂν δὲν ἀντιπράττη ἡ ἀπὸ ἄνω πνοή, καταλήγει σὲ τέλος συμφέρον.


Ἐμφάνισις τοῦ ἄρχοντος

43. Νὰ μὴ περιφρονῆς οὔτε ἀκόμη τὶς σχετικὲς μὲ τὸ σῶμα συνήθειες καὶ ἐμφανίσεις καὶ κινήσεις μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶναι τάχα εὐτελῆ πράγματα• διότι ἡ καλὴ εὐταξία καὶ κατάστασις καὶ σ' αὐτὰ δὲν θεωρεῖται νὰ εἶναι μικρὸ δεῖγμα φρονήσεως καὶ ὅσοι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀντιληφθοῦν εὔκολα τὴν δύναμι καὶ τὸ κάλλος ποὺ εἶναι μέσα στὴν ψυχή, αὐτοὶ γίνονται ἐρασταὶ καὶ ἐπαινετὲς καὶ τῶν ἀδήλων προσόντων καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ θεάματα. Γι' αὐτὸ ὁ ἄρχων πρέπει νὰ φαίνεται κόσμιος καὶ σεμνὸς καὶ μὲ τὴν ἐμφάνισι τοῦ προσώπου, τὴν περιποίησι τῆς κόμης, καὶ τὴν ἐνδυμασία ποὺ φορεῖ, χωρὶς νὰ προχωρῆ πρὸς τὸ μαλθακὸ καὶ ἒξαλλο ὕφος οὔτε πάλι νὰ κατεβαίνη πρὸς τὸ ἀτημέλητο καὶ ράθυμο• διότι καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ξένο πρὸς τὴ διαγωγὴ τοῦ ἄρχοντος. Χρειάζεται ἐπίσης ὁ ἄρχων καὶ βάδισμα εὔτακτο ποὺ οὔτε ἀσχημίζει τὴν κίνησι πρὸς τὸ θηλυπρεπὲς καὶ τὸ ἔκλυτο οὔτε τὴν στρέφει πρὸς τὸ ἀπότομο καὶ ταραγμένο καὶ ἀνώμαλο. Καὶ γενικὰ κάθε κίνησις ἂς στολίζεται μὲ τὴν τάξι.

44. Πρέπει ἐπίσης νὰ προσέχη κανεὶς καὶ τὴν ταχύτητα στὰ λόγια• διότι, ἂν ἡ ταχυλογία δὲν εἶναι ἴσως κάτι τὸ εὐκαταφρόνητο καὶ ἀσήμαντο στὰ ρητορικὰ διαγωνίσματα, ἀλλὰ στὶς δημηγορίες εἶναι κάτι τὸ ἀνόητο καὶ ἐπιζήμιο• στὰ προστάγματα δέ, καὶ μάλιστα τὰ πολιτικὰ καὶ δημόσια, εἶναι κάτι εὐτελὲς καὶ ταπεινό. Γιὰ νὰ ἐκφρασθῶ δὲ ἀκριβέστερα, ἡ ταχύτης στὴν πράξι καὶ τὰ λόγια καὶ τὶς κινήσεις, συνοδευόμενη ἀπὸ εὐταξία, ἀναδεικνύει τὸν κάτοχο σὲ θεῖο καὶ ὑπερφυὲς πρόσωπο, ἀλλὰ εἶναι κάτι σπάνιο καὶ εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ συμπέσουν ὅλα μαζί• ἡ συμμετρία ὅμως σ' αὐτὰ μαζὶ μὲ τὴν εὐταξία εἶναι κάτι σεμνὸ καὶ ἀξιοθαύμαστο καὶ ἀξιοπρεπές, καὶ μαζὶ μὲ τὴν εὐλάβεια καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο ἐπιθυμητὸ νὰ βλέπεται καὶ καταλληλότερο νὰ ἐξουσιάζη. Ἡ δὲ ταχύτης μαζὶ μὲ τὴν ἀταξία εἶναι κάτι παραπληγικὸ καὶ μανιακό• μερικὲς φορὲς κατορθώνει μεγάλα, συχνότερα ὅμως ἀποτυγχάνει φοβερά. Ἡ δὲ βραδύτης συνοδευόμενη ἀπὸ ἀταξία εἶναι κάτι νωθρὸ καὶ ἠλίθιο, χάνει μερικὲς φορὲς σὲ μεγάλα θέματα, κατορθώνει δὲ ἐλάχιστα, καὶ μάλιστα πολὺ ταπεινὰ κατορθώματα, ἀνάλογα μόνο πρὸς τὶς ἄλλες πράξεις ἐκείνου.

45. Τὸ ξέσπασμα σὲ γέλοια ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀσχήμια ποὺ ἐπιφέρει στὸ πρόσωπο ἀποτελεῖ καὶ προσβολὴ τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἤθους.(35)

46. Καὶ ἡ ἀκοὴ καὶ ἡ γλώσσα πρέπει νὰ ἀπέχουν ἀπὸ κάθε αἰσχρολογία. Διότι ὅσα εὐχαριστεῖται κανεὶς ν' ἀκούη, αὐτὰ δὲν ἐντρέπεται καὶ νὰ τὰ λέγη• ὅσα πάλι δὲν ἐντρέπεται κανεὶς νὰ λέγη, ὅτι δὲν θὰ ἐντραπῆ καὶ νὰ τὰ πράξη, τὸ ἀποδεικνύει ὁ ἴδιος ἐντυπωσιακά. Γενικὰ μάλιστα πρέπει νὰ φυλάγεσαι μὴ ξεφύγη ἡ γλώσσα σου• διότι πολλὲς φορὲς λαθεύοντας κανεὶς σὲ μία μικρὴ λέξι προκάλεσε μεγάλη ζημιά, πετώντας ἀκόμη καὶ τοὺς τελευταίους κύβους γιὰ τὴ ζωή.

47. Ἔχε τ' αὐτιά σου στοὺς μὲν ἀδικουμένους ἀνοικτά, πρὸς δὲ τὶς δικαιολογίες καὶ πιθανολογίες τῶν ἀδικούντων κλειστά.

48. Ν' ἀποστρέφεσαι τὰ φιλοκατήγορα καὶ συκοφαντικὰ χείλη• διότι αὐτὰ πολλὲς φορὲς ἐξερέθισαν καὶ παιδιὰ ἐναντίον πατέρων καὶ πατέρες ἐναντίον παιδιῶν, διέσπασαν ἀνδρόγυνα κι ἐξεσήκωσαν συγγενεῖς ἐναντίον ἀλλήλων• καὶ τί λέγω μόνο αὐτά; ἀκόμα καὶ ὁλόκληρες πόλεις καὶ οἰκισμοὺς ἀπέτρεψε μιὰ φωνὴ συκοφάντη.



Ἡ φιλία

49. Νὰ μὴ εἶσαι γρήγορος στὴ σύναψι φιλίας• ὅταν ὅμως συνάψης δεσμό, νὰ τὸν διατηρῆς ἄλυτο μὲ κάθε τρόπο,(36) σηκώνοντας ὅλο τὸ βάρος τοῦ συνανθρώπου, μὲ τὴν προϋπόθεσι ὅτι δὲν ἐπιφέρει κίνδυνο στὴν ψυχή. Διότι οἱ διαστάσεις πρὸς τοὺς φίλους ἐκφαυλίζουν ὅλη τὴν προαίρεσι τῶν ἀνθρώπων καὶ ὑποβάλλουν ὄχι μόνο τὸν ὑπαίτιο ἀλλὰ καὶ τὸν ἀναίτιο στὴν ἴδια ὑπόνοια. Φίλους νὰ κάμης ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διατηροῦν παντοτινὰ ἄδολη τὴν φιλία πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ μήτε ὅταν εὐημεροῦσαν τοὺς ἐφθόνησαν μήτε ὅταν δυστυχοῦσαν τοὺς παραμέλησαν. Πράγματι πολλοὶ ἐβοήθησαν κι ἐπόνεσαν τοὺς φίλους ὅταν εὑρίσκονταν σὲ δυστυχία, ἀλλὰ ὅταν ἦσαν εὐτυχεῖς δὲν ἐβάσταξαν τὴν εὐημερία τους• ἔτσι αὐτοὺς ποὺ δὲν τοὺς ἤλεγξε ὁ καιρὸς τῆς συμπαθείας, τοὺς ἐξεσκέπασε τὸ πάθος τοῦ φθόνου. Ν' ἀποκτᾶς λοιπὸν φίλους ὄχι τοὺς φαύλους ἀλλὰ τοὺς ἀρίστους• διότι τὰ ἤθη τῶν φίλων κρίνονται συνήθως ἀπὸ τὴν ποιότητα τῶν φιλουμένων(37) διὰ τῶν ἐντίμων φίλων εὔκολα ἐπαναφέρεται κανεὶς καὶ ὅταν παραπέση, οἱ φαῦλοι ὅμως φθείρουν καὶ τὴν ὑπάρχουσα καλοκαγαθία• οἱ πρῶτοι καλύπτοντας οἱ ἴδιοι τὴν ἔλλειψι τῶν φίλων στὴν ἀρετὴ τὴν κάμουν νὰ φαίνεται ἀνελλιπής, ἐνῶ ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς φαύλους καθιστὰ νόθο καὶ ὅ,τι ὑπόλοιπο ἀρετῆς ὑπάρχει.

50. Νὰ μὴ ζητῆς ν' ἀκούης τὰ εὐχάριστα ἀπὸ τοὺς φίλους, ἀλλὰ μᾶλλον τὰ ἀληθινά. Διότι, ἂν δὲν πρέπει νὰ πιστεύσωμε στοὺς ἐχθροὺς ἀκόμη καὶ ὅταν λέγουν τὴν ἀλήθεια, ἀπὸ τοὺς φίλους δὲ ἔχει φθαρεῖ ἡ ἀλήθεια καὶ ζητοῦν κι ἐκεῖνοι νὰ λέγωνται τὰ εὐχάριστα, ἀπὸ ποῦ ἀλλοῦ θὰ προέλθη γιὰ μᾶς ἡ γνῶσις τῆς ἀληθείας καὶ ἡ διόρθωσις τῶν τυχὸν ἀνοσίων λόγων καὶ πράξεών μας; Γι' αὐτὸ νὰ θεωρῆς σπουδαῖο πράγμα τὸ νὰ διαφέρουν οἱ φίλοι τῶν κολάκων. Οἱ μὲν κόλακες, ἐπαινώντας σε κατὰ πρόσωπο, καὶ σένα τὸν ἴδιο δὲν ἀφήνουν νὰ λάβης συναίσθησι τῶν σφαλμάτων ποὺ φυσικὰ διαπράττεις καὶ μεγαλύτερα τὰ καθιστοῦν μὲ τὶς διαβολὲς πρὸς τοὺς ἄλλους• οἱ φίλοι ὅμως μὲ τὸν φιλικὸ ἔλεγχο καὶ σένα τὸν ἴδιο ἐνισχύουν περισσότερο, ὥστε ν' ἀντιληφθῆς τὴν παρανομία, καί, ἂν χρειασθῆ νὰ λεχθῆ κάτι καὶ πρὸς τοὺς ἔξω, τότε ἀντὶ κατηγορίας εὑρίσκουν ἀπολογία γιὰ τὴν πράξι. Ὅσο λοιπὸν διαφέρει ἡ ἄσκησις τῆς ἀρετῆς ἀπὸ τὴν προκοπὴ στὴν κακία καὶ τὸ νὰ διαλύη κανεὶς τὶς διαβολὲς ἀπὸ τὸ νὰ διαβάλλη στοὺς ὑπηκόους, τόσο πρέπει καὶ σὺ νὰ προτιμᾶς τοὺς φίλους ἀπὸ τοὺς κόλακες.(38)

51. Ὅσα ἀπὸ τὰ μυστικὰ αὐξάνουν τὴν ἀρετή σου, νὰ τὰ γνωστοποιῆς στοὺς φίλους• ὅσα ὅμως ἐκφαυλίζουν τὴ γνώμη, αὐτὰ οὔτε ὁ ἴδιος νὰ τὰ ἐκτελῆς οὔτε στοὺς φίλους νὰ τὰ διαβιβάζης.(39) Αὐτὸ εἶναι ἄριστο καὶ χωρὶς ἄλλη αἰτιολογία• πλὴν ὅμως, ὅταν ἡ φιλία, ὅπως συχνὰ συμβαίνει στὰ ἀνθρώπινα, μεταστραφῆ σὲ κορεσμό, τότε γίνεται περισσότερο ἀντιληπτὴ ἡ χρησιμότης τῆς παραινέσεως. Πράγματι, τὸ φαῦλο μυστικό, καὶ μάλιστα αὐτὸ ποὺ ὑπεισέρχεται στοὺς λογισμοὺς τοῦ συμμεριζομένου καὶ τοὺς διασείει, ἀπομακρύνει γρήγορα καὶ χωρὶς καθυστέρησι ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἀποβλέψη πρὸς τὴν ἐπιστροφή• καὶ ὅταν δημοσιοποιηθῆ θὰ σοῦ προκαλέση βαρειὰ βλάβη καὶ θὰ σὲ διαθέση δυσμενῶς πρὸς αὐτὸν ποὺ τὸ διέδωσε. Τὸ χρηστὸ ὅμως μυστικὸ καὶ τὸν συμμεριζόμενο θὰ συγκρατήση ἀπὸ τὴν διάσπασι τῆς φιλίας, ἐκβιάζοντάς τον μ' ἕνα δυνατὸ δεσμό, τὴν ἀρετή, καὶ εἰσερχόμενο στὸ νοῦ του θὰ τὸν καλέση σ' ἔπαινο τῆς σπουδαίας σου γνώμης, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε καὶ σένα, ἂν παραφέρθηκες σὲ κάτι, θὰ σὲ πείση, βλέποντας αὐτά, νὰ ἀναλάβης χωρὶς δυσαρέσκεια πάλι τὴν πρὸς αὐτὸν συναναστροφὴ καὶ φιλικὴ σχέσι. Πάντοτε λοιπὸν νὰ καλολογῆς τοὺς φίλους, καὶ μάλιστα τοὺς ἀπόντας ἐνώπιον τῶν παρόντων ἔτσι μπορεῖ καὶ τὸ κακὸ τῆς κολακείας ν' ἀποφύγης, μὴ ἐπιτρέποντας νὰ φανῆ στὴ συμπεριφορά σου οὔτε ἴχνος της, καὶ στοὺς φίλους θὰ παρουσιασθῆς εὐαρέστως ἀφοῦ διεβεβαίωσες τοὺς παρόντες ὅτι εἶσαι τέτοιας διαθέσεως, ὅπως ἐφάνηκες σ' αὐτοὺς μὲ τὰ λόγια σου περὶ τῶν ἀπόντων.




Οἱ λεπτομέρειες τῆς εὐνομίας

52. Κι' ἔτσι περιτειχίζοντας τὸν ἑαυτό σου μὲ φιλία, νὰ εἶσαι σ' ἐκείνους μὲν ποὺ ἀδικοῦν ἄλλους ἀμείλικτος, σ' ἐκείνους δὲ ποὺ ἀδικοῦν ἐσένα, ἐπιεικέστατος. Μὲ τὸ πρῶτο θὰ ὑπάρξη εὐνομία στὴν πολιτεία καὶ θὰ εἶναι ὁλοφάνερη ἡ φροντίδα καὶ ἡ κηδεμονία σου πρὸς τοὺς ὑπηκόους• μὲ τὸ δεύτερο διακηρύσσεται ἡ φιλανθρωπία τῆς γνώμης καὶ ὁ ἀληθινὰ βασιλικὸς τρόπος. Οἱ τύραννοι μὲν πολλὲς φορὲς παραβλέπουν τὰ κοινὰ ἀδικήματα καὶ τὰ πρὸς ἀλλήλους, ἀλλὰ κρίνουν σκληρὰ τὰ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἴδιους• ἐνῶ τοῦ βασιλέως καὶ τῆς ἔννομης τάξεως ἔργο εἶναι νὰ φέρη μὲ φιλανθρωπία τὰ πρὸς αὐτὸν ἀδικήματα, καὶ ἀντιθέτως νὰ διευθετῆ καὶ νὰ ρυθμίζη μὲ δικαιοσύνη ὅσα ἀναφέρονται στὰ κοινὰ καὶ πρὸς ἀλλήλους.

53. Ὅπως ἐκεῖνος πού, ἐνῶ ἔχει μεγάλη ἐλευθερία νὰ ἀδικῆ, ἐνεργεῖ δίκαια, εἶναι ἄξιος πολλῶν ἐπαίνων, ἔτσι εἶναι ἀξιοκατάκριτος ἐκεῖνος πού, ἐνῶ δὲν στερεῖται τίποτε ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα, ἁπλώνει τὰ χέρια του σὲ ξένα πράγματα. Στὸν πτωχὸ ἄνθρωπο ἡ πτώχεια εἶναι πρόφασις ἀδικίας, ἂν καὶ παράλογη• ἐκεῖνος ὅμως ποὺ κατέχει ἐξουσία καὶ δὲν στερεῖται ἔχει ἀναπολόγητη τὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὶς ἀδικίες του.

54. Ὅσο ὑπερέχει κανεὶς στὴν ἐξουσία, τόσο ὀφείλει νὰ πρωτεύη καὶ στὴν ἀρετή.(40) Ἐκεῖνος δὲ ποὺ πράττει τὸ ἀντίθετο, ἐπιτελεῖ τρία κάκιστα πράγματα• καταστρέφει τὸν ἑαυτό του, παρακινεῖ τοὺς βλέποντας στὴν κακία, προετοιμάζει τὸ ἔδαφος νὰ βλασφημῆται ὁ Θεός, διότι μία τόσο μεγάλη ἀρχὴ ἀνέθεσε σὲ τέτοιον ἄνθρωπο. Γι' αὐτὸ ἡ κακία πρέπει ν' ἀποφεύγεται ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο, κυρίως ὅμως ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες.

55. Κυβέρνα λοιπὸν τοὺς ὑπηκόους σου, ἔχοντας πεποίθησι ὄχι στὴν τυραννίδα, ἀλλὰ στὴν ἀγάπη τῶν ἀρχομένων•(41) διότι ἡ εὔνοια εἶναι σταθερώτερο καὶ ἀσφαλέστερο βάθρο τῆς ἀρχῆς παρὰ ὁ φόβος. Τοῦτο δὲ τὸ ἐπιτυγχάνουν ἡ ἀπόκτησις τῶν ἀρετῶν, καθὼς καὶ οἱ κόποι καὶ οἱ φροντίδες πρὸς τοὺς ὑπηκόους. Ἔτσι καὶ σὺ ὁ ἴδιος θὰ ζήσης βασιλικὰ καὶ εὐχάριστα καὶ σ' ἐκείνους θὰ διατηρήσης τὸν βίο ἐλεύθερο ἀπὸ ἐπιβουλὴ καὶ ἀλόγιστες συμφορὲς καὶ θὰ ἀφήσης ἀείμνηστη τὴ φήμη σου διαπαντός.

56. Νὰ ἐπαινῆς καὶ νὰ δέχεσαι τοὺς ἀκριβεστάτους νόμους καὶ νὰ ρυθμίζης τὸν βίο σου κυττάζοντας πάντοτε πρὸς αὐτούς• νὰ μὴ ἐπιβάλλης ὅμως σκληρὲς τιμωρίες πρὸς τοὺς ὑπηκόους κατὰ τὶς διατάξεις ἐκείνων, ἀλλὰ νὰ τοὺς παιδαγωγῆς μᾶλλον διὰ τῶν φιλανθρωποτέρων μέτρων. Ἔτσι μὲ τὴν αὐστηρότητά σου ἀπέναντι στὸν ἑαυτό σου θὰ φανῆς φοβερὸς στοὺς ἀδικοῦντας καὶ ἐπιεικὴς στοὺς ὑπηκόους.

57. Πρέπει νὰ ἐπιβάλλης τὴν ἐξουσία σου ὄχι τιμωρώντας, ἀλλὰ φαινόμενος ὡς τιμωρός.(42) Τοῦτο ἐπιτυγχάνεται ἀπὸ τὴν σοβαρότητα τοῦ ἤθους, καθὼς καὶ τὴν σεμνότητα καὶ ἐπιμέλεια τῶν τρόπων ἐνῶ οἱ τιμωρίες εἶναι γνώρισμα ὀργίλων μᾶλλον ἀνθρώπων παρὰ φρονίμων, οἱ ὁποῖοι στρέφονται εὔκολα πρὸς τὴν τιμωρία ἀπὸ ἀδυναμία νὰ καθοδηγήσουν τὸν λαὸ φρονίμως. Τὸ ἕνα μπορεῖ νὰ τὸ πράξη καὶ ὁ τυραννικώτατος ἡγεμών, τὸ ἄλλο ὅμως μόνο ὁ ἱκανὸς ἄρχων, ἂν ἀρετὴ τοῦ ἄρχοντος δὲν εἶναι νὰ καταστρέφη τοὺς ὑπηκόους, ἀλλὰ νὰ τοὺς αὐξάνη καὶ νὰ τους βελτιώνη.

58. Μερικοὶ εἶπαν ὅτι ἀρετὴ τοῦ ἄρχοντος εἶναι τὸ νὰ κάμη μεγάλη μία μικρὴ πολιτεία•(43) ἐγὼ θὰ ἔλεγα ὅτι μᾶλλον εἶναι τὸ νὰ τὴν καταστήση σπουδαία ἀπὸ φαύλη. Τὸ πρῶτο μπορεῖ νὰ συμβῆ πολλὲς φορὲς καὶ ἀπὸ τὴ φορὰ τῶν πραγμάτων, τὸ δεύτερο δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐπιτευχθῆ παρὰ μόνο ἀπὸ τὸν ἄριστο κυβερνήτη. Μιμούμενος αὐτὸν κι ἐσὺ μὲ τὰ κατορθώματά σου, θὰ αὐξήσης τὴν πολιτεία τῶν ὑπηκόων μὲ τὴν ἀρετή.

59. Ὅπως ἕνα σαθρὸ τεῖχος ἀκόμη κι ἂν μέσα του ἔχη λαμπρὰ σπίτια, εὐκρασία ἀέρων καὶ ἀφθονία ἀγαθῶν, ἐξευτελίζει τὴν πόλι, ἔτσι καὶ οἱ φαῦλοι ἄνθρωποι ποὺ εἶναι στὸ περιβάλλον τοῦ ἄρχοντος διαβάλλουν καὶ τὸν δικό του τρόπο• διότι ὅσοι λαμβάνουν πεῖρα τῆς πονηρίας ἐκείνων, ὑποθέτουν ὅτι καὶ ὁ ἀπ' αὐτοὺς δορυφορούμενος εἶναι παρόμοιος.(44)

60. Νὰ μὴ ἐπαινέσης κανενὸς τὴν παρανομία, ἔστω κι ἂν φαίνεται νὰ εὐημερῆ δι' αὐτῆς• διότι κι' ἐκεῖνον θὰ παρακινήσης περισσότερο στὴν κακία καὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος θ' ἀποδειχθῆς ὅτι ζητεῖς εὐκαιρία γιὰ παρόμοια πρᾶξι. Ἐκεῖνος πράγματι ποὺ ἐγκρίνει καὶ τιμᾶ αὐτὰ ποὺ ἐπαινεῖ ἀκαίρως, τί δὲν θὰ κάμη, ἂν τοῦ δοθῆ τέτοια εὐκαιρία;(45)

61. Ὁ τρόπος τῶν ἀρχόντων γίνεται νόμος στοὺς ὑπηκόους. Ἂν λοιπὸν τὸ πλῆθος γιὰ ὅλα τὰ σφάλματά του ἀποδίδη τὰ αἴτια στὸν ἄρχοντα, πόσο νομίζεις ἐσὺ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμελῆσαι τῆς ἀρετῆς καὶ νὰ ἀγρυπνῆς γιὰ τὰ καλὰ ἔργα;

62. Κάθε πράξεως πρέπει νὰ προηγῆται σκέψις, διότι οἱ ἀπερίσκεπτες πράξεις εἶναι συνήθως σφαλερὲς καὶ τὸ ἐπίτευγμά τους δικαίως θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθῆ ἔργο ἄλλης μᾶλλον αἰτίας παρὰ τῆς ὁρμῆς καὶ περιπετείας ἐκείνου ποὺ πολλὲς φορὲς παρατράπηκε.(46)

63. Πράγματα ποὺ δὲν κατάφεραν χέρια πολλῶν καὶ πολλὲς φορές, τὰ κατορθώνει μιὰ βουλὴ καὶ διαμιᾶς• γι' αὐτὸ νὰ προτιμᾶς τὴν εὐβουλία ἀπὸ τὴν πολυχειρία.(47)

64. Βοηθὸς τῆς προνοίας εἶναι ἡ μετάνοια. Ὅσα λοιπὸν διέφυγαν ἀπὸ ἐκείνη καὶ ἐκπίπτουν, ἂς ἀναλάβη αὐτὴ νὰ τὰ διορθώση καὶ νὰ τὰ περισώση.

65. Ὁ φθόνος εἶναι μεγάλη ἀρρώστια γιὰ κάθε ψυχή, εἶναι ὅμως μεγίστη κυρίως γιὰ τοὺς ἄρχοντες• διότι αὐτοὶ κατ' ἀνάγκην, ὅσους πρόκειται νὰ χρησιμοποιήσουν ὡς συνεργάτες γιὰ τὴν εὐημερία καὶ τοῦ βίου καὶ τῆς πόλεως, τοὺς βλέπουν ἀπὸ φθόνο ὡς ἐχθροὺς λόγω τῆς ἀρετῆς των καὶ τοὺς ἐπιβουλεύονται ὡς ἀντιπάλους• τί θὰ ἦταν ὀλεθριώτερο καὶ ἀφρονέστερο ἀπὸ αὐτό;

66. Ὅσο πρέπει ν' ἀποφεύγωμε τὸ φθονεῖν, τόσο πρέπει νὰ ἐπιδιώκωμε τὸ φθονεῖσθαι• αὐτὸ ἁρμόζει ἰδιαιτέρως στὸν ἄρχοντα ὅπου δὲν εἶναι εὔκολο νὰ φθάση ἡ βλάβη ἀπὸ τοὺς φθονερούς. Ἂν ὅμως χρειασθῆ νὰ περιστείλη τὸν φθόνο (διότι αὐτὸ τὸ θηρίο εἶναι πολυμήχανο καὶ παράτολμο) δὲν θὰ ἀποκρουσθοῦν οἱ βολίδες του μὲ τὴν ἐλάττωσι τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ μὲ τὴν μετριοφροσύνη, καθὼς καὶ μὲ τὴν μείωσι καὶ περικοπὴ τῆς ἐπιδείξεως καὶ πλεονεξίας στὰ μὴ ἀναγκαῖα.

67. Ὅταν κανεὶς κυβερνᾶ τὸν ἑαυτό του, τότε ἂς νομίζη ὅτι κυβερνᾶ ἀληθινὰ καὶ τοὺς ὑπηκόους του.(48) Διότι αὐτοί, ὅταν ἰδοῦν τὸν ἡγέτη νὰ εἶναι ἄρχων τῶν παθῶν καὶ κυρίαρχος τῶν ἡδονῶν, τότε ἀπὸ πόθο θὰ ὑποταγοῦν καὶ αὐτοὶ ἑκουσίως• ἂν ὅμως τὸν ἰδοῦν νὰ εἶναι ὑπόδουλος τῆς ἡδονῆς καὶ τῶν παθῶν, θὰ θεωρήσουν ἀνυπόφορο τὸ νὰ δουλεύουν σ' ἕναν ὑπόδουλο.

68. Νὰ θεωρῆς ἄριστον τὸν δικαστή, ὁ ὁποῖος καταδιώκει τὴν φύσι τοῦ δικαίου μὲ ταχύτητα λογισμῶν καὶ ὅταν τὴν πιάση, τὴν προωθεῖ μὲ ὀρθότητα• ὁ ὁποῖος εἶναι γρήγορος στὸ νὰ ἐξασφαλίζη ἄνεσι στοὺς ἀδικουμένους ἀλλὰ βραδὺς στὴν τιμωρία τῶν ἀδικούντων, ἀνώτερος χρημάτων ἀλλ' ὄχι κατώτερος ἐξουσίας, νικητὴς τῆς ὀργῆς ἀλλ' ὄχι αἰχμάλωτος τῆς συμπαθείας• ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν κρίσι ὡς μόνη συγγένεια καὶ φιλία καὶ δόξα γνωρίζει τὴν δικαιοσύνη, ὡς μόνη δὲ ἀλλοτρίωσι καὶ ἔχθρα καὶ ἀδοξία τὴν ἀδικία.

69. Νὰ μὴ ἀλλάζης καθόλου διάθεσι πρὸς τοὺς ὁμοφύλους εὔκολα καὶ χωρὶς ἐμφανῆ αἰτία. Διότι ἀκόμα καὶ ἂν ὑπολανθάνουσες ἀπ' αὐτοὺς αἰτίες καθιστοῦν δικαία τὴν ἀλλαγὴ στάσεως πρὸς αὐτούς, ὅμως ὅσοι δὲν τὶς ἀντιλαμβάνονται, δὲν θὰ κατηγορήσουν ἐκείνους γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς στάσεώς σου πρὸς αὐτούς, ἀλλὰ θὰ κατηγορήσουν ἐσένα γιὰ ἀσθενῆ καὶ ἐπιπόλαια γνώμη.

70. Δὲν στολίζει καὶ δὲν σώζει τόσο καλὰ τὸν ἄρχοντα, ἡ ἀνδρεία στὸν πόλεμο, ὅσο ἡ εὔνοια καὶ ἡ φιλανθρωπία πρὸς τοὺς ὁμοφύλους. Πράγματι πολλοί, ποὺ ἐνίκησαν τοὺς ἐχθρούς, καταστράφηκαν ἀπὸ τοὺς δικούς τους λόγω τῆς σκληρότητός των καὶ πολλοί, ποὺ μόλις ἀπέφυγαν τὴ σύλληψι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, διασώθηκαν ἀπὸ τοὺς ὁμοφύλους, ποὺ δὲν προτίμησαν οὔτε τὴν ἴδια τὴ ζωή τους ἀπὸ τὴ σωτηρία τοῦ ἄρχοντος.

71. Πρέπει νὰ τοποθετῆς ὡς ἀξιωματούχους ἀνθρώπους ποὺ διαθέτουν ὅλες τὶς ἀρετές, κι ἂν αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, πάντως τοὺς δικαιοτάτους• διότι ὅσες παρανομίες διαπράττονται ἀπὸ τοὺς ἀξιωματούχους, αὐτὲς μεταφέρουν πρός αὐτὸν ποὺ τοὺς δώρισε τὸ μῖσος καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ πλήθους.(49)

72. Ὁ ἄρχων πρέπει νὰ ἐπιζητῆ μὲ κάθε ἐνέργεια τὶς γνῶμες τῶν ὑπηκόων κι ἔτσι νὰ τοὺς ἔχη κοινωνοὺς τῆς φιλίας καὶ τῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ἀποφάσεων πρῶτα, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ρυθμίζει ὁ ἴδιος τὴν οἰκία του• δεύτερον, μὲ τὸν τρόπο ποὺ φέρεται πρὸς τὴ γυναίκα, τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς δούλους• τρίτο, μὲ τὸν τρόπο ποὺ χρησιμοποιεῖ τοὺς φίλους• τέταρτο, μὲ τὸν τρόπο ποὺ φέρεται πρὸς τοὺς γείτονές του• καὶ πέμπτο, μὲ τὸν τρόπο ποὺ δέχεται τὴν ἔχθρα καὶ ἀμύνεται, καὶ πάλι μὲ τὸν τρόπο ποὺ καταθέτει τὰ ὅπλα καὶ συνδιαλλάσσεται. Αὐτὰ εἶναι ἱκανὰ νὰ τεκμηριώσουν τὴν φύσι τοῦ ἀνδρὸς καὶ νὰ τὸν δείξουν γυμνὸ ἀπὸ προσωπεῖο καὶ σ' αὐτοὺς ποὺ βλέπουν τὸν ἄνθρωπο σὰν ἐπάνω στὴ θεατρικὴ σκηνή.

73. Τότε θὰ εἶσαι ἄριστος κριτὴς τῶν ἄλλων, ὅταν ἐξετάζοντας τὸν ἑαυτό σου δίνης λόγο γιὰ κάθε πράξι μὲ κριτὴ τὴ συνείδησι καὶ ἐπινοῆς διόρθωσι τῶν σφαλμάτων.(50) Διότι, πῶς δὲν θὰ ἐντρέπεσαι νὰ ἐπιτιμᾶς τοὺς ἄλλους γιὰ πράγματα ποὺ ἐσὺ ἁμαρτάνεις παρομοίως; Καὶ πῶς νομίζεις ὅτι θὰ σοῦ φερθοῦν ἐκεῖνοι, ὅταν αὐτοὶ ὑποχρεώνονται νὰ καταδικασθοῦν γιὰ πράξεις γιὰ τὶς ὁποῖες ἐσένα σὲ βλέπουν ἀτιμώρητο;

74. Νὰ ἐπαινῆς τὶς ἄριστες πράξεις• νὰ τὶς ἐπαινῆς δὲ ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς ἀντίστοιχες πράξεις σου, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεις τοὺς μιμητὰς ἐντίμους, προτιμώντας τους ἀπὸ τοὺς ἄλλους• ὁ ἔπαινος μὲ τὰ λόγια εἶναι ἰδιότης τῶν ὁποιωνδήποτε, μὲ τὶς πράξεις εἶναι ἰδιότης τῶν ἀξίων νὰ κυβερνοῦν.

75. Νὰ προνοῆς γιὰ ὅλους, γιὰ τοὺς ἀγαθοὺς μὲν ὥστε νὰ γίνουν ἄριστοι καὶ ν' ἀπολαύσουν τῆς ὀφειλομένης σ' αὐτοὺς τιμῆς καὶ δικαιοδοσίας, γιὰ τοὺς ἄλλους δὲ ὥστε νὰ βελτιωθοῦν στὶς γνῶμες καὶ ν' ἀπαλλαγοῦν τῆς ἀπὸ τοὺς νόμους ἀτιμίας• κι' αὐτὸ εἶναι πράγματι γνώρισμα τῆς εὐνομουμένης ἐξουσίας καὶ κυβερνήσεως.

76. Νὰ μετάθεσης τὶς μεταξὺ τοὺς ἔριδες τῶν ὑπηκόων μεταφέροντάς τες στοὺς ἀγῶνες κατὰ τῶν ἐχθρῶν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Τῶν τυράννων ἔργο εἶναι νὰ προκαλοῦν στάσεις ἀνάμεσα στὰ πλήθη, διότι ἡ τυραννία διασφαλίζεται μὲ τὴν κοινὴ φθορὰ καὶ διχοστασία• τοῦ ἄρχοντος δὲ καὶ τοῦ βασιλέως ἔργο εἶναι νὰ διατηρῆ ἀστασίαστη τὴν ὁμόνοια τῶν ὑπηκόων, διότι τὸ βάθρο τῆς ἐξουσίας των εἶναι ἐμπηγμένο στὴ σωτηρία τῶν ὑπηκόων.

77. Ὅπως ὁ ἄρχων πρέπει νὰ εἶναι φοβερὸς στοὺς ἀδικοῦντας, ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι φύλακας καὶ προασπιστὴς τῶν μὴ ἀδικούντων, ἀλλὰ τηρούντων τοὺς νόμους.(51)

78. Τρεῖς ἀποδόσεις γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ὑπάρχουν τιμωρία, ψόγος, ἔπαινος, καὶ ἂν θέλης, κι εὐεργεσία. Τῆς τιμωρίας ἄξιος εἶναι ὁ ἐχθρός, τοῦ ψόγου εἶναι οἱ πολίτες ποὺ ἀδικοῦν μέτρια, τοῦ δὲ ἐπαίνου καὶ τῆς εὐεργεσίας ἐκεῖνοι ποὺ διακρίνονται σὲ κατορθώματα. Ἂν κανεὶς ἀπὸ τοὺς τελευταίους μεταταχθῆ στὴν ἀγριότητα καὶ μίμησι τῶν ἐχθρῶν, αὐτὸς ἐπιφέρει στὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ποινὴ ἐκείνου. Ὅποιος ἀλλάζει κάτι ἀπ' αὐτὰ καὶ μεταβάλλει τὴ διάταξι, αὐτὸς εἶναι ἐχθρός της πολιτείας μεγαλύτερος ἀπὸ τοὺς πολεμίους. Πράγματι, ὅποιος εὐεργετεῖ τοὺς πολεμίους εἶναι προδότης, ὅποιος ἐπαινεῖ τοὺς φαύλους ἀνατρέπει τὴν πόλι (διότι παρακινεῖ τοὺς πολίτες πρὸς τὴν κακία) καὶ ὅποιος δὲν τιμᾶ τοὺς διακρινόμενους σὲ κατορθώματα ὁδηγεῖ τὴν πολιτεία στὴν ἴδια ἀκαταστασία.

79. Εἶναι βαρὺ νὰ ἀνακατεύωμε τὸν φόβο μὲ τὴν ἀγάπη• διότι ὅσοι ἀγαποῦν δὲν ἔχουν καθόλου δέος καὶ ὅσοι φοβοῦνται δὲν θέλουν ν' ἀγαποῦν. Ἐσὺ νὰ τὰ ξεχωρίσης• νὰ εἶσαι ἕτοιμος ν' ἀγαπᾶς τοὺς ἀρίστους (διότι σὲ τέτοιους ἀνθρώπους δὲν χρειάζεται φόβος)• τοὺς ἄλλους πρέπει νὰ ἐκφοβίζης, γιὰ ν’ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ φαῦλα. θὰ φοβηθοῦν δὲ χωρὶς μίσος, ἂν σὲ βλέπουν νὰ τιμωρῆς χωρὶς ὀργή, ἀλλὰ σὰν πατέρας ποὺ παιδαγωγεῖ• στὰ ἀδικήματα νὰ τιμωρῆς χωρὶς εὐχαρίστησι καὶ στὶς συμφορὲς καὶ στὰ δυστυχήματα νὰ βοηθῆς ἀπροφάσιστα καὶ πρόθυμα.

80. Ὅσοι χρησιμοποιοῦν τὰ φιλικά τους πλεονεκτήματα γιὰ ὑπηρεσία τῆς πονηρίας καὶ ὄχι γιὰ τὴν εὐεργεσία τῶν συνανθρώπων, αὐτοὶ καὶ τὴ φύσι ἐκφαυλίζουν καὶ τὴν πρὸς αὐτοὺς ἐκτίμησι τοῦ δημιουργοῦ μετατρέπουν σὲ ὕβρι καὶ ἀχαριστία.

81. Ὅπως εἶναι αἰσχρὸ καὶ ταπεινὸ νὰ ὁμιλῆ κανεὶς πρὸς τὰ πλήθη γιὰ νὰ τὰ εὐχαριστῆ, ἔτσι εἶναι ἐπικίνδυνο καὶ σφαλερὸ νὰ σοβαρεύεται πάντοτε καὶ νὰ εἶναι βαρύς. Πρέπει λοιπόν, ἀποφεύγοντας τὰ δύο ἄκρα, νὰ ἐπιδιώκη τὴν μεσότητα σὰν ἀρετὴ καὶ νὰ ἀπονέμη τὸ κατάλληλο στὸν καιρό του.

82. Ὁ αὐθάδης ὅρκος φέρει πρόχειρη τὴν ἐπιορκία• ἄλλωστε γενικὰ ἡ ὁρκωμοσία δὲν δείχνει ἦθος κόσμιο οὔτε φρόνημα εὐγενές• ὁ ἀξιοπρεπὴς καὶ μεγαλόψυχος ἄνδρας θὰ ἐντραπῆ νὰ ἐπιβεβαιώνη μὲ ὅρκο τὴν πιστότητα τῶν λόγων του καὶ νὰ ἀτιμάζη τὴν πίστι μὲ τοὺς τρόπους του.(52) Εἶναι λοιπὸν πρὸς τὸ συμφέρον μας τὸ ὅτι ὁ νόμος τοῦ Κυρίου ἀπαγορεύει κηδεμονικῶς τὸν ὅρκο.(53)

83. Ὅσα εὐεργετήματα δεχθῆς, νὰ τὰ θυμᾶσαι πάντοτε• ὅσα ὅμως εὐεργήματα κάμης νὰ τὰ λησμονῆς γρήγορα• τὸ πρῶτο εἶναι δεῖγμα χρηστότητας καὶ εὐγνωμοσύνης, τὸ δεύτερο εἶναι δεῖγμα καθαρῆς μεγαλοψυχίας καὶ φυλάττει καθαρὴ τὴν εὐεργεσία.

84. Τὸ νὰ ὀνειδίζη κανεὶς συγχρόνως εὐεργεσίες καὶ συμφορές, νὰ θεωρῆς ὅτι δείχνει παρόμοια ἐλαφρότητα καὶ ἀπανθρωπιά.

85. Ἡ ἀπάτη σημαίνει παντοῦ ὁμολογία ἀσθενείας. Ἂν γίνεται πρὸς φίλους, εἶναι χείριστο κακὸ ποὺ δείχνει ὑπερβολικὴ μοχθηρία. Ἂν πάλι γίνεται πρὸς ἐχθροὺς καὶ πολεμίους, σὲ περίπτωσι ποὺ δὲν τὸ γνωρίζουν ἀπὸ πρίν, δὲν ἀπέχει ἀπὸ στρατήγημα, ὅταν ὅμως τοὺς γνωστοποιηθῆ ἡ ἀπαίτησις καὶ αὐτοὶ δὲν τὴν ἀπορρίψουν, τότε ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν παλληκαριὰ καὶ τὴν ἀνδραγαθία. Γι' αὐτὸ νὰ μὴ μεταχειρίζεσαι ἀπάτη οὔτε πρὸς τοὺς πολεμίους ποὺ σὲ ἐμπιστεύονταν διότι, ἀκόμη καὶ ἂν εἶναι πολέμιοι, ἀλλ' ὅμως δὲν εἶναι λιγώτερο ἀπατεώνας καὶ πλανευτὴς αὐτὸς ποὺ ἐξαπατᾶ ὅσους τὸν ἐμπιστεύθηκαν.

86. Συνήθως τὸν προδότη οἱ ἄνθρωποι τὸν ἀγαποῦν ὅταν προδίδη, ἀλλὰ τὸν μισοῦν ὅταν ἔχη προδώσει. Ἐσὺ ὅμως νὰ ἐξετάζης• ἂν κάποιος πρόδωσε ἀφοῦ ἐπιβουλεύθηκε κι ἔπαθε φοβερὰ ἀπὸ τοὺς δικούς του, δὲν εἶναι ἀπίθανο νὰ γίνη καλὸς φίλος• ἂν ὅμως πρόδωσε χωρὶς νὰ πάθη τίποτε, νὰ τὸν θεωρῆς ἐξ ἴσου καὶ δικό σου προδότη. Διότι τὸ ν' ἀνταποδώση κακὰ σ' αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐλύπησαν, εἶναι ἀνθρώπινο πάθος• τὸ νὰ ἀρχίση ὅμως ὁ ἴδιος κακούργημα, εἶναι ἀνίατη μοχθηρία.

87. Ὁ χρυσὸς ἀναποδογυρίζει ὅλα τὰ ἀνθρώπινα. Φύλαγε λοιπὸν τὸ ἔντιμο ἔθος τῆς πατρίδος, θεωρώντας κι ἐπιδεικνύοντας σὲ ὅλους ἄχρηστον τὸν χρυσό, ποὺ εἶναι ἰσχυρὸς ἐπίβουλος γιὰ τοὺς φίλους του.

88. Πρέπει ὅσα ἐνοχλήματά σου ἐπέρχονται προσωπικῶς, νὰ τὰ ὑποφέρης εὐχαρίστως καὶ γενναίως, ὅσα πάλι ἐπέρχονται στοὺς ὑπηκόους, νὰ τὰ ἀντιμετωπίζης μὲ συμπάθεια καὶ ὄχι μὲ ἀναλγησία. Τὸ πρῶτο εἶναι δεῖγμα καρτερίας καὶ ἀνδρείου φρονήματος, τὸ δεύτερο εἶναι δεῖγμα ἀδιαφορίας καὶ ἀνάξιο γιὰ τὴν πρόνοια καὶ φροντίδα τοῦ ἄρχοντος.

89. Νὰ μὴ ἐκδικῆσαι ὁμοφύλους ἐχθρούς• αὐτὸ προβλέπει ὁ θεῖος(54) καὶ φιλάνθρωπος νόμος, ποὺ εἶναι καὶ πολὺ χρήσιμος στὰ ἴδια τὰ πράγματα. Ἔκεῖνος ποὺ ἐκδικεῖται, ἔχει πάλι σκληρότερο ἐχθρό, ἐκεῖνος ὅμως ποὺ εὐεργετεῖ, ἢ κατασκευάζει ἕνα φίλο ἀπὸ ἐχθρὸ ἢ πάντως ἕνα πραότερο ἐχθρό.

90. Νὰ μὴ παραβαίνης τίποτε ἀπὸ ὅσα ἀποφάσισες νὰ ὑποσχεθῆς σὲ ἄλλους. Διότι ἡ ψευδολογία σὲ μερικὰ θέματα ἀποδεικνύει ἄπιστο ὅλο τὸν τρόπο καὶ οἱ διαψευσθέντες δὲν αἰσθάνονται ἐντροπὴ νὰ ἀνταποδώσουν τὰ ἴδια. Γι' αὐτὸ λοιπὸν κάθε ἄνθρωπος πρέπει ν' ἀποφεύγη τὸ ψεῦδος, κυρίως ὅμως οἱ κυβερνῆτες• διότι οἱ ἄλλοι ἔχουν μερικὲς φορὲς σὰν ἀπολογία τὴν ἀδυναμία, οἱ ἄρχοντες ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἀποφύγουν νὰ ἀποδειχθοῦν μὲ κάθε τρόπο ὅταν εἶναι μοχθηροὶ στὶς γνῶμες.

91. Πρέπει νὰ ἀποφεύγης τὶς ἔντονες ὑποσχέσεις. Διότι, ἂν τὶς ἐκπληρώσης, προαφαίρεσες τὴν μεγαλύτερη χάρι, ἀφοῦ μὲ τὴν ἔντασι τῆς ὑποσχέσεως τὴν ἐτεμάχισες ἀπὸ πρὶν κι' ἐμίκρυνες σὲ δυὸ τὴν μία δωρεά• ἂν πάλι δὲν τὶς ἐκπλήρωσης, ἐπῆρες διπλὴ ἐντροπή, ὅτι δηλαδὴ ὑποσχέθηκες καὶ ὅτι δὲν ἔδωσες τίποτε ἀπὸ ὅσα ὑποσχέθηκες, καὶ ἀντὶ φίλου παρουσιάσθηκες ἐχθρικός• διότι ἀφαίρεσες αὐτὰ ποὺ πρόσφεραν οἱ ἐλπίδες. Ἄλλωστε οἱ ἔντονες ὑποσχέσεις ἁρμόζουν σ' ἐκείνους ποὺ δὲν εἶναι πολὺ πιστευτοί• ἀποδεικνύουν δὲ καὶ ὅτι προσφέρουν χάρι ὄχι γιὰ κηδεμονία ἀλλὰ μᾶλλον γιὰ ἀνάγκη.

92. Ἄξιος χαρίτων εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σέβεται καὶ τὴ φύσι καὶ τὴν ὀνομασία τῆς χάριτος καὶ δὲν παύει νὰ τὴν μελετᾶ, ἕως ὅτου τὴν ἀνταποδώση. Ὅπως δὲ ἀνάξιος τῶν χαρίτων εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀνταμείβει τὸν εὐεργέτη μὲ ἀχαριστία, ἔτσι εἶναι ἄξιος του τίτλου τῆς εὐεργεσίας, ἐκεῖνος ποὺ χαρίζει μὲ τὸν ὄρο νὰ μὴ ἀνταπολάβη τὴν χάρι.

93. Νὰ μὴ χαρίζης τίποτε παράνομο οὔτε στοὺς φίλους, διότι ἂν μὲν αὐτοὶ εἶναι ἔντιμοι, θὰ σὲ μισήσουν περισσότερο γιὰ τὴν παρανομία ἀπὸ ὅσο θὰ σὲ ἀγαπήσουν γιὰ τὴν εὐεργεσία• ἂν πάλι εἶναι φαῦλοι, παθαίνεις διπλῆ ζημιά, εὐεργετώντας κακοὺς καὶ ἀπεχθανόμενος ἀγαθούς. Ἐκτος ἀπὸ αὐτά, τὸ νὰ ἀνταλλάξη κανεὶς μιὰ πρόσκαιρη καὶ ἰδιωτικὴ εὐχαρίστησι μὲ αἰώνιο καὶ κοινὸ ὄνειδος, εἶναι γνώρισμα μεγάλης παρανοίας.

94. Οἱ χάριτες, ποὺ μὲ τὶς ἀναβολὲς καὶ τὶς παρατάσεις τοῦ χρόνου εἶναι σὰν νὰ ἔφθασαν σὲ γεράματα, μαραίνουν τὸ κάλλος τους• διότι, ἀποβάλλοντας τὸ ἄνθος τῆς προθυμίας, μὲ τὴν ὁποία καθιστοῦσαν ὑπέροχη καὶ λαμπρὴ τὴν εὐχαρίστησι, δὲν φέρουν τὴν εὐφροσύνη στὴν ὥρα της.(55)

95. Οἱ χάριτες, ποὺ εἶναι ἡμιτελεῖς, δὲν μποροῦν νὰ εἶναι χάριτες, θὰ γίνουν ὅμως, ὅταν τελειωθοῦν ἐκεῖνος πάντως ποὺ τὶς διαθέτει κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ τὸν ἑαυτό του ζημιώνει καὶ τὸν λαμβάνοντα δὲν εὐφραίνει. Διότι ἐκεῖνος ποὺ ἐπῆρε μισοκομμένη τὴν χάρι, δὲν θὰ χαρῆ τόσο πολὺ γιὰ τὴν μισή, ὅσο θὰ στενοχωρηθῆ γιὰ τὴν ὑπολειπόμενη μισή.

96. Ἐκεῖνος ποὺ ὀνειδίζει τὶς χάριτες, εἶναι ὅμοιος μὲ γεωργὸ ποὺ σπείρει προθύμως, ἀλλ' ἀφήνει χοίρους καὶ θηρία στὴ σπορά. Ὅπως δηλαδὴ ὁ χοῖρος καταστρέφει καὶ τὸ σπόρο καὶ τὸν ἀπ' αὐτὸν καρπό, ἒτσὶ κι' αὐτὸς συγκαταστρέφει καὶ τὰ καταβληθέντα ἀγαθὰ καὶ τὴν εὐχαριστία ποὺ βλαστάνει ἀπ' αὐτὰ γι' αὐτόν.

97. Νὰ μὴ νομίζης βέβαια ὅτι, ἂν εὐεργετῆς πρῶτα καὶ ἔπειτα ἀμελῆς, οἱ εὐεργετηθέντες θὰ διαφυλάξουν τὴν ἀρχικὴ εὐγνωμοσύνη. Πράγματι ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐγνώρισα πολλοὺς προσωπικῶς, ποὺ στηριζόμενοι στὸ πλῆθος καὶ μέγεθος τῆς ἀρχικῆς εὐεργεσίας, δὲν ἐφρόντισαν στὴ συνέχεια νὰ δείξουν κάτι παρόμοιο• διότι ἤλπισαν ὅτι ἡ ἀρχικὴ γενναιοδωρία ἀρκοῦσε στοὺς εὐεργετηθέντες γιὰ ἰσόβια εὐχαριστία καὶ ὅτι δὲν θὰ ἔλθη ποτὲ καιρὸς ποὺ οἱ εὐεργετηθέντες θὰ λησμονήσουν τὴν εὐεργεσία• τὸ πρᾶγμα ὅμως ὄχι μόνο δὲν κατέληξε σύμφωνα μὲ τὶς ἐλπίδες των, ἀλλὰ καὶ μεταστράφηκε πρὸς τὸ ἀντίθετο. Ἀλλά, ὡς πρὸς τὴν προαίρεσι τῶν φαύλων δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἀπορία• διότι τέτοιοι ἄνθρωποι, ἀκόμη καὶ ἂν ἲσως ἔρρεε στὰ χέρια τους ἡ εὐεργεσία, καὶ τότε δὲν θὰ ἀνταπέδιδαν τὶς εὐεργεσίες μὲ καθαρὰ λόγια. Ἀλλὰ καὶ στὴν περίπτωση τῶν ἄλλων, θὰ μποροῦσες νὰ ἰδῆς ἐκείνους μὲν ποὺ καλλιεργοῦσαν τὴν καλοκαγαθία ὅτι ἐμνημόνευαν ὅσα εἶχαν δεχθῆ καὶ δὲν ἔπαυαν νὰ ἐγκωμιάζουν τὸν εὐεργέτη, ὅμως, ὅταν ἐσταματοῦσαν οἱ ἀπολαυές, δὲν διατηροῦσαν καθαρὴ καὶ ἀκέραιη τὴν ἀρχαία εὐγνωμοσύνη, ἀλλὰ μὲ τὸν καιρό, ὑποβαθμίζοντας τὸ αἴσθημα εὐχαριστίας (ἀφοῦ δὲν εἶχαν νέες εἰσφορές), ἔχαναν τὴν ἔντασι καὶ δροσιὰ τῆς συμπάθειας. Ἐκεῖνοι πάλι ποὺ θεωροῦνταν ὅτι ἀνήκουν στὴ μέση διάθεσι, ὅταν εὐεργετοῦνταν, εἶχαν τὸ αἴσθημα τῆς εὐχαριστίας, ὅταν ὅμως παραμελοῦνταν, κι αὐτοὶ δὲν ἐντράπηκαν νὰ μεταφέρουν τὴν προηγούμενη διάθεσί τους στὸ ἀντίθετο, καθὼς μάλιστα ἔβλεπαν ἄλλους νὰ ἀπολαύουν εὐεργεσιῶν. Διότι δὲν ἐσκέπτονταν, ὅπως ἔπρεπε, ὅσα εἶχαν δεχθῆ αὐτοὶ προηγουμένως, ἀλλὰ ἐκύτταζαν τὰ εὐεργετήματα ποὺ ἐλάμβαναν οἱ διπλανοί τους, καὶ ἐρεθιζόμενοι ἀπ' αὐτὰ μετέτρεπαν τὴν
εὐχαριστία σὲ ἀχαριστία. Εἶναι λοιπὸν πολὺ ὠφέλιμο γιὰ τὸν ἄρχοντα, ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν ἄσκησι τῆς κυβερνητικῆς του ἐξουσίας, νὰ κερδίζη τὴν ἀγάπη τῶν ὑπηκόων μὲ δωρεὲς ποὺ παρέχονται κατὰ δόσεις καὶ ἰσοβίως, ὄχι ἀπότομα καὶ διαμιᾶς• τὸ δὲ πλῆθος καὶ τὸ βάρος τῶν δοσμάτων ἁρμόζει περισσότερο σ' ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἐπιτύχει κάποιο μεγάλο καὶ παράδοξο κατόρθωμα γιὰ τὴν κοινὴ σωτηρία τῆς πατρίδος παρὰ σ' ἐκείνους ποὺ χρειάζονται λιγοστὴ ἀπὸ ἐμᾶς βοήθεια.

98. Ὁ θυμὸς εἶναι ἐκουσία ἔκστασις καὶ ἀλλοτρίωσις τῶν φρενῶν• διότι ἐκεῖνα ποὺ πράττουν οἱ πάσχοντες ἀπὸ χρονὶα μελαγχολία, παρόμοια μὲ αὐτὰ διαπράττουν καὶ οἱ βαρεμένοι ἀπὸ τὸν θυμὸ τὴν ὥρα ἐκείνη.

99. Ὅπως ἡ φωτιὰ ἀφανίζει τὰ ξύλα ποὺ τὴν τρέφουν, ἔτσι καὶ ὁ θυμὸς κατατρώγει τὴν ψυχὴ ποὺ τὸν ἔχει• πολλὲς φορὲς μάλιστα φθείρει καὶ ὁλόκληρο τὸν ζωντανὸ ὀργανισμό.

100. Νὰ μὴ τιμωρήσης θυμωμένος ἀπολύτως κανένα, οὔτε δικαίως• διότι μόλις τιμωρηθῆ ὁ πολίτης, ἐσὺ χωρὶς ἀμφιβολία θὰ ἀποδειχθῆς ὅτι προέβηκες ἐσφαλμένως στὴν ἐνέργεια. Γι' αὐτὸ ἄριστα κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἐδήλωσε πρὸς τὸν ἀδικήσαντα• «θὰ σ' ἐτιμωροῦσα, ἂν δὲν ἤμουν θυμωμένος».(56)

101. Ὁ θυμὸς εἶναι τυφλὸ πάθος, ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ κρίνη ἀπὸ τὸ χειρότερο τὸ καλύτερο. Γι' αὐτὸ καμμιὰ ὠφέλεια δὲν φέρει ἡ παραίνεσις τοῦ ὀργιζομένου• ὅταν ὅμως παύση, πρέπει νὰ προσφέρη τὴν θεραπεία διὰ τῶν ἐλέγχων ἀνάμικτη μὲ τὴν ἐπιείκεια.(57) Διότι οὔτε οἱ ἰατροὶ προσφέρουν τὰ πικρότερα φάρμακα χωρὶς μέλι στοὺς ἀσθενεῖς οὔτε ἡ ψυχὴ τῶν ἀπαιδεύτων δέχεται ἀκράτους τοὺς ἐλέγχους.

102. Ὁ ἄρχων, ὅπως ἁρμόζει νὰ εἶναι γρήγορος στὴν εὐεργέτησι τῶν ἀξίων, ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι βραδὺς στὴν τιμωρία τῶν ἐνόχων• καὶ νὰ χαίρεται, ὅταν τιμᾶ τοὺς σπουδαίους, νὰ στενοχωρῆται δὲ ὅταν τιμωρῆ τοὺς ἐνόχους.

103. Νὰ μὴ φανῆς ποτὲ σὲ κανένα ἄνθρωπο, ποὺ σοῦ ἔδειξε ἐμπιστοσύνη, ἄπιστος• διότι ἂν φανοῦμε ἄπιστοι σ' αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἐμπιστεύθηκαν, τί θὰ φανοῦμε στοὺς ἄλλους; Μὲ ποιοὺς λοιπὸν θὰ ζήσωμε ἀφόβως καὶ εὐχαρίστως;

104. Τὸ εἶναι δὲν θέλει νὰ συνυπάρχη μὲ τὸ οἴεσθαι. Γι' αὐτὸ ὅπου βλέπεις οἴησι, νὰ νομίζης ὅτι ἡ πράξις εἶναι ἀποῦσα καὶ τὸ εἶναι ἔχει φύγει.

105. Εἶναι ἐντροπὴ σ' ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἀρχηγὸς καὶ δεσπότης ἀνδρῶν νὰ φανῆ ἡττημένος ἀπὸ γυναῖκες καὶ δοῦλος ἡδονῶν. Ἂν ὅμως συζῆ μὲ τὴν γυναίκα ποὺ νομίμως ἀπέκτησε βοηθὸ τοῦ βίου, δὲν ἁμαρτάνει.

106. Ἡ ἀγαμία εἶναι θεῖο πράγμα καὶ ὑπερφυές, ἀνώτερο ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἀρετὴ καὶ εὐνομία• ἡ δὲ μονογαμία εἶναι ἔργο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως γιὰ τὴν διαδοχὴ τοῦ γένους, γιὰ μιά ἤρεμη καὶ φιλάνθρωπη συμβίωσι καὶ γιὰ μιὰ εὐνομούμενη πολιτεία• ἡ δὲ πολυγαμία εἶναι κάτι τὸ αἰσχρότατο καὶ μιαρό, ποὺ ταιριάζει στὴν ἀκολασία καὶ ἀκαθαρσία τῶν ἀλόγων.

107. Ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδών, ποὺ ἔγινε κυρίαρχος τῆς Ἀσίας μὲ τὰ ὅπλα, ἔλεγε ὅτι οἱ Περσίδες εἶναι βολίδες τῶν ματιών•(58) ὁ πραγματικὰ σώφρων ὅμως καὶ φύλακας τῶν δεσποτικῶν ἐντολῶν θ' ἀποφύγη καὶ θ' ἀποστραφῆ, ὄχι μόνο τὶς Περσίδες, ἀλλὰ καὶ κάθε γυναίκας πρόσωπο ὡς ὀξὺ καὶ θανατηφόρο βέλος τῆς ψυχῆς.

108. Ὁ ἦχος τῆς φωνῆς πλήττει τὴν ἀκοὴ καὶ δι' αὐτῆς ἐντυπώνεται στὴν ψυχὴ τὸ πάθος• τὸ κάλλος δὲ τῶν σωμάτων ἑλκύει τὸν ὀφθαλμὸ καὶ δεσμεύοντάς τον μὲ αὐτὸ ὑποδουλώνει τὸν αὺτοδέσποτο λογισμό.

109. Ὅπως εἶναι ἀδύνατο νὰ μείνη ἀπείρακτος ἀπὸ τὴν ταραχὴ καὶ ζαλάδα ὅποιος πλέει στὴ θάλασσα, ἔτσι εἶναι ἀδιανόητο γιὰ ὅποιον παρατηρεῖ καὶ ἐξετάζει τὰ κάλλη τῶν σωμάτων νὰ παραμείνη ἔξω ἀπὸ τὰ κύματα καὶ τοὺς κινδύνους ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἐκεῖ. Γι' αὐτὸ πρέπει ν' ἀποφεύγης τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς αἰτίες τῶν παθημάτων διότι αὐτὸ εἶναι καὶ συμφέρον καὶ ἐλαφρό. Ὅταν ὅμως τὸ κακὸ ἐνσκήψη στοὺς λογισμοὺς κι ἐντυπώσης σ' αὐτοὺς τὸ εἴδωλο τῆς ἐπιθυμίας, τὸ πάθος γίνεται δυσαπόβλητο καὶ εἶναι δύσκολο ν' ἀπαλλαγῆ κανεὶς ἀπ' αὐτό.

110. Μερικοὶ λέγουν ὅτι οἱ ἐρωτευμένοι ἔχουν τὴν ψυχὴ σὲ ξένα σώματα• νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι εὐλογώτερο νὰ λέγουν ὅτι αὐτοὶ ἔχουν χάσει σὲ ξένα σώματα τὸν νοῦ μαζὶ μὲ τὴν ψυχή.

111. Τὴν μέθη καὶ μαλθακότητα τῶν ἀρχόντων νὰ τὴ θεωρῆς ναυάγιο τῶν ἀρχομένων διότι, ὅταν ὁ κυβερνήτης καταποντίζεται μὲ τὸν κορεσμὸ καὶ τὸ κρασί, πῶς ἡ κυβερνώμενη πολιτεία δὲν θὰ πέση σὲ ἀτελείωτα κύματα καὶ φοβερὲς τρικυμίες καὶ δὲν θὰ καταποντισθῆ μαζὶ μὲ τὴν ἀπώλεια τοῦ κυβερνήτη;(59)

112. Ποτὲ νὰ μὴ φέρης σὲ σημεῖο ἀπογνώσεως κανένα ἄνθρωπο, οὔτε τὸν τυχόντα• διότι ἡ ἀπόγνωσις εἶναι ἰσχυρὸ καὶ ἀκαταμάχητο ὅπλο καὶ πολλὲς φορὲς ἡ ἀνάγκη, χρησιμοποιώντας παράτολμες πράξεις, ἐπιφέρει ἀνέλπιστες μεταβολές, ποὺ πρὶν συμβοῦν ἐθεωροῦνταν μύθοι.

113. Τὸ ἄριστο γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ μὴ ἀστοχήση καὶ νὰ μὴ ξεπέση ἀπὸ τὴν ὀρθὴ κρίσι• τοῦ δὲ συνετοῦ γνώρισμα εἶναι, ὅταν πέση, νὰ σηκωθῆ γρήγορα καὶ νὰ χρησιμοποιήση τὸ πταῖσμα, γιὰ νὰ μὴ πέση πάλι σὲ παράπτωμα.

114. Ἡ ἑκουσία ἐπίδοσις στοὺς κόπους ἀφαιρεῖ τὸ ἀφόρητο καὶ βαρὺ τῶν ἀκουσίων• γι' αὐτὸ εἶναι χρήσιμη ἡ ἐπίδοσις καὶ μελέτη στοὺς ἑκουσίους.(60)

115. Γνώρισμα τῆς τελείας ἀρετῆς τοῦ ἄρχοντος εἶναι νὰ μὴ ἐντρέπεται μόνο τὸ πλῆθος ὥστε νὰ μὴ ἁμαρτάνη, ἀλλὰ καὶ τὸν ἑαυτὸ του πρὶν ἀπὸ τὸ πλῆθος.

116. Στοὺς ἐλεύθερους ἀνθρώπους ἡ ὕβρις μὲ λόγια δὲν παραλλάσσει πολὺ ἀπὸ τὶς πληγὲς καὶ τὶς μάστιγες. Πρέπει λοιπὸν νὰ συγκρατοῦμε τὴν αὐθάδεια ποὺ ὑπάρχει σ' αὐτά• διότι, ἐνῶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι μεγάλο πρᾶγμα, φέρει μεγάλες ζημίες.

117. Πολλοὺς ἔβλαψε ἡ εὐφυολογία• διότι, ὅταν ἐκπέση ἀπὸ τὴν παιγνιώδη γνώμη, γίνεται καίρια πληγὴ τῶν ἐμπαιζομένων καὶ μὲ τὴ σύντομη τέρψι τῶν τυχαίων γεννᾶ μεγάλες ἔχθρες τῶν σπουδαίων. Κάθε φρόνιμος ἄνθρωπος πρέπει νὰ τὴν ἀποφεύγη, περισσότερο δὲ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὁ ἄρχων, διότι καὶ χυδαῖο εἶναι καὶ τὸν καταντᾶ νὰ καταφρονῆται μᾶλλον παρὰ νὰ χαριεντίζεται.

118. Ὅταν εὐεργετῆς, νὰ περιφρουρῆς τοὺς ὑπηκόους σὰν νεῦρο τῆς ἀρχῆς καὶ σὰν μέλη σου• ἂν διασπασθοῦν ἐκεῖνοι, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ καταλυθῆ μαζί τους καὶ ἡ δική σου ἐξουσία.

119. Τὶς σχεδιαζόμενες στάσεις, ὅσες δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὶς σβήσης, καλύτερα νὰ ὑποκριθῆς ὅτι τὶς ἀγνοεῖς καὶ νὰ τὶς καλύψης μὲ τὴν λήθη, παρὰ νὰ τὶς καταστείλης θριαμβευτικῶς• διότι ἡ ἐκδικητικὴ ἀντιμετώπισις μερικὲς φορὲς ἀνάβει τὴ φλόγα περισσότερο καὶ φέρει φοβεροὺς κινδύνους, καὶ προκαλεῖ πολλὴ ζημιὰ καὶ στὸν διασωθέντα, ἐνῶ ἡ λήθη κοιμίζει ἤρεμα καὶ μαζὶ μὲ τὸ ἀκίνδυνο περιέχει καὶ τὸ φιλάνθρωπο καὶ συνετὸ καὶ ἀζήμιο.

120. Ὁ ἄρχων πρέπει νὰ ἀσφαλίζη καὶ ρυθμίζη τὰ πράγματα σὰν νὰ σαλεύωνται, ἀκόμη καὶ ὅταν τοῦ ἔρχωνται εὐνοϊκά• ὅταν πάλι ἀνατρέπωνται καὶ διαταράσσωνται, νὰ σκέπτεται καὶ νὰ φροντίζη πῶς θὰ ἐπανέλθουν σὲ ὁμαλότητα καὶ θὰ ἑδραιωθοῦν. Ἡ πεῖρα δὲν δείχνει ἀνέλπιστο κανένα ἀπὸ τὰ δύο ἀντίθετα ἐνδεχόμενα, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς μικρὴ ραθυμία καταρρίπτει μεγάλες καὶ ὑπέρογκες δυναστεῖες, καὶ ἀντιθέτως ὁ ζῆλος μαζὶ μὲ τὴν σύνεσι ἐπαναφέρουν τοὺς ἐκπτώτους σὲ μέγα ὕψος δυνάμεως.

121. Οἱ σώφρονες καὶ σοβαροὶ ἄνθρωποι, ὅταν ἐπιτυγχάνουν, δὲν γίνονται ὑπερόπτες, ἀλλὰ τὸν ὄγκο τῆς ἐπιτυχίας στολίζουν μὲ μετριοφροσύνη καὶ ἔτσι καταπραΰνουν τὸ πάθος τῶν φθονερῶν• ὅταν ἀποτυγχάνουν, ὑποφέρουν γενναίως καὶ καθιστώντας τὴν συμφορὰ ἀφετηρία ἀρετῆς, μὲ τὴν ἰσχύ της δυναμώνουν τὴν γνώμη κι ἐξορίζουν τὴν ἀθυμία ἀπὸ τὴν διάνοια• διότι γνωρίζουν ὅτι τὰ ἀνθρώπινα τρέπονται καὶ πρὸς τὶς δύο ἀντίθετες κατευθύνσεις, εἶναι ἄστατα καὶ ἀβέβαια.(61) Εἶναι δὲ δεῖγμα ἀφροσύνης, ἐπιπολαιότητος καὶ ἀμορφωσιᾶς καὶ τὰ δύο, δηλαδὴ καὶ τὸ νὰ ἐπαίρεται καὶ ἐξογκώνεται κανεὶς στὶς ἐπιτυχίες καὶ τὸ νὰ ἀπογοητεύεται τελείως καὶ νὰ καταλαμβάνεται ἀπὸ ἀθυμία στὶς ἀτυχίες.

122. Τῶν συνετῶν ἀνδρῶν ἔργο εἶναι νὰ προβλέπουν τὶς δυσχέρειες καὶ μὲ φρονιμάδα νὰ τὶς ἀπομακρύνουν• δὲν εἶναι ὅμως κατωτέρων ἀνδρῶν ἔργο καὶ τὸ νὰ ρυθμίζουν καὶ ἐξοικονομοῦν καλὰ τὰ συμβάντα.

123. Γνωρίζω περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες ἐπῆλθαν ἐνέργειες ἀπότομα καὶ οἱ θεαταὶ ἐξεπλάγησαν ἀπὸ τὸ ἀπροσδόκητο τοῦ συμβάντος καὶ ἐβάστασαν ἥσυχα τὶς συμφορὲς καὶ δὲν ἐξεσηκώθηκαν οὔτε ἀργότερα γιὰ νὰ ἀποσείσουν τὸ βάρος, χωρὶς μάλιστα νὰ συναυξάνεται ἡ ἀπὸ αὐτὲς προερχομένη βλάβη, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλους πραότερους τρόπους νὰ χαλαρώνεται. Πράγματι εἶδα μερικὲς ἀπὸ αὐτὲς τὶς πράξεις νὰ ἔχουν ρυθμισθῆ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ μὲ τὴν συνήθεια βαθμιαίως νὰ ἐλαφρύνωνται περισσότερο καὶ νὰ καταντοῦν νὰ εἶναι ἄλυπες• ἀντιθέτως, ἄλλες νὰ ἔχουν σηκώσει σὰν ἀπὸ ὕπνο κι ἐκείνους ποὺ ζοῦν μὲ ἀμέλεια καὶ ἀτολμία. Διότι ὁ καθένας, ἐρεθισμένος ἀπὸ τὸ παράλογο καὶ αἰφνίδιο τῶν συμβάντων, ἔρχεται μέσα στὰ πράγματα, καὶ ἡ καινοτομία δὲν ἀντέχει νὰ κρατήση οὔτε μία ἡμέρα.

124. Ἄλλες πάλι ἐνέργειες, καὶ μάλιστα ὄχι ἀπὸ τὶς συνηθισμένες, ἐπερχόμενες βαθμιαίως καὶ ὑποκλέπτοντας τὴν συναίσθησι τῆς καινοτομίας μὲ τὸν ἤρεμο καὶ ἀτάραχο τρόπο τους, παρεισδύουν χωρὶς κόπο καὶ χωρὶς νὰ γίνουν ἀντιληπτὲς οὔτε ἀπὸ τοὺς πεπειραμένους ἀκόμη. Μερικὲς ἐπίσης, ποὺ ἐπιχείρησαν νὰ παρεισδύσουν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ κατηγορήθηκαν γιὰ δειλία, ἐπειδὴ δὲν ἐνέσκηψαν μὲ βία οὔτε μὲ αὐτόνομη δύναμι φανερά, γρήγορα ἀνατράπηκαν ἀπὸ τοὺς ἐπιτυχόντας• διότι ἐξοπλίζοντας καὶ ἐκείνους ποὺ ἐφάνηκαν προηγουμένως ἐπιεικέστατοι μὲ τὴν δική τους μεγαλύτερη ἐπιφύλαξι στὸ ἀσυγκράτητο θράσος καὶ τὴν παράλογη τόλμη, καταστράφηκαν μὲ τὴν ἴδια τὴν ἐπιχείρισι.

125. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐπιτύχη κανεὶς τὸν σκοπό; Διότι φαίνονται τὰ ἀντίθετα νὰ συντελοῦνται διὰ τῶν ἰδίων μέσων. Προτιμότερο εἶναι νὰ μὴ ἀρχίζη τέτοιες ἐνέργειες• διότι οἱ καινοτομίες εἶναι, καὶ χωρὶς ἄλλη λυπηρὴ ἐπίπτωσι, ἱκανὲς νὰ θορυβήσουν καὶ νὰ πλήξουν διάνοιες καὶ νὰ προσκαλοῦν τὸ πλῆθος σὲ διαβολὲς καὶ ὕβρεις. Ἐπειδὴ ὅμως μερικὲς φορὲς ὑπάρχει ἐπείγουσα ἀνάγκη καὶ ὁ ἡγέτης χρειάζεται μία καινοτόμο πρᾶξι, ἂν ἀπ' αὐτὴ τὴν πρᾶξι τὸ κοινὸ εὑρίσκει μεγάλο ὄφελος καὶ εὐφροσύνη, δὲν χρειάζεται σκέψι καὶ μελέτη• ἀλλοιῶς, ἂν εἶναι λυπηρή, δὲν νομίζω ὅτι μπορεῖ νὰ ἀναπτυχθῆ ἄριστα μὲ τὰ λόγια (διότι δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ συλλάβωμε ἀκριβῶς μὲ τὸν ἁπλὸ λόγο καὶ μακριὰ ἀπὸ τὰ ἔργα τὰ ἐπακόλουθα κάποιων ἰδιωτικῶν περιστάσεων), ἀλλὰ πάντως ἐκεῖνος ποὺ εἶναι καλὰ γυμνασμένος στὰ προειρημένα κι ἔχει πρὸς αὐτὰ τὴν ἀπὸ ἄνω βοήθεια θὰ μάθη ὅτι ἔχει συγκεντρώσει μεγάλη δύναμι.

126. Νὰ νομίσης ὅτι ὅπλο ἰσχυρότερο καὶ ἀσφαλέστερο ἀπὸ τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν στρατηγία εἶναι ἡ ἀγάπη τῶν ὑπηκόων.(62) Διότι ὅταν εἶναι αὐτὴ παροῦσα καὶ στρατηγῆ, καθιστᾶ κι ἐκεῖνα χρήσιμα καὶ προσφέρει μεγάλη δύναμι πρὸς ὅλα• ὅταν ὅμως ἀναιρεθῆ ἡ ἀγάπη, καλύτερα ν' ἀναιρεθοῦν μαζὶ κι ἐκεῖνα, διότι γρήγορα θὰ θελήσουν νὰ κινηθοῦν πρὸς τὴν μισούμενη ἐξουσία παρὰ κατὰ τῶν ἐχθρῶν.

127. Τοὺς λόγους ἐλέγχουν πολλὲς φορὲς τὰ δόρατα, σὲ πολλὰ μέρη ὅμως καὶ ἡ ἰσχὺς τῶν λόγων ἀμβλύνει τὴν ὀξύτητα τοῦ πολέμου καὶ διαλύει τὴν ὁρμὴ μεγάλων στρατευμάτων. Ἑπομένως τὰ χέρια μαζὶ μὲ τὸν λόγο εἶναι διπλὸ τρόπαιο.

128. Οἱ ἐλπίδες νεκρώνουν τοὺς πόνους καὶ οἱ πόνοι γεννοῦν ἐλπίδες. Ἐσὺ δέ, ἐξιλεώνοντας τὸ θεῖο, νὰ μὴ ἀμελήσης τίποτε ἀπὸ τὰ πρακτέα, καὶ θὰ θερίσης καλὲς καὶ μεγάλες ἐλπίδες.

129. Τὸ νὰ βοηθῆ κανεὶς τὸν καθένα σὲ ὅ,τι ἔχει ἀνάγκη, εἶναι γνώρισμα ἀρχηγικῆς καὶ σώφρονος διανοίας, καὶ μάλιστα ἐκείνου ποὺ ἔχουν περιπέσει σὲ συμφορές• διότι πλὴν τῶν ἄλλων ἔχουν τὴν ἰδιότητα νὰ διατηροῦν ἀλησμόνητη τὴν εὐεργεσία.

130. Ἢ εὐδαιμονία τῶν ὑπηκόων μαρτυρεῖ τὴν ἄκρα σύνεσι καὶ δικαιοσύνη τῆς ἐξουσίας.(63)

131. Γιὰ ὅσες ἐπιτυχίες ἔχεις, εἴτε στὸν ἰδιωτικὸ βίο εἴτε στὸ δημόσιο βίο τῆς πολιτείας, πρέπει ν' ἀποδίδης τὴν αἰτία στὸν Θεό• διότι ἔτσι θὰ τὸν ἔχης σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ βοηθὸ καὶ θὰ φανῆς θεοφιλής, δὲν θὰ παρουσίασης τὸν ἑαυτό σου ἐλαφρὸ καὶ ἀλαζονικὸ καὶ θὰ δείξης σπασμένες τὶς ἀκίδες τοῦ φθόνου.




Ἐπίλογος

132. Αὐτὰ τὰ λίγα ἀπὸ πολλά, ὦ εὐγενικὸ καὶ γνήσιο γέννημα τῆς πνευματικῆς μου κυοφορίας, σοῦ ἀφιερώνω σὰν θεῖα συμβόλαια καὶ σὰν ἀρχέτυπους πίνακες τῆς ἀρετῆς. Ἂν κυττάζης σ' αὐτούς, ἂν σχηματίζης καὶ διαμορφώνης τὸν ἑαυτό σου κατὰ τὰ πρότυπά τους, δὲν θὰ σοῦ εἶναι δύσκολο ν' ἀντιληφθῆς ποιὲς πράξεις βοηθοῦν ν' ἀνθίση ἡ ὡραιότης στὴν ψυχὴ καὶ ποιὲς πράξεις σὰν σπῖλος καὶ ρυτίδες τῆς δίνουν αἰσχρὴ καὶ ἄσχημη ὄψι. Ἂν ἀπ' αὐτὲς ἀπαλείψης τὶς δεύτερες κι ἐγγράψης τὶς πρῶτες, θὰ ἐπιδείξης τὸν ἑαυτό σου σὰν πραγματικὰ ἔμψυχο καὶ ὡραιότατο ἄγαλμα θεοφιλοῦς διαγωγῆς, σὰν γλυκύτατο θέαμα καὶ διήγημα σὲ μένα καὶ σὲ ὅλους τους εὐσεβεῖς.

133. Γι' αὐτό, ὑψώνοντας τὰ χέρια μου στοὺς οὐρανοὺς καὶ προτείνοντας σ' αὐτὸν ἀντὶ ἱκεσίας τὴν πρὸς ἐσὲ στοργή μου καὶ τὸν πόνο καὶ τὴν ἀναφερομένη πρὸς τὸν Θεὸ δόξα, ἐπεύχομαι νὰ γίνης ἐργάτης δόκιμος καὶ πιστὸς φύλακας τῶν ἐλπίδων καὶ παραινέσεων. Εἴθε νὰ μοῦ εἶσαι μὲ παντὸς εἴδους κατορθώματα σπουδαῖος καὶ περίβλεπτος• στὴ σύνεσι ὑπέροχος, στὴν μνήμη ἀσφαλής• στοὺς λόγους γλυκύς, στοὺς τρόπους γλυκύτερος• στὶς συναντήσεις εὐχάριστος, στοὺς μονίμους συντρόφους εὐχαριστότερος• ἄριστος στὸ νὰ κρίνης τὸ παρὸν καὶ νὰ τὸ ὁδηγήσης σὲ τάξι, ὀξὺς στὴν πρόβλεψι τοῦ μέλλοντος, προσεκτικὸς στὴν προφύλαξι• ἕτοιμος νὰ ἐκτέλεσης μεγάλες πράξεις, ἐτοιμότερος νὰ διασώσης τὰ ἐπιτεύγματα• δεινὸς στὸ νὰ κρύπτης τὸ συμφέρον, ἀνώτερος στὸ νὰ διαφεύγης τὴν προσοχή, δεινότερος στὸ νὰ ξεσκεπάζης τοὺς ὑβριστάς• φοβερὸς στοὺς ἐχθρούς, ἐπιθυμητὸς στοὺς ὑπηκόους, καὶ στοὺς δύο πάλι κοινὸς στὸ νὰ εἶσαι σεβαστὸς καὶ θαυμαστός• ἀνώτερος τῶν ἡδονῶν, κατώτερος τῆς σωφροσύνης• κύριος τῆς ὀργῆς, φίλος τῆς πραότητας• γρήγορος στὴ σύλληψι τοῦ δικαίου, ἀδέκαστος στὴν ἀπονομή του• σταθερὸς στὴ γνώμη, συνεπὴς στὶς ὑποσχέσεις• γενναῖος ἐνώπιον τῶν φόβων, ἄτολμος σὲ κάθε παρανομία, ἀπρόθυμος ν' ἀνταλλάξης τὴν ραθυμία μὲ τὴν καρτερία καὶ τοὺς καλοὺς κόπους• πρόθυμος νὰ εὐεργετῆς, ὀκνηρὸς νὰ τιμωρῆς• ἐραστὴς τῆς φιλίας, πολέμιος τῆς ἔχθρας• πηγὴ ἐλέους• ἀνώτερος τῆς ὑπεροψίας, κατώτερος της ταπεινοφροσύνης• περιφρονητὴς τοῦ πλούτου, βοηθὸς τῆς πτώχειας• ἐκτιμητὴς τῆς ἀληθείας, ἀσυνθηκολόγητος μὲ τὸ ψεῦδος• ἀταπείνωτος ὅταν δὲν ἐπιτυγχάνης, ταπεινὸς ὅταν ἐπιτυγχάνης• αὐτοκράτωρ τῆς γλώσσας, φύλαξ τῆς ἀκοῆς• ἀδυσώπητος ἐπιστάτης τῆς ἁφῆς καὶ τῶν ἄλλων αἰσθήσεων, μὴ ἐνδοτικὸς σὲ κανένα πάθος, ἀσυγκίνητος στοὺς ἐρεθισμοὺς τῶν ὀρέξεων. Μὲ λίγα λόγια, εἴθε νὰ μοῦ γίνης ὄχι μόνο ὑπογραμμὸς καὶ ὑπόδειγμα κάθε ἀρετῆς καὶ εὐσεβείας στοὺς ὑπηκόους σου, ἀλλὰ καὶ καλὴ καὶ μεγάλη παραίνεσις, ποὺ ἐπιτελεῖ καλὰ καὶ μεγάλα ἔργα, γιὰ ὅλο τὸ μετὰ ἀπὸ σένα γένος τοῦ ἀνθρώπου.

134. Γιὰ ὅλα αὐτὰ μάλιστα θὰ σοῦ παρασχεθῆ καὶ ἡ ἀνέκφραστη καὶ ἀίδια βασιλεία ὡς κληρονομία ἀναφαίρετη, ὡς κατοικία παντοτινή, ὡς ὑπερφυὴς καὶ θεία τροφὴ καὶ ἀπόλαυσις, ποὺ εἶναι ἀδιάκοπη.



________________________________________

Σημειώσεις

1. Τὸ 325 μ.Χ. ἐπὶ Μ, Κωνσταντίνου. Κύριο θέμα ὁ Ἀρειανισμός.

2. Τὸ 381 στὴν Κωνσταντινούπολι. Κύριο θέμα ἡ Πνευματομαχία.

3. Εἶναι παράξενο ποὺ ὁ Φώτιος δὲν χαρακτηρίζει τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο ὡς ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως καὶ πρόεδρο τῆς συνόδου αὐτῆς μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μελετίου.

4. Α’ Κορ. 2, 10.

5. Ἰω. 14, 16.

6. Ματθ. 28, 19.

7. Τὸ 431 στὴν Ἔφεσο. Κύριο θέμα ὁ Νεστοριανισμός.

8. Πρόκειται γιὰ τὸν Διόδωρο Ταρσοῦ καὶ τὸν Θεόδωρο Μοψουεστίας.

9. Τὸ 451 στὴ Χαλκηδόνα, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι. Κύριο θέμα ὁ Μονοφυσιτισμός.

10. Ὁ Εὐτυχής, ἀρχηγός τῆς αἱρέσεως τῶν Μονοφυσιτῶν ἦταν αρχιμανδρίτης στην Κωνσταντινούπολι, ὁ Διόσκορος ἦταν πατριάρχης Ἀλεξανδρείας.

11. Τὸ 553 στὴν Κωνσταντινούπολη. Κύρια θέματα τὰ ὑπολείμματα τοῦ Νεστοριανισμοῦ καὶ τοῦ Ὠριγενισμοῦ.

12. Τὸ 681 στὴν Κωνσταντινούπολι. Κύριο θέμα ὁ Μονοθελητισμός.

13. Ἰω. 4, 6.

14. Ἰω. 9, 6.

15. Ἰω. 11,35.

16. Ματθ. 26, 39.

17. Ἰω. 17, 4 ἑ.

18. Στὴν Νίκαια, τὸ 787. Κύριο θέμα ἡ Εἰκονομαχία.

19. Τὴν πρωτοβουλία εἶχε ἡ Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία, ἐφ' ὅσον ὁ υἱὸς της Κωνσταντῖνος ἦταν ἀνήλικος. Ὁ πατριάρχης Ταράσιος ἦταν θεῖος τοῦ πατέρα τοῦ Φωτίου.

20. Ἡσ. 59, 7.

21. Ὁ Φώτιος θεωρεῖ τὴν εἰκονομαχία ὡς γέννημα Ἰουδαϊκοῦ φρονήματος.

22. Ψαλμ. 44,14

23. Δευτ. 5,32. 17, 11.

24. Ἐξ. 19,6. 23.22. Α' Πέτρ. 2,9.

25. Ματθ. 7, 25. Κολ. 1,23.

26. Α' Κόρ. 3, 12 ἑ.

27. Ματθ. 12, 33. Λουκᾶ 6, 43. Ἰω. 15,4. 5, 10.

28. Βλ. Γάλ. 5,22. Ἐφ. 5, 9. Φιλ. 1.11.

29. Β' Πέτρ. 1,5.

30. Ματθ. 22,37-39.

31. Ματθ. 22,40.

32. Ἐξ. 20, 12-17, σύνοψις τοῦ Δεκαλόγου.

33. Πιττακός, στὸν Διογένη Λαέρτιο, 1, 71.

34. Ἰσοκράτης, Πρὸς Νικοκλέα 13.

35. Ψευδο-Ἰσοκράτης, Πρὸς Δημόνικον 15

36. Ψευδο-Ἰσοκράτης, Προς Δημόνικον 24.

37. Ἰσοκράτης, Πρὸς Νικοκλέα 27.

38. Ἰσοκράτης, Πρὸς Νικοκλέα 28.

39. Ψευδο-Ἰσοκράτης, Πρὸς Δημόνικον 22.

40. Ἰσοκράτης, Πρὸς Νικοκλέα 11.

41. Ἰσοκράτης, Πρὸς Νικοκλέα 21.

42. Αὐτόθι 24• 23.

43. Αὐτόθι 9.

44. Αὐτόθι 27.

45. Αὐτόθι 37.

46. Ψευδο-Ἰσοκράτης, Πρὸς Δημόνικον 34.

47. Εὐριπίδης, ἀπόσπασμα 200.

48. Ἰσοκράτης, Πρὸς Νικοκλέα 29.

49. Ἰσοκράτης, Πρὸς Νικοκλέα 27 Πρὸς Δημόνικον 37.

50. Πρὸς Νικοκλέα 33.

51. Ἰσοκράτης, Πρὸς Νικοκλέα 23.

52. Ψευδό-Ἰσοκράτης, Προς Δημόνικον22.

53. Ματθ. 5, 34.

54. Ματθ. 5, 38 ἑ

55. Ψευδο-Ἰσοκράτης. Πρὸς Δημόνικον 31.

56. Διογένης Λαέρτιος, Βίος Φιλοσόφων, 3, 39, περὶ τοῦ Πλάτωνος.

57. Ψευδο-Ἰσοκράτης, Πρὸς Δημόνικον 31.

58. Πλούταρχος, Ἀλέξανδρος 21, 11.

59. Ψευδο-Ἰσοκράτης, Πρὸς Δημόνικον 32.

60. Αὐτόθι, 21.

61. Ψευδο-Ἰσοκράτης, Προς Δημόνικον 42.

62. Ἰσοκράτης, Πρὸς Νικοκλέα 21.

63. Ἰσοκράτης, Πρὸς Νικοκλέα 31.



 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή
     

Πῶς ἰσορροποῦμε;

(Ἁπλοποιημένη μορφὴ κειμένου τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου περὶ τῶν βασικῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ καλύτερος καθρέφτης, ὁ καθρέφτης τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔρχονται τὰ προβλήματα, τὰ ψυχικὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ, ἐκεῖ ρίχνουμε τὴν ματιά μας γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ βροῦμε τὴν ἰσορροπία μας· τὶ μᾶς φταίει.)

Ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης