Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Παπαδιαμάντης, ὁ μέγας διηγηματογράφος
Συγγραφέας: Μυρτιώτισσα
Κατηγορία:Πρόσωπα τῆς Τέχνης
Θέμα: Συνάφεια τοῦ κόσμου, Χαρακτήρας, Ἁγνότητα, Πληρότητα
Πηγή/Έκδοση:Νέα Ἑστία, Χριστούγεννα 1941 (www. nektarios.gr)
Χρ.Έκδοσης:1941
Παπαδιαμάντης, ὁ μέγας διηγηματογράφος
Μυρτιώτισσα

Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν εἶναι μόνο ὁ μεγαλύτερος διηγηματογράφος τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν. Μ᾿ ἐλάχιστα τεχνικὰ μέσα ἀνέβασε τὸ ἔργο του στὴν ἀπόλυτη τελειότητα. Εἶναι ὁ πιὸ ἁπλός, ὁ πιὸ ταπεινός, ὁ πιὸ ἀνθρώπινα εἰλικρινὴς συγγραφέας ποὺ ἔβγαλε ὁ τόπος μας. Στὸ ἔργο του μιλεῖ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο γιὰ τοὺς «ἀνθρώπους του», γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τοὺς αἰσθάνεται τέλεια δικούς του, καὶ μᾶς μιλεῖ γι᾿ αὐτοὺς ὅπως ποτὲ κανένας πατέρας δὲ μίλησε γιὰ τὰ παιδιά του. Εἶναι ἄπειρη ἡ στοργὴ ποὺ τοὺς ἔχει. Ἔξω ὅμως ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τῶν ταπεινῶν, τίποτ᾿ ἄλλο σχεδὸν δὲν τὸν ἐνδιαφέρει, θάλεγε κανεὶς πὼς δὲν πρόσεξε τίποτ᾿ ἄλλο, πὼς δὲν ἔριξε οὔτε κἂν μία ματιὰ στὶς ἄλλες τάξεις τῶν ἀνθρώπων. Ἡ προσοχή του κι ὅλη του ἡ ἀγάπη συγκεντρώθηκε στὸ νησί του. Τὸ τοποθέτησε στὸ πρῶτο πλάνο τῆς ζωῆς, καὶ τὸ ἔργο του ἀντλεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ τὴ λαμπρότητά του. Ἀπ᾿ τὴ φτώχεια τοῦ νησιώτη πλουτίζεται, ἀπ᾿ τὴν ἁγία του ὑπομονὴ στὴ δυστυχία καὶ στὸ θάνατο στεριώνεται, ἀπ᾿ τὴν ἁγνότητα τῆς Σκιαθίτισσας κοπέλλας ἐξαϋλώνεται, καὶ φτάνει ἐκεῖ ὅπου λίγοι κατάφεραν νὰ φτάσουν.

Γνώρισα τὸν Παπαδιαμάντη ἀπὸ κοντὰ μόνο τὸν τελευταῖο χρόνο ποὺ βρισκόταν στὴν Ἀθήνα. Κάποιος φίλος τὸν ἔφερε στὸ σπίτι μας ἕνα βράδυ, μὰ κι᾿ ὁ ἴδιος ἀποροῦσε πῶς τὸν κατάφερε, αὐτὸν τὸν ἀπόμονο, τὸν ἀπρόσιτο ἄνθρωπο, νὰ πάει σὲ σπίτι ξένο καὶ σ᾿ ἀνθρώπους ἔξω ἀπ᾿ τὴ δική του «οἰκογένεια». Ὡστόσο τὸν κατάφερε, κι᾿ ἀπὸ τότε, ἴσως γιατὶ μᾶς βρῆκε ἁπλοὺς καὶ κάπως τῆς ἀρεσκείας του, ἐρχότανε πότε-πότε κατὰ τὶς ἐννιὰ τὸ βράδυ. Καθότανε πάντα παράμερα μὲ σταυρωμένα στὸ στῆθος τὰ χέρια, μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι, καὶ μοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση σὰ νά ῾λεγε ἀπὸ μέσα του μιὰ προσευχή. Σπάνια μιλοῦσε. Ἐγὼ τὸν θαύμαζα καὶ τὸν ἀγαποῦσα πολὺ ἀπὸ τότε, δύσκολα ὅμως κατάφερνα ν᾿ ἀνοίξω κουβέντα μαζί του.

Ἕνα βράδυ μοῦ εἶπε ξαφνικά: -Ἔμαθα πὼς τιμᾶτε διὰ τῆς προστασίας σας τὴ «Φόνισσα». Τὸν κύτταξα κατάπληκτη. Ἂν δὲν τὸν ἤξερα τόσο ἁπλὸ καὶ ταπεινὸν ἄνθρωπο, θἄλεγα πὼς μὲ κορόϊδευε. - Ἔχει ἀνάγκη αὐτὸ τὸ ἀριστούργημα ἀπὸ προστασία, καὶ μάλιστα δική μου; τοῦ ἀπάντησα. Ἕνα πικρὸ χαμόγελο φώτισε γιὰ μία στιγμὴ τὸ πρόσωπό του, κι᾿ ἀμέσως ἔσβυσε. Ἕν᾿ ἄλλο βράδυ, βροχερὸ καὶ κρύο, τοῦ δώσαμε ἕνα φλυτζάνι τσάι γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, μὰ δὲν τὸ δέχτηκε. Τὄσπρωξε μὲ κάποιαν ἀπέχθεια, καὶ μᾶς εἶπε ἁπλά: «Δὲν τὸ συνηθίζω». Ἴσως γιατὶ εἶναι φράγκικο πιοτό, σκέφθηκα, καὶ τ᾿ ἄλλο βράδυ τοῦ ἑτοιμάσαμε ζεστὴ φασκομηλιά. Μὲ πόση εὐχαρίστηση, θυμᾶμαι, τὴ ρούφηξε μονομιᾶς.

Ἦταν σιωπηλός, ὅταν ὅμως θίγαμε κάτι ποὺ τὸν ἐνδιέφερε ἢ ποὺ τ᾿ ἀγαποῦσε, μιλοῦσε συνεχῶς γιὰ κάμποση ὥρα, μὲ μιὰ φωνὴ σιγανή, ψιθυριστὴ θά ῾λεγα, ποὺ μοῦ φαινότανε σὰ νὰ ῾ρχόταν ἀπὸ πολὺ μακριά. Σύχναζε τότε στὸ Μοναστηράκι, γιατὶ ἐκεῖ κοντὰ ἦταν ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι ὅπου πήγαινε κι᾿ ἔψελνε ταχτικά. - Μπορεῖτε καὶ γράφετε στὸ καφενεῖο; τὸν ρώτησα. Σήκωσε τότε τὸ κεφάλι του κι᾿ ἄρχισε νὰ μᾶς μιλεῖ γιὰ τὸ περίφημο ἐκεῖνο καφενεῖο τοῦ Μοναστηρακιοῦ, πλέκοντας τὸ ἐγκώμιο τοῦ καφετζῆ μὲ θέρμη, σὰ νὰ ἦταν καμιὰ προσωπικότητα ξεχωριστή.- Μοῦ δίνει καμιὰ φορὰ χαρτὶ καὶ γράφω. Εἶναι ἄνθρωπος τοῦ θεοῦ. Ὥστε αὐτὸ ἦταν! Ἂς εἶν᾿ εὐλογημένος στὸν αἰῶνα ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος καφετζής! Ἴσως χωρὶς αὐτὸν πολλὰ ἀπ᾿ τὰ γοητευτικά του ἀνιστορίσματα δὲ θἄβλεπαν τὸ φῶς ...Κατὰ τὶς δέκα σηκωνόταν νὰ φύγει. Νύσταζε. Μεγάλη κούραση τὸν κρατοῦσε πάντα. Ἕσφιγγε λίγο τὸ σκοινὶ ποὺ ἔζωνε τὴ μέση του, μᾶς ἔδινε τὸ χέρι, καὶ μὲ ὕφος μαθητῆ ποὺ ντρέπεται γιὰ κάποια ἀταξία, μᾶς ἔλεγε: - Καλή σας νύχτα, καὶ νὰ μοῦ συγχωρεῖτε τὰς ἐλλείψεις μου.

Ὅταν ἦταν νὰ φύγει γιὰ τὴ Σκιάθο, ἦρθε μόνος του αὐτὴ τὴ φορά, γιὰ νὰ μᾶς ἀποχαιρετήσει. Ἡ φωνή του εἶχε ἕναν ἀλλιώτικο τόνο, ἦταν θερμὴ καὶ πολὺ συγκινημένη. Μᾶς κάλεσε νὰ πᾶμε στὸ νησί του, ὅπου θὰ μᾶς φιλοξενοῦσε στὸ σπιτάκι του. Σεῖς οἱ γυναῖκες θὰ κοιμᾶστε σὲ ροῦχα φτωχικὰ μέν, πλὴν πολὺ καθαρά. Ἐμεῖς οἱ ἄντρες μποροῦμε νὰ κοιμηθοῦμε στὸ ὕπαιθρον, ὑπὸ τὰ δέντρα. Ἔπειτα ἄρχισε νὰ μᾶς μιλεῖ γιὰ κάποια του ἀνήψια, παιδιὰ τοῦ ἀδερφοῦ του, νομίζω, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ κάνει τίποτα. Μιλοῦσε σὰ νἄθελε ν᾿ ἀπολογηθεῖ καὶ σύγχρονα νὰ ξαλαφρωθεῖ ἀπὸ ἕνα βάρος ποὺ τοῦ πίεζε τὴν καρδιά. - Χρέος μου ἦταν νὰ τὰ προστατέψω, ἀλλὰ δὲν εἶχα τὴν δύναμιν. Δὲν μπόρεσα νὰ τοὺς χρησιμεύσω εἰς τίποτε, ὅπως ἐπιθυμοῦσα. Ἂς εἶναι... Τί νὰ τὰ λέμε τώρ᾿ αὐτά; θλιβερὰ πράγματα... Τὸν κύτταζα. Τὰ μάτια του ἦταν βουρκωμένα, καὶ δυὸ δάκρυα εἶχαν ἀρχίσει νὰ κυλοῦν στὸ χλωμομελάχροινο πρόσωπό του. Ἔφυγε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγους μῆνες, προτοῦ προφτάσουμε νὰ τὸν ξαναϊδοῦμε στὸ νησί του, μᾶς ἦρθε τὸ μήνυμα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ του θανάτου...
 
Bookmark and Share

Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.