Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν
Συγγραφέας: Σολωµός Διονύσιος
Κατηγορία:Ποίηση
Θέμα: Εὐρώπη, Ἐλλάδα, Θρησκεία, Πόλεμος, Ἀνεξαρτησία, Ἡρωϊσμός
Πηγή/Έκδοση:Ποιήματα, τόμος Α, Ἐκδόσεις Ἴκαρος
Χρ.Έκδοσης:1971
Ἐννόημα
! Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα/ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ/Νὰ γυρεύεις εἰς τὰ ξένα/Ἄλλα χέρια δυνατά.
 
! Ἡ Διχόνοια ποὺ βαστάει/Ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ./Καθενὸς χαμογελάει,/"Πάρ' τό", λέγοντας, "καὶ σύ".
 
Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν
Σολωµός Διονύσιος




Liberta vo cantando, ch’e si cara
Come sa chi per lei vita rifiuta.
Dante

1.- Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
Τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη
Ποὺ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

2.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
Τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
Καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
Χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριὰ !

3.- Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
Πικραμένη, ἐντροπαλή,
Κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
Ἔλα πάλι, νὰ σοῦ πῆ.

4.- Ἄργειε νἄλθη ἐκείνη ἡ μέρα,
Κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
Γιατί τἄσκιαζε ἡ φοβέρα
Καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

5.- Δυστυχής! Παρηγορία
Μόνη σοῦ ἔμενε νὰ λὲς
Περασμένα μεγαλεῖα
Καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς.

6.- Καὶ ἀκαρτέρει καὶ ἀκαρτέρει
Φιλελεύθερη λαλιά,
Ἕνα ἐκτύπαε τ' ἄλλο χέρι
Ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά.

7.- Κι ἔλεες: «Πότε, ἄ, πότε βγάνω
Τὸ κεφάλι ἀπὸ τσ’ ἐρμιές;».
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
Κλάψες, ἅλυσες, φωνές.

8.- Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
Μὲς στὰ κλάιματα θολό,
Καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἒσταζ' αἷμα,
Πλῆθος αἷμα Ἑλληνικό.

9.- Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
Ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
Νὰ γυρεύεις εἰς τὰ ξένα
Ἄλλα χέρια δυνατά.

10.- Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
Ἐξανάλθες μοναχή.
Δὲν εἶν' εὔκολες οἱ θύρες,
Ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ.

11.- Ἄλλος σοῦ ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια,
Ἀλλ' ἀνάσασιν καμιά.
Ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια
Καὶ σὲ γέλασε φριχτά.

12.- Ἄλλοι, ὀϊμέ, στὴ συμφορά σου
Ὁποὺ ἐχαίροντο πολύ,
«Σύρε νἄβρεις τὰ παιδιά σου,
Σύρε», ἐλέγαν οἱ σκληροί.

13.- Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
Καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
Ἤ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
Ποὺ τὴ δόξα σοῦ ἐνθυμεῖ.

14,- Ταπεινότατη σοῦ γέρνει
Ἡ τρισάθλια κεφαλή,
Σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
Κι’ εἶναι βάρος του ἡ ζωή.

15.- Ναί, ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
Κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
Ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
Ἤ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή.

16.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
Τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
Καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
Χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

17.- Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
Ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τσ' ἐχθροὺς
Εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
Ἔτρεφ' ἄνθια καὶ καρπούς,

18.- Ἐγαλήνευσε. καὶ ἐχύθη
Καταχθόνια μία βοή,
Καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
Πολεμόκραχτη ἡ φωνὴ.

19.- Ὅλοι οἱ τόποι σου σ' ἐκράξαν
Χαιρετώντας σε θερμά,
Καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν
Ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.

20.- Ἐφωνάξανε ὡς τ' ἀστέρια
Τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
Κι ἐσηκώσανε τὰ χέρια
Γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,

21.- Μ' ὄλον ποὔναι ἁλυσωμένο
Τὸ καθένα τεχνικά,
Καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
Ἔχει: «Ψεύτρα Ἐλευθεριά».

22.- Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
Καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ,
Καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
Ποὺ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.

23.- Ἀπ' τὸν πύργο του φωνάζει,
Σὰ νὰ λέει σὲ χαιρετῶ,
Καὶ τὴ χήτη του τινάζει
Τὸ λιοντάρι τὸ Ἰσπανό.

24.- Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
Τὸ θηρίο, καὶ σέρνει εὐθὺς
Κατὰ τ' ἄκρα τῆς Ρουσίας
Τὰ μουγκρίσματα τσ' ὀργῆς.

25.- Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
Πὼς τὰ μέλη εἶν' δυνατά.
Καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κύμα ρίχνει
Μιὰ σπιθόβολη ματιά.

26.- Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
Καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
Ποὺ φτερά καὶ νύχια θρέφει
Μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ.

27.- Καὶ σ’ ἐσὲ καταγυρμένος,
Γιατί πάντα σὲ μισεῖ,
Ἔκρωζ' ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
Νὰ σὲ βλάψει, ἂν ἠμπορῆ.

28.- Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
Πάρεξ ποῦ θὰ πρωτοπᾶς.
Δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
Στὲς βρισὶες ὁποὺ ἀγρικᾶς,

29.- Σὰν τὸ βράχον ὁποὺ ἀφήνει
Κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
Εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνη
Εὐκολόσβηστον ἀφρό.

30.- Ὁποὺ ἀφήνει ἀνεμοζάλη
Καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
Νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
Τὴν αἰώνιαν κορυφή.

31.-Δυστυχιά του, ὤ, δυστυχιά του,
Ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ
Στὸ μαχαίρι σου ἀποκάτου
Καὶ σ' ἐκεῖνο ἀντισταθεῖ.

32.- Τὸ θηρίο π' ἀνανογιέται
Πὼς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
Περιορίζεται, πετιέται,
Αἷμα ἀνθρώπινο διψᾶ.

33.- Τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
Τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
Κι ὅπου φθάση, ὅπου περάση,
Φρίκη, θάνατος, ἐρμιά.

34.- Ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
Ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ.
Ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴ θήκη
Πλέον ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ.

35.- Ἰδοὺ, ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
Τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς.
Τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
Νὰ τῆς ρίψεις πιθυμᾶς.

36.- Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
Δείχνει, πάντα ὁπὼς νικεῖ,
Κι ἄς εἶν ἅρματα γεμάτη
Καί πολέμιαν χλαλοή.

37.- Σοῦ προβαίνουνε καὶ τρίζουν
Γιὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν' πολλά.
Δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
Ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;

38.- Λίγα μάτια, λίγα στόματα
Θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτὰ
Γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα
Ποὺ θὲ νὰ 'βρη ἡ συμφορά!

39.- Κατεβαίνουνε καὶ ἀνάφτει
Τοῦ πολέμου ἀναλαμπή.
Τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
Λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.

40.- Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
Λίγα τὰ αἵματα γιατί;
Τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγει
καὶ στὸ κάστρο ν' ἀνεβῆ.

41.- Μέτρα…… εἶν’ ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
Ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν.
Τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
Δέχοντ’, ὥστε ν' ἀνεβοῦν.

42.- Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
Τὴν ἀφεύγατη φθορά.
Νά, σᾶς φθάνει. ἀποκριθεῖτε
Στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.

43.-Ἀποκρίνονται καὶ ἡ μάχη
Ἔτσι ἀρχίζει, ὁποὺ μακριὰ
Ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
Ἀντιβούιζε φοβερά.

44.- Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
Ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
Ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
Ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.

45.- Ἄ, τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
Ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός;
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
Πάρεξ θάνατου πικρός.

46.- Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
Οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
Ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
Τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,

47.- Καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι
Ὁποὺ ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
Ἐπαράστεναν τὸν Ἅδη
Ποὺ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά.

48.- Τ' ἀκαρτέρειε.- Ἐφαίνοντ' ἴσκιοι
Ἀναρίθμητοι, γυμνοί,
Κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
Βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.

49.- Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
Μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
Σὰν τὸ ροῦχο ὁποὺ σκεπάζει
Τὰ κρεβάτια τὰ στερνά.

50.- Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
Ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
Ὅσοι εἶν’ ἄδικα σφαγμένοι,
Ἀπὸ τούρκικην ὀργή.

51.- Τόσα πέφτουνε τὰ θέρι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς.
Σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
Ἐσκεπάζοντο ἀπ' αὐτούς.

52.- Θαμποφέγγει κανέν’ ἄστρο,
Καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
Ἀνεβαίνοντας τὸ κάστρο
Μὲ νεκρώσιμη σιωπή.

53.- Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
Μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
Ὅταν στέλνει μίαν ἀχνάδα
Μισοφέγγαρο χλωμό,

54.- Ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ' ἄδεια
Τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
Σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
Ὁποὺ οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.

55.- Μὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν
Ὅπου εἶν’ αἵματα πηχτά,
Καὶ μὲς στὰ αἵματα χορεύουν
Μὲ βρυχίσματα βραχνά.

56.- Καὶ χορεύοντας μανίζουν
Εἰς τοὺς Ἕλληνες κοντά,
Καὶ τὰ στήθια τοὺς ἐγγίζουν
Μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.

57.- Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
Βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
Ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
Κι ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.

58.- Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
Ὁ χορὸς τρομακτικά,
Σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
Στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.

59.- Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου.
Κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγῆ
Εἶναι κτύπημα θανάτου
Χωρὶς νὰ δευτερωθῆ.

60.- Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει.
Λὲς κι ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ
Ἀπ' τὸ μίσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθῆ.

61.- Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
Μὲς στὰ στήθια τους ἀργά,
Καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε
Περισσότερο εἶν' γοργά.

62.- Οὐρανὸς γι’ αὐτοὺς δὲν εἶναι,
Οὐδὲ πέλαγο, οὐδὲ γῆ.
Γι' αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
Μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.

63.- Τόση ἡ μάνητα κι ἡ ζάλη,
Ποὺ στοχάζεσαι μὴ πὼς
Ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ' ἄλλη
Δὲν μείνη ἕνας ζωντανός.

64.- Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
Πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
Χέρια, πόδια, κεφαλές,

65.- Καὶ παλάσκες καὶ σπαθὶα
Μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
Καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία,
Σωθικὰ λαχταριστά.

66.- Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
Κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγή.
Πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ, φθάνει,
Φθάνει. ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;

67.- Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
Πάρεξ ὅταν ξαπλωθῆ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
Καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.

68.- Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
Καὶ «Ἀλλά», ἐφώναζαν, «Ἀλλά»,
Καὶ τῶν Χριστιανῶν τὰ χείλη
«Φωτιά», ἐφώναζαν, «φωτιά».

69.- Λιονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
Πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
Καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
Πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».

70.- Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
Καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί.
Παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
Καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.

71.- Ἦταν τόσοι ! Πλέον τὸ βόλι
Εἰς τ' αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ' ὅλοι
Εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.

72.- Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
Καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
Καὶ τὸ ἀθῶο χόρτο πίνει
Αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.

73.- Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
Δὲν φυσᾶς τώρα ἐσὺ πλιὸ
Στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι.
Φύσα, φύσα εἰς τὸ ΣΤΑΥΡΟ!

74.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
Τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
Καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
Χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

75.- Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι.
Δὲν λάμπ' ἥλιος μοναχὰ
Εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
Εἰς τ' ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά.

76.- Εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
Τώρα ἀθῶα δὲν ἀντηχεῖ
Τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
Τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί.

77.- Τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
Σὰν τὸ κύμα εἰς τὸ γιαλό,
Ἀλλ' οἱ ἀνδρεῖοι παλληκαράδες
Δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.

78.- Ὦ τρακόσιοι! σηκωθεῖτε
Καὶ ξανάλθετε σ’ ἐμᾶς.
Τὰ παιδιά σας θέλ' ἰδῆτε
Πόσο μοιάζουνε μέ σᾶς.

79.- Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται
Καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
Εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
Κι ὅλοι χάνουνται ἀπ' ἐδῶ.

80.- Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
Πείναν καὶ θανατικό,
Ποὺ μὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
Περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό.

81.- Καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
Ἀπεθαίνανε παντοῦ
Τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
Τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.

82.- Κι ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
Ποὺ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
Εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
Ματωμένη περπατεῖς.

83.- Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,
Στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
Κρινοδάκτυλες παρθένες
Ὀποὺ κάνουνε χορό.

84.- Στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
Ὡραῖα μάτια ἐρωτικά,
Καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
Μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.

85.- Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
Πὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
Γλυχοβύζαστο ἑτοιμάζει
Γάλα ἀνδρείας κι ἐλευθεριᾶς.

86.- Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
Τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ.
Φιλελεύθερα τραγούδια
Σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.

87.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
Τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
Καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
Χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριὰ !

88.- Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
Τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
Μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι
Γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.

89.- Σοὔλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
Ἡ Θρησκεία μ' ἕνα σταυρό,
Καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
Ὁποὺ ἀνεῖ τὸν οὐρανό,

90.- «Σ' αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
Στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά!».
Καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
Μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.

91.- Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
Καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
Γύρω γύρω της πυκνώνει
Ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό.

92.- Ἀγρικάει τὴν ψαλμωδία
Ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή.
Βλέπει τὴ φωταγωγία
Στοὺς Ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.

93.- Ποιοὶ εἶν' αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
Μὲ πολλὴ ποδοβολή,
Κι ἂρματ', ἄρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηχες ἐσύ!

94.- Ἄ, τὸ φῶς ποὺ σὲ στολίζει,
Σὰν ἡλίου φεγγοβολή,
Καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
Δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ.

95.- Λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
Χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός.
Φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
Κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.

96.- Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
Τρία πατήματα πατᾶς,
Σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
Κι εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾶς.

97.- Μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
Προχωρώντας ὁμιλεῖς:
«Σήμερ', ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
Ναὶ τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής.

98.- Αὐτὸς λέγει, ἀφοκρασθεῖτε:
"Ἐγὼ εἶμ' Ἄλφα, Ὠ μέγα ἐγώ.
Πέστε, ποῦ θ' ἀποκρυφθῆτε
Ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;

99.- Φλόγα ἀκοίμητην σᾶς βρέχω,
Ποὺ, μ' αὐτὴν ἂν συγκριθῆ
Κείνη ἡ κάτω ὁποὺ σᾶς ἔχω,
Σὰν δροσιὰ θέλει βρεθῆ.

100.- Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
Τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
Χῶρες, ὄρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
Ζῶα καὶ δέντρα καὶ θνητούς.

101.- Καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
Καὶ δὲν σώζεται πνοή,
Πάρεξ τοῦ ἄνεμου ποὺ πνέει
Μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή"».

102.- Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
Τοῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή;
Ποῖος εἶν' ἄξιος νὰ νικήση
Ἤ μὲ σὲ νὰ μετρηθῆ;

103.- Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
Τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
Ποῦ ὅλην θέλει θανατώσει
Τὴ μισόχριστη σπορά.

104.- Τὴν αἰσθάνονται καὶ ἀφρίζουν
Τὰ νερά, καὶ τ' ἀγρικῶ
Δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
Σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.

105.- Κακορίζικοι, ποῦ πᾶτε
Τοῦ Ἀχελώου μὲς στὴ ροὴ
Καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
Ἀπὸ τὴν καταδρομὴ

106.- Νὰ ἀποφύγετε! Τὸ κύμα
Ἔγινε ὅλο φουσκωτό.
Ἐκεῖ εὑρήκατε τὸ μνῆμα
Πρὶν νὰ εὑρῆτε ἀφανισμό.

107.- Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
Κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
Καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
Τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.

108.- Σφαλερὰ τετραποδίζουν
Πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
Τρομασμένα χλιμιτρίζουν
Καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.

109.- Ποῖος στὸ σύντροφον ἁπλώνει
Χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῆ.
Ποῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει
Ὅσο ὁποὺ νὰ νεκρωθῆ.

110.- Κεφαλὲς ἀπελπισμένες,
Μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
Κατὰ τ' ἄστρα σηκωμένες
Γιὰ τὴν ὕστερη φορά.

111.- Σβηέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
Τοῦ Ἀχελώου νεροσυρμή-
Τὸ χλιμίτρισμα καὶ οἱ κρότοι
Καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί,

112.- Ἔτσι ν' ἄκουα νὰ βουΐξη
Τὸν βαθὺν Ὠκεανό,
Καὶ στὸ κύμα του νὰ πνίξη
Κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό.

113.- Καὶ ἐκεῖ ποὔναι ἡ Ἁγία Σοφία,
Μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
Ὅλα τ' ἄψυχα κορμία,
Βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114.- Σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξη
Ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
Κι’ ἀπ' ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξη
Ὁ ἀδελφός τοῦ Φεγγαριοῦ.

115.- Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένη,
Καὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
Μ' ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνη
Μεταξύ τους καὶ ἂς μετρᾶ.

116.- Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
Τεντωτό, πιστομητό,
Κι’ ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
Καὶ δὲν φαίνεται, καὶ πλιό.

117.- Καὶ χειρότερα ἀγριεύει
Καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός.
Πάντα, πάντα περισσεύει.
Πολυφλοίσβισμα καὶ ἀφρὸς

118.- Ἄ, γιατί δὲν ἔχω τώρα
Τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα τὴν ὥρα
Ὁποὺ ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί,

119.- Τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε
Στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
Καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
Ἀναρίθμητος λαός.

120.- Ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
Ἡ ἀδελφή τοῦ Ἀαρών,
Ἡ προφήτισσα Μαρία,
Μ' ἕνα τύμπανο τερπνόν,

121.- Καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
Μὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές,
Τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
Μὲ τὰ τύμπανα κι’ ἐκειές.

122.- Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
Τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη
Ποὺ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

123.- Εἰς αὐτήν, εἶν' ξακουσμένο,
Δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ.
Ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν' ξένο
Καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

124.- Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
Κύματ' ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
Μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει,
Κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.

125.- Μὲ βρυχίσματα σαλεύει
Ποὺ τρομάζει ἡ ἀκοή.
Κάθε ξύλο κινδυνεύει
Καὶ λιμνιώνα ἀναζητεῖ.

126.- Φαίνετ' ἔπειτα ἡ γαλήνη
Καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ,
Καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
Τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.

127.- Δὲν νικιέσαι, εἶν' ξακουσμένο,
Στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτέ.
Ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν' ξένο
Καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

128.- Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
Καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
Τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
Τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.

129.-Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
Καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν' πολλές,
Πολεμώντας, ἄλλα διώχνεις,
Ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς.

130.- Μ' ἐπιθύμια νὰ τηράζης
Δύο μεγάλα σὲ θωρῶ,
Καὶ θανάσιμον τινάζεις
Ἐναντίον τους κεραυνό.

131.- Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει,
Καὶ σηκώνει μιὰ βροντή,
Καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
Μὲ αἱματόχροη βαφή.

132.- Πνίγοντ' ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
Καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί.
Χαίρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
Ποὺ σ’ ἐπέταξαν ἐκεῖ.

133.- Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
Μὲ τς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
Καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
Δίνοντάς τα εἰς τὸ φιλί.

134.- Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε
Τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
Καὶ τὸ χέρι ὁποὺ ἐφιλῆστε
Πλέον, ἄ, πλέον δὲν εὐλογεῖ.

135.- Ὅλοι κλαῦστε. ἀποθαμένος
Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς.
Κλαῦστε, κλαῦστε. κρεμασμένος
Ὡσὰν νἄτανε φονιάς.

136.- Ἔχει ὀλάνοικτο τὸ στόμα
Π’ Ὧρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
Τ' Ἅγιον Αἷμα, τ’ Ἅγιον Σῶμα.
Λὲς πὼς θὲ νὰ ξαναβγῆ

137.- Ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει,
Λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθῆ
Εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήση
Καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῆ.

138.- Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
Εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
Καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
Τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.

139.- Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει.
Πλὴν τί βλέπω; σοβαρὰ
Νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
Μὲ τὸ δάχτυλο ἡ θεά.

140.- Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
Τρεῖς φορὲς μ' ἀνησυχιά.
Προσηλώνεται κατόπι
Στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾶ:

141.- «Παλληκάρια μου, οἱ πολέμοι
Γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
Καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
Στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.

142.- Ἀπ' ἐσᾶς ἀπομακραίνει
Κάθε δύναμη ἐχθρική.
Ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει
Ποὺ τὲς δάφνες σᾶς μαδεῖ.

143.- Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
Ξαναρχόστενε ζεστοί,
Κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
Ἄχ, τὸν νοῦν σᾶς τυραννεῖ.

144.- Ἡ Διχόνοια ποὺ βαστάει
Ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ.
Καθενὸς χαμογελάει,
"Πάρ' τό", λέγοντας, "καὶ σύ".

145.- Κειὸ τὸ σκῆπτρο πού σᾶς δείχνει
Ἔχει ἀλήθεια ὡραία θωριά.
Μὴν τὸ πιάστε, γιατί ρίχνει
Εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.

146.- Ἀπὸ στόμα ὁποὺ φθονάει,
Παλληκάρια, ἂς μὴν πωθῆ,
Πὼς τὸ χέρι σας κτυπάει
Τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.

147.- Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
Τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
"Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους
Δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά".

148.- Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα.
Ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῆ
Γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα
Ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.

149.- Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε
Γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
Σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε
Σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.

150.- Πόσο λείπει, στοχασθῆτε,
Πόσο ἀκόμη νὰ παρθῆ.
Πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε,
Πάντα ἐσᾶς θ' ἀκολουθῆ.

151.- Ὧ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία,
Καταστῆστε ἕνα Σταυρὸ
Καὶ φωνάξετε μὲ μία:
"Βασιλεῖς, κοιτάξτ' ἐδῶ!

152.- Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
Εἶναι τοῦτο, καὶ γι' αὐτὸ
Ματωμένους μᾶς κοιτᾶτε
Στὸν ἀγώνα τὸ σκληρό.

153.- Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
Τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
Καὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν,
Καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.

154.- Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῶο χριστιανικό,
Ποὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
Τῆς νυκτός: Νὰ ‘κδικηθῶ.

155.- Δὲν ἀκοῦτε, ἐσεῖς εἰκόνες
Τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
Καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.

156.- Δὲν ἀκοῦτε; Εἰς κάθε μέρος
Σὰν τοῦ Ἀβὲλ καταβοᾶ.
Δὲν εἶν' φύσημα τοῦ ἀέρος
Ποὺ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.

157.- Τί θὰ κάμετε; Θ' ἀφῆστε
Νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς
Λευθερίαν, ἢ θὰ τὴν λύστε
Ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;

158.- Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
Ἰδοὺ ἐμπρός σας τὸν Σταυρό:
Βασιλεῖς, ἐλᾶτε, ἐλᾶτε,
Καὶ κτυπήσετε κι’ ἐδῶ!"».



Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή

Σας προτείνουμε επίσης
 
Ἡ Ἱστορία τῆς Ἁγίας Ζώνης
 
Ὁ Ἀπόστολος Θωμὰς ἦταν ὁ μόνος ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ποὺ εἶδε τὴ θαυμαστὴ Μετάσταση τῆς Θεοτόκου. Δὲν εἶχε μπορέσει νὰ παρευρεθεῖ στὴν κηδεία τῆς εὐρισκόμενος στὶς Ἰνδίες. Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, καὶ ἐνῷ τελοῦσε τὴ Θεία Λειτουργία, βρέθηκε στὴ Γεθσημανὴ μὲ θαυμαστὸ τρόπο καὶ εἶδε ὅλα ὅσα συνέβησαν. Τότε παρακάλεσε τὴν Παναγία νὰ τοῦ δώσει γιὰ εὐλογία τὴ Ζώνη της. Καὶ ἐκείνη, καθὼς ἀνέβαινε στοὺς οὐρανούς, τοῦ ἔριξε τὸ Ἱερὸ κειμήλιο «πρὸς δόξαν ἀκήρατον, ἀνερχομένη Ἁγνή, χειρί σου δεδώρησαι τῷ ἀποστόλῳ Θωμὰ τὴν πάνσεπτον Ζώνην σου» ψάλλουμε στὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Καταθέσεως τῆς Τιμίας Ζώνης.