Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Μ. Βασιλείου, ἐπιστολὴ 9, Στὸν φιλόσοφο Μάξιμο
Συγγραφέας: Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας
Κατηγορία:Ἐπιστολογραφία
Θέμα: Αἱρετικοί, Αἵρεση
Πηγή/Έκδοση:Ἐπιστολὲς καὶ ἄλλα Κείμενα, Ἀποστολικὴ Διακονία
Χρ.Έκδοσης:1980
Ἐννόημα
! Τόσο βαθειὰ συνείδηση μάλιστα εἶχε ὁ Μ. Βασίλειος τῆς ἀληθείας τοῦ ὁμοουσίου, ὥστε, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, διακρίνει μεταξὺ ἀληθείας καὶ ὁρολογίας. Δηλαδή, ἔχοντας βαθειὰ ἐμπειρία τῆς ἀληθείας καὶ βλέποντας τὴν ἀδυναμία μερικῶν πιστῶν, ἀναγνώριζε ὁμολογία πίστεως (τῶν δύστροπων) χωρὶς τὸν ὅρο ὁμοούσιος. Ἔπρεπε ὅμως ἀπαραίτητα νὰ προσθέτουν τὴ λέξη «ἀπαράλλακτα» στὸν ὅρο τους «κατὰ τὴν οὐσία ὅμοιος» (= ὁ Υἱός). Ἔτσι τὸ περιεχόμενο καὶ τῶν δύο ὅρων ἦταν τὸ ἴδιο.
 
Μ. Βασιλείου, ἐπιστολὴ 9, Στὸν φιλόσοφο Μάξιμο
Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας


Ἡ Ἐπιστολὴ πρὸς τὸ φιλόσοφο Μάξιμο εἶναι πολυσήμαντη. Γράφηκε ἀπὸ τὰ Ἀννησα μεταξὺ 361 καὶ 362 (καὶ ὁπωσδήποτε πρὶν ἀπὸ τὸ 364, ἐποχὴ ποὺ ἔγραψε τὸ «Κατὰ Εὐνομίου» ἔργο του). Τὸ σύντομο τοῦτο κείμενο ἀποδεικνύει πὼς ὁ Βασίλειος οὐδέποτε εἶχε ὁμοιουσιανικὲς ἀντιλήψεις οὔτε ἀμφιταλαντεύθηκε ποτὲ μεταξύ τῆς πίστεως, τῆς Νικαίας καὶ τῆς κακοδοξίας τῶν ὁμοιουσιανῶν, ὅπως ὑποστήριξαν μερικοὶ δυτικοὶ ἐρευνητές. Ἀπὸ τὴν πρώτη ἐποχὴ τῆς θεολογίας του (361 - 363) ἦταν ἐνσυνείδητα ὀρθόδοξος. Τόσο βαθειὰ συνείδηση μάλιστα εἶχε τῆς ἀληθείας τοῦ ὁμοουσίου, ὥστε, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, διακρίνει μεταξὺ ἀληθείας καὶ ὁρολογίας. Δηλαδή, ἔχοντας βαθειὰ ἐμπειρία τῆς ἀληθείας καὶ βλέποντας τὴν ἀδυναμία μερικῶν πιστῶν, ἀναγνώριζε ὁμολογία πίστεως (τῶν δύστροπων) χωρὶς τὸν ὅρο ὁμοούσιος. Ἔπρεπε ὅμως ἀπαραίτητα νὰ προσθέτουν τὴ λέξη «ἀπαράλλακτα» στὸν ὅρο τους «κατὰ τὴν οὐσία ὅμοιος» (= ὁ Υἱός). Ἔτσι τὸ περιεχόμενο καὶ τῶν δύο ὅρων ἦταν τὸ ἴδιο. Ἀπόλυτη σημασία ἔχει μόνο ἡ ἀλήθεια, ἡ πίστη- οἱ ὅροι, ἡ ὁρολογία, μπορεῖ κάποτε ν' ἀλλάξουν, φθάνει νὰ μὴν ἀλλάξει, μαζί τους καὶ ἡ πίστη.



1. Ἀληθινά, εἰκόνες τῶν ψυχῶν εἶναι τὰ λόγια. Σὲ γνωρίσαμε λοιπὸν καλὰ μὲς ἀπὸ τὸ γράμμα, σάν, ὅπως λένε, «ἀπὸ τὰ νύχια τὸ λιοντάρι». Ἔτσι, εὐχαριστηθήκαμε, διαπιστώνοντας πὼς δὲν μένεις ἀργὸς γύρω ἀπὸ τὰ πρῶτα καὶ μέγιστα ἀγαθά, δηλαδή, γύρω ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Καὶ μᾶς κάνει ἐντύπωση ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἡ εὐγένειά σου ἀπέναντί μας κι ἀπὸ τὸ ἄλλο ὁ ζῆλος σου γιὰ γνώση.

2 Ὅσα δὲ κείμενα τοῦ Διονυσίου(1) θέλεις, ἦλθαν σ' ἐμᾶς καὶ μάλιστα ἄφθονα. Δὲν ἔχουμε ὅμως στὰ χέρια μας τὰ βιβλία καὶ γι' αὐτὸ δὲν τὰ στείλαμε. Ὅσο γιὰ τὴ γνώμη μας, νὰ ποιὰ εἶναι. Δὲν θαυμάζουμε ὅλες τὶς πλευρὲς αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Μερικὲς μάλιστα δὲν τὶς ἐγκρίνουμε καθόλου. Γιατί αὐτός, ἀπ' ὅσο ξέρουμε τουλάχιστο, σχεδὸν πρῶτος πρόσφερε τὰ σπέρματα τῆς ἀσέβειας ποὺ τώρα ἀπασχολεῖ τὸν κόσμο, ἐννοῶ ἐκείνης τῶν Ἀνομοίων. Κι αἰτία, νομίζω, στάθηκε ὄχι κακόβουλη ἀντίληψη, ἀλλὰ τὸ ὅτι πολὺ ἤθελε ν' ἀντιταχθεῖ στὸ Σαβέλλιο. Συνηθίζω λοιπὸν νὰ παρομοιάζω τέτοια γεγονότα μὲ τὴν περίπτωση τοῦ καλλιεργητῆ, ποὺ θέλει νὰ ἰσιώσει τὸ στραβὸ κορμὸ ἑνὸς νεαροῦ φυτοῦ. Πασχίζοντας νὰ τὸν κάνει εὐθύ, τὸν τραβᾶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος μὲ ὑπερβολικὴ δύναμη, ξεφεύγει ἀπὸ τὴν εὐθυτένεια λαθεύοντας καὶ στραβώνει ἀντίθετα τὸ βλαστάρι.

Κάτι παρόμοιο βρίσκουμε πὼς συνέβη καὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο αὐτόν. Ἀντικρούοντας σφοδρὰ τὴν ἀσέβεια τοῦ Λίβυος, παρασύρθηκε, χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ, ἀπὸ τὴν πολλή του φιλοτιμία στὴν ἀντίθετη κακὴ ἄκρη. Θ' ἀρκοῦσε δηλαδὴ νὰ δείξει ἁπλὰ ὅτι δὲν εἶναι ἕνα πρόσωπο ὁ Πατέρας κι ὁ Υἱὸς κι ἔτσι θὰ νικοῦσε τὸ βλάσφημο αἱρετικό. Τί ἔπαθε ὅμως; Γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει καμμιὰ ἀμφιβολία ὅτι τὸν ἐξουθενώνει, ὑποστηρίζει ὄχι μονάχα πὼς ἄλλη ὑπόσταση εἶναι ἡ πρώτη κι ἄλλη ἡ δεύτερη, ἀλλὰ πὼς ὑπάρχει καὶ στὴν οὐσία διαφορὰ καὶ στὴ δύναμη ὑποβάθμιση καὶ στὴ δόξα παραλλαγή. Ἔτσι, συνέβη μ' αὐτὸν ν' ἀντικαταστήσει τὸ ἕνα κακὸ μὲ ἄλλο, πέφτοντας σὲ σφάλμα. Γι' αὐτὸ κι ὅ,τι θές βρίσκεις στὰ γραψίματά του. Τώρα, ἀναιρεῖ τὸ ὁμοούσιο, ἐξ αἰτίας ἐκείνου ποὺ τὸ χρησιμοποίησε ἄσχημα ἀθετώντας τὶς ὑποστάσεις. Κι ὕστερα, προσχωρεῖ, μὲ ὅσα ἀπολογεῖται, στὸν ὁμώνυμό του.

Ἐπὶ πλέον καὶ γιὰ τὸ Πνεῦμα ἔγραψε πράγματα ποὺ ἐλάχιστα ταιριάζουν σὲ πνευματικὸ ἄνθρωπο. Πῶς; Ἐννοώντας τὸ ἔξω ἀπὸ τὴν προσκυνητὴ θεότητα καὶ συναριθμώντας το περίπου μὲ τὴν κτιστὴ κι ὑπηρετικὴ κτίση κι ἔτσι ὑποβιβάζοντάς το. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ.

3. Ὅσο γιὰ μένα, ἂν πρέπει νὰ πῶ τὸ προσωπικό μου φρόνημα, τὸ κατὰ τὴν οὐσία ὅμοιο, ἔχοντας μαζί του καὶ τὸ «ἀπαράλλακτα», παραδέχομαι ὅτι εἶναι διατύπωση ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ ὁμοούσιο, σύμφωνη δηλαδὴ μὲ τὸ σωστὸ νόημα τοῦ ὁμοουσίου. Ἔτσι τὸ ἐννόησε κι ἡ σύνοδος τῆς Νικαίας, ποὺ ἀποδίδοντας στὸ Μονογενῆ Υἱὸ τοὺς χαρακτηρισμοὺς «φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ» καὶ τὰ παρόμοια, πρόσθεσε τὸ ὁμοούσιο. Δὲν εἶναι λοιπὸν μπορετὸ νὰ ἐπινοηθεῖ κάποια παραλλαγή, συγκρίνοντας φῶς μὲ φῶς, ἀλήθεια μὲ ἀλήθεια, τὴν οὐσία τοῦ Μονογενοῦς μὲ τὴν οὐσία τοῦ Πατέρα. Συμφωνῶ ἄρα μὲ ὅποιον παραδέχεται τὰ παρὰ πάνω ποὺ εἶπα.

Ἂν ὅμως κανεὶς ἀποκόπτει ἀπὸ τὸ ὅμοιο τὸ ἀπαράλλακτο, πράγμα ποὺ ἔκαναν στὴν Κωνσταντινούπολη (2), ἡ διατύπωσή μου φαντάζει σὰν νὰ μειώνει πολὺ τὴ δόξα τοῦ Μονογενοῦς. Γιατί τὸ ὅμοιο συχνὰ ἔχει μία ρευστότητα, κάτι τὸ ἀμυδρό, ποὺ ὑπολείπεται πολὺ ἀπὸ τὴ σωστὴ ἔννοια, ὅταν συνήθως τὸ λέμε. Προτιμῶ λοιπὸν τὸ ὁμοούσιο, μία λέξη ποὺ λιγότερο μπορεῖ νὰ κακοπάθει. Ἀλλὰ γιατί δὲν μᾶς ἔρχεσαι ἐδῶ, ἐξαιρετικέ μου ἄνθρωπε; Ἔτσι, πρόσωπο μὲ πρόσωπο θὰ συζητούσαμε γι' αὐτὰ καὶ δὲν θὰ τὰ εἴχαμε ἐμπιστευθεῖ σὲ ἄψυχα γράμματα, ἀφοῦ ἄλλωστε δὲν ἀποφασίσαμε νὰ φέρουμε ὁριστικὰ σὲ φῶς τὶς ἀντιλήψεις μας. Ἔτσι, δὲν θὰ μᾶς ἔλεγες αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Διογένης στὸν Μέγαν Ἀλέξανδρο, ὅτι δηλαδὴ ἴδια εἶναι ἡ ἀπόσταση ἀπὸ σένα ὡς ἐδῶ κι ἀπὸ ἐδῶ ὡς ἐσένα.

Γιατί ἐμεῖς, ἐξ αἰτίας τῆς ἀρρώστιας, μοιάζουμε περίπου μὲ φυτά, πάντα ριζωμένοι στὸ ἴδιο χῶμα κι ἀφοῦ ζήσουμε αὐτὴ τὴν ὑποτυπώδη ζωή, πᾶμε στὰ κορυφαῖα ἀγαθά. Ἐνῶ σὺ εἶσαι γερός, καθὼς λένε. Δίκαιο λοιπὸν θὰ ἦταν, ἀποδείχνοντας ὅτι εἶσαι πολίτης τῆς οἰκουμένης, νὰ ἔλθεις κι ἐδῶ, σὰν σὲ δικό σου τόπο. Σεῖς οἱ ἄνθρωποι τῶν ἔργων, ἁρμόζει νὰ δείχνετε σὲ δήμους καὶ πόλεις τὶς ἔμπρακτες ἀρετές. Ἀλλὰ στὴ θεωρία καὶ τὴ νοητικὴ δράση, ποὺ μᾶς συνάπτει μὲ τὸν Θεό, καλὴ βοηθὸς εἶναι ἡ ἡσυχία. Ποὺ καλὴ κι ἄφθονη ἐδῶ πέρα καλλιεργοῦμε, μὲ τὴ συμπαράσταση, πρέπει νὰ πῶ, τοῦ δωρεοδότη τῆς Θεοῦ. Ἂν ὅμως πάντως πρέπει νὰ θάλπει κανεὶς τοὺς ἰσχυροὺς καὶ νὰ παραμερίζει ἐμᾶς ποὺ βρισκόμαστε χαμηλά, τουλάχιστο γράφε ἄλλα καὶ γλύκαινέ μας ἔτσι.



1. Πρόκειται γιὰ τὸν Διονύσιο Ἀλεξανδρείας (248-264/5) ποὺ χρησιμοποίησε ἐσφαλμένες ἐκφράσεις γιὰ τὴ σχέση Πατρὸς καὶ Υἱοῦ (=ὁ Υἱὸς εἶναι ἄλλος κατ' οὐσίαν διάφορός τοῦ Πατρὸς) στὴν προσπάθειά του ν' ἀντικρούσει τὸν Σαβέλλιο, ποὺ δίδασκε ὅτι ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς ταυτίζονται ἀπόλυτα. Ὁ Διονύσιος ὅμως γρήγορα κατάλαβε τὸ σφάλμα του καὶ στὸ ἔργο τοῦ «ἔλεγχος καὶ ἀπολογία» ἐξέφρασε τὴν ὀρθή του πίστη (βλ. Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, Α', Ἀθήνα 1977, σσ. 443-455).

2. Στὴν Κωνσταντινούπολη ἔγινε σύνοδος τὸ 360, ὅπου μὲ τὴ βοήθεια τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλη ἐπικράτησαν οἱ Ὅμοιοι, οἱ ἀρειανόφρονες.
 




Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή
     

Πῶς ἰσορροποῦμε;

(Ἁπλοποιημένη μορφὴ κειμένου τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου περὶ τῶν βασικῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ καλύτερος καθρέφτης, ὁ καθρέφτης τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔρχονται τὰ προβλήματα, τὰ ψυχικὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ, ἐκεῖ ρίχνουμε τὴν ματιά μας γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ βροῦμε τὴν ἰσορροπία μας· τὶ μᾶς φταίει.)

Ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης