Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου
Συγγραφέας: Μαρκίων
Κατηγορία: Ἅγιοι-Ἁγιαζόμενοι
Θέμα: Ἅγιοι, Μάρτυρας, Ἀγάπη πρός Θεόν, Μαρτύριο, Μαρτυρία
Πηγή/Έκδοση:Ἱερὰ Μητρόπολις Νέας Σμύρνης
Χρ.Έκδοσης:2003
Ἐννόημα
! Ποιὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ θαυμάσει τὴ γενναιότητα, τὴν καρτερία καὶ τὴν ἀγάπη τους ποὺ εἶχαν γιὰ τὸν Κύριο; Μὲ τὸ μαστίγωμα καταξέσχιζαν τὸ κορμὶ τῶν μαρτύρων, μέχρι τοῦ σημείου νὰ διακρίνεται ἡ δομὴ τῆς σάρκας, ὡς τὶς ἐσωτερικὲς φλέβες καὶ ἀρτηρίες• ἐκεῖνοι ὅμως ὑπέμειναν θαρραλέα, ὥστε οἱ παρευρισκόμενοι νὰ αἰσθάνονται οἶκτο καὶ νὰ ξεσποῦν σὲ ὀδυρμό. Ἔφθασαν ἐπίσης σὲ τέτοιο βαθμὸ γενναιότητας, ὥστε κανένας ἀπὸ τοὺς μάρτυρες νὰ μὴ βγάλει ἄχνα καὶ στεναγμό, φανερώνοντας σὲ ὅλους μας ὅτι τὴν ὥρα ποὺ βασανίζονταν οἱ μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπόντες ἀπὸ τὴ σάρκα τους, ἤ καλύτερα ὅτι ἦταν ἐκεῖ παρὼν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ ὁμιλοῦσε μαζί τους. Καὶ καθὼς ἦταν προσηλωμένοι στὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, περιφρονοῦσαν τὰ ἐγκόσμια βάσανα, ἐξαγοράζοντας ἐντὸς μιᾶς ὥρας τὴν αἰώνια κόλαση. Ἀκόμη καὶ τὸ καμίνι τῆς φωτιᾶς, στὸ ὁποῖο ρίχνονταν ἀπὸ τοὺς ἀπάνθρωπους βασανιστές, τοὺς φαινόταν δροσερό.
 
! Καθὼς ἄκουσε λοιπὸν ὅτι εἶχαν φθάσει, κατέβη στὸ ἰσόγειο καὶ συζήτησε μαζί τους, ἐνῶ ὅλοι οἱ παρόντες θαύμαζαν τὴν ἡλικία καὶ τὸ παράστημά του, καὶ ἀποροῦσαν διατὶ ὑπῆρχε τόση σπουδὴ νὰ συλληφθεῖ τέτοιος γέρων. Παρήγγειλε λοιπὸν ἀμέσως νὰ τοὺς παρατεθεῖ τράπεζα ἐκείνη τὴν ὥρα γιὰ νὰ φάγουν καὶ νὰ πιοῦν ὅσο θέλουν, τοὺς παρακάλεσε δὲ νὰ τοῦ δώσουν καιρὸ νὰ προσευχηθεῖ ἀνενόχλητα. Ἀφοῦ δὲ τοῦ τὸ ἐπέτρεψαν, σταθεὶς προσευχήθηκε καὶ ἦταν τόσο γεμάτος θεία χάρη, ὥστε ἐπὶ δύο ὧρες νὰ μὴν μπορεῖ νὰ σιωπήσει. Οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐξεπλήσσοντο καὶ πολλοὶ μετανοοῦσαν διότι εἶχαν ἔλθει ἐναντίον ἑνὸς τόσο θεοπρεποῦς γέροντος.
 
! Κύριε, ὁ παντοκράτωρ Θεὸς (Ἀποκ. 4,8. 11,17. 21,22), ὁ πατὴρ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδός σου Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου δεχθήκαμε τὴν ἐπίγνωση περί σοῦ, ὁ Θεὸς τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν δυνάμεων, ὅλης τῆς κτίσεως καὶ ὅλου τοῦ γένους τῶν δικαίων οἱ ὁποῖοι ζοῦν ἐνώπιόν σου, Σὲ εὐλογῶ διότι μὲ ἀξίωσες αὐτῆς τῆς ἡμέρας καὶ ὥρας, νὰ λάβω μέρος στὸν ἀριθμὸ τῶν μαρτύρων ἐντός τοῦ ποτηρίου τοῦ Χριστοῦ σου, γιὰ ἀνάσταση σὲ αἰώνια ζωὴ ψυχῆς καὶ σώματος, σὲ ἀφθαρσία Ἁγίου Πνεύματος. Εἴθε σήμερα νὰ γίνω σ' αὐτοὺς δεκτὸς ἐνώπιόν σου ὡς θυσία πλουσία καὶ εὐπρόσδεκτος, καθὼς προετοίμασες καὶ προφανέρωσες καὶ ἐξεπλήρωσες Σὺ ὁ ἀψευδὴς καὶ ἀληθινὸς Θεός. Διὰ τοῦτο καὶ δι' ὅλα τὰ ἄλλα Σὲ αἰνῶ, Σὲ εὐλογῶ, Σὲ δοξάζω διὰ τοῦ αἰωνίου καὶ ἐπουρανίου ἀρχιερέως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοῦ παιδός σου, διὰ τοῦ ὁποίου σὲ Σένα μαζὶ μὲ Αὐτὸν καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἁρμόζει δόξα τώρα καὶ στοὺς μέλλοντες αἰῶνες. Ἀμήν.
 
Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου
Μαρκίων



 
 



Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ποὺ παροικεῖ στὴ Σμύρνη, πρὸς τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ποὺ παροικεῖ στὸ Φιλομήλιο καὶ πρὸς ὅλες τὶς παροικίες τῆς ἁγίας καὶ καθολικῆς Ἐκκλησίας ποὺ βρίσκονται σὲ κάθε τόπο• εὔχομαι τὸ ἔλεος, ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ πληθαίνουν ἀνάμεσά σας.


Προοίμιο

Ι. Σᾶς γράφουμε, ἀδελφοί, τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς μάρτυρες καὶ τὸν μακάριο Πολύκαρπο, ὁ ὁποῖος τερμάτισε τὸν διωγμό, ὡσὰν μὲ τὸ μαρτύριό του νὰ τὸν σφράγισε. Ὅλα σχεδὸν ὅσα συνέβησαν, καταδεικνύει ἀπὸ ἐπάνω ὁ Κύριος σὲ ἐμᾶς τὸ μαρτύριο ποὺ εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Διότι περίμενε ὁ Πολύκαρπος νὰ παραδοθεῖ, ὅπως εἶχε κάνει κι ὁ Κύριος, γιὰ νὰ τὸν μιμηθοῦμε κι ἐμεῖς, ὥστε νὰ μὴ φροντίζουμε μόνον ὅ,τι ἐνδιαφέρει ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, ἀλλὰ νὰ φροντίζουμε καὶ γιὰ τὴν ὠφέλεια τῶν πλησίον μας. Διότι γνώρισμα τῆς αὐθεντικῆς καὶ σταθερῆς ἀγάπης εἶναι νὰ ἐπιδιώκει κανεὶς ὄχι μόνον τὴν ἐπίτευξη τῆς δικῆς του σωτηρίας, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἀδελφῶν του.


Τὰ μαρτύρια τῶν χριστιανῶν

ΙΙ. Εἶναι πράγματι μακάρια καὶ γενναῖα ὅλα τὰ μαρτύρια ποὺ ἔγιναν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτὸ στὸν Θεὸ ὀφείλουμε νὰ ἀναθέτουμε μὲ περισσότερη εὐλάβεια τὴ φροντίδα γιὰ ὅλα τὰ πράγματα τῆς ζωῆς μας. Ποιὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ θαυμάσει τὴ γενναιότητα, τὴν καρτερία καὶ τὴν ἀγάπη τους ποὺ εἶχαν γιὰ τὸν Κύριο; Μὲ τὸ μαστίγωμα καταξέσχιζαν τὸ κορμὶ τῶν μαρτύρων, μέχρι τοῦ σημείου νὰ διακρίνεται ἡ δομὴ τῆς σάρκας, ὡς τὶς ἐσωτερικὲς φλέβες καὶ ἀρτηρίες• ἐκεῖνοι ὅμως ὑπέμειναν θαρραλέα, ὥστε οἱ παρευρισκόμενοι νὰ αἰσθάνονται οἶκτο καὶ νὰ ξεσποῦν σὲ ὀδυρμό. Ἔφθασαν ἐπίσης σὲ τέτοιο βαθμὸ γενναιότητας, ὥστε κανένας ἀπὸ τοὺς μάρτυρες νὰ μὴ βγάλει ἄχνα καὶ στεναγμό, φανερώνοντας σὲ ὅλους μας ὅτι τὴν ὥρα ποὺ βασανίζονταν οἱ μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπόντες ἀπὸ τὴ σάρκα τους, ἤ καλύτερα ὅτι ἦταν ἐκεῖ παρὼν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ ὁμιλοῦσε μαζί τους. Καὶ καθὼς ἦταν προσηλωμένοι στὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, περιφρονοῦσαν τὰ ἐγκόσμια βάσανα, ἐξαγοράζοντας ἐντὸς μιᾶς ὥρας τὴν αἰώνια κόλαση. Ἀκόμη καὶ τὸ καμίνι τῆς φωτιᾶς, στὸ ὁποῖο ρίχνονταν ἀπὸτοὺς ἀπάνθρωπους βασανιστές, τοὺς φαινόταν δροσερό. Γιατί ἕνα μέλημα εἶχαν μπροστὰ στὰ μάτια τους, τὸ νὰ ξεφύγουν τὸ αἰώνιο πῦρ ποὺ δὲν σβήνει ποτέ, καὶ μὲ τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς τους ἔβλεπαν ὑψηλὰ τὰ ἀγαθά, τὰ προοριζόμενα γιὰ ὅσους ὑπομείνουν, ἀγαθὰ ποὺ οὔτε αὐτὶ ἄκουσε, οὔτε μάτι τὰ εἶδε, κι οὔτε λογισμὸς τοῦ ἀνθρώπου τὰ 'βαλε. Αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ ἐπιδεικνύονταν ἀπὸ τὸν Κύριο μόνο σὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦταν πλέον ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἄγγελοι. Τὸ ἴδιο καὶ ὅσοι καταδικάστηκαν στὰ θηρία ὑπέφεραν τρομερὲς τιμωρίες, καθὼς τοποθετοῦνταν ἐπάνω σὲ ἀγκαθωτὰ κολαστήρια ὄργανα καὶ ὑφίσταντο ποικίλα ἄλλα εἴδη βασάνων, μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσει ὁ τύραννος νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους μὲ τὴν ἐπίμονη τιμωρία, ἐὰν βέβαια μπορέσει.



Ἡ γενναιότητα τῶν μαρτύρων


ΙΙΙ. Πολλὰ λοιπὸν ὁ διάβολος μηχανευόταν ἐναντίον τους, ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ, διότι δὲν τοὺς κατέβαλε ὅλους. Διότι ὁ γενναιότατος Γερμανικός τοὺς ἐμψύχωνε ὅταν ἔδειχναν δειλία μὲ τὴν ὑπομονή του, ὁ ὁποῖος ἀντιμετώπισε μὲ ἀνδρεία τὰ θηρία. Ἂν καὶ ὁ ἀνθύπατος ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν μεταπείσει ἀπὸ τὴ γνώμη του, λέγοντάς του νὰ λυπηθεῖ τὴ νεότητά του, αὐτὸς προκάλεσε τὸ θηρίο δυναμικὰ πρὸς τὸν ἑαυτό του, θέλοντας νὰ ἀπαλλαγεῖ τὸ ταχύτερο ἀπὸ τὴν ἄδικη καὶ παράνομη πολιτεία τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ αὐτὴ ὅλο τὸ πλῆθος, ἀφοῦ θαύμασε τὴ γενναιότητα τοῦ θεοφιλοῦς καὶ θεοσεβοῦς γένους τῶν χριστιανῶν, φώναξε δυνατά:
– Ἔξω οἱ ἄθεοι. Νὰ 'ρθεῖ ἐδῶ ὁ Πολύκαρπος!


Ἡ περίπτωση τοῦ Κοΐντου


IV. Ἕνας ὅμως ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, ὀνομαζόμενος Κόϊντος, ὁ ὁποῖος πρόσφατα εἶχε ἔλθει ἀπὸ τὴ Φρυγία, μόλις εἶδε τὰ θηρία δειλίασε. Ἐνῶ ὁ ἴδιος ἦταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχε πείσει καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ μερικοὺς ἄλλους νὰ προσέλθουν γιὰ νὰ μαρτυρήσουν ἑκουσίως. Αὐτὸν ἔπεισε μὲ ἐπίμονες συστάσεις ὁ ἀνθύπατος νὰ ὁρκιστεῖ καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Γι' αὐτὸ λοιπόν, ἀδελφοί, δὲν ἐπαινοῦμε ἐκείνους ποὺ πᾶνε νὰ μαρτυρήσουν χωρὶς νὰ τοὺς πιέσει κανείς, ἐπειδὴ δὲν διδάσκει ἔτσι τὸ Εὐαγγέλιο.

Ὁ ἐπίσκοπος Σμύρνης Πολύκαρπος

V. Ὁ δὲ θαυμασιότατος Πολύκαρπος, μόλις ἄκουσε κατὰ πρῶτον περὶ τοῦ ἐπεισοδίου, δὲν ταράχθηκε, ἀλλὰ ἤθελε νὰ μείνει μέσα στὴν πόλη. Οἱ πολλοὶ ὅμως τὸν ἔπεισαν νὰ ἐξέλθει κρυφά. Καὶ ἐξῆλθε μυστικὰ σὲ μικρὸ ἀγρόκτημα, τὸ ὁποῖο δὲν ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὴν πόλη καὶ διέμενε ἐκεῖ μαζὶ μὲ λίγους συνοδούς. Νύκτα καὶ ἡμέρα δὲν ἔκαμε τίποτα ἄλλο, παρὰ προσευχόταν γιὰ ὅλους καὶ γιὰ τὶς Ἐκκλησίες τῆς οἰκουμένης, ὅπως συνήθιζε. Καὶ ἐνῶ προσευχόταν τρεῖς μέρες προτοῦ συλληφθεῖ, περιῆλθε σὲ ὀπτασία καὶ εἶδε τὸ προσκέφαλό του νὰ καίγεται ἀπὸ πῦρ. Καὶ στραφεὶς εἶπε πρὸς τοὺς συνοδούς του:
– Πρόκειται νὰ καῶ ζωντανός.

Ι. Καὶ ἐπειδὴ οἱ διῶκτες ἐπέμεναν στὴν ἀναζήτηση, μετέβη σὲ ἄλλο ἀγρόκτημα. Καὶ ἀμέσως κατέφθασαν οἱ διῶκτες του καί, ἐπειδὴ τὸν βρῆκαν, συνέλαβαν δύο ὑπηρέτες, τῶν ὁποίων ὁ ἕνας, ἔπειτα ἀπὸ βασανισμό, ὁμολόγησε. Ἦταν ἄλλωστε ἀδύνατο νὰ διαφύγει τὴν προσοχή, ἐφ' ὅσον οἱ προδότες προέρχονταν ἀπὸ τοὺς δικούς του. Καὶ ὁ ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ ἔχει τὸ ἴδιο ὄνομα λεγόμενος Ἡρώδης, ἔσπευδε γιὰ νὰ τὸν εἰσαγάγει στὸ στάδιο, ἔτσι ὥστε ἐκεῖνος μὲν νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἀποστολὴ ἡ ὁποία τοῦ ὁρίσθηκε, γινόμενος κοινωνὸς τοῦ Χριστοῦ, οἱ δὲ προδώσαντες αὐτὸν νὰ λάβουν τὴν ἴδια μὲ τὸν Ἰούδα τιμωρία.

VII. Ἀστυνομικοὶ λοιπὸν καὶ ἱππεῖς, ἔχοντες μαζί τους τὸν ὑπηρέτη, ἐξῆλθαν μὲ τὸν συνήθη ὁπλισμὸ τους τὴν Παρασκευὴ κατὰ τὴν ὥρα τοῦ δείπνου, σὰν νὰ ἔτρεχαν ἐναντίον ληστοῦ (Μτ. 26,55). Ὅταν ἀργὰ τὸ βράδυ εἰσέβαλαν, τὸν βρῆκαν ξαπλωμένο σὲ ἕνα ἀνώγειο δωμάτιο. Ἂν καὶ μποροῦσε νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἐπίσης ἀπὸ ἐκεῖ σὲ ἄλλο τόπο, ἀλλὰ δὲν θέλησε εἰπών: «Ἂς γίνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 21,14). Καθὼς ἄκουσε λοιπὸν ὅτι εἶχαν φθάσει, κατέβη στὸ ἰσόγειο καὶ συζήτησε μαζί τους, ἐνῶ ὅλοι οἱ παρόντες θαύμαζαν τὴν ἡλικία καὶ τὸ παράστημά του, καὶ ἀποροῦσαν διατὶ ὑπῆρχε τόση σπουδὴ νὰ συλληφθεῖ τέτοιος γέρων. Παρήγγειλε λοιπὸν ἀμέσως νὰ τοὺς παρατεθεῖ τράπεζα ἐκείνη τὴν ὥρα γιὰ νὰ φάγουν καὶ νὰ πιοῦν ὅσο θέλουν, τοὺς παρακάλεσε δὲ νὰ τοῦ δώσουν καιρὸ νὰ προσευχηθεῖ ἀνενόχλητα. Ἀφοῦ δὲ τοῦ τὸ ἐπέτρεψαν, σταθεὶς προσευχήθηκε καὶ ἦταν τόσο γεμάτος θεία χάρη, ὥστε ἐπὶ δύο ὧρες νὰ μὴν μπορεῖ νὰ σιωπήσει. Οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐξεπλήσσοντο καὶ πολλοὶ μετανοοῦσαν διότι εἶχαν ἔλθει ἐναντίον ἑνὸς τόσο θεοπρεποῦς γέροντος.

VIII. Ὅταν δὲ κάποτε ἀφοῦ τελείωσε τὴν προσευχή του, ἀφοῦ ἐμνημόνευσε ὅλους ὅσοι κάποτε εἶχαν ἔλθει σὲ ἐπαφὴ μαζί του, μικροὺς καὶ μεγάλους, ἐνδόξους καὶ ἀδόξους, καὶ ὅλη τὴν ἀνὰ τὴν οἰκουμένη καθολικὴ Ἐκκλησία, ἦλθε ἡ ὥρα νὰ ἐξέλθουν. Τοποθετήσαντες λοιπὸν αὐτὸν ἐπάνω σὲ ὄνο, τὸν ἔφεραν στὴν πόλη τὴν ἡμέρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Τὸν προϋπάντησαν δὲ ὁ ἀστυνόμος Ἡρώδης καὶ ὁ πατέρας του Νικήτης, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τὸν μετέφεραν στὴν ἅμαξα, κάθισαν δίπλα του καὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν πείσουν λέγοντες:
– Τί κακὸ εἶναι νὰ πεῖς «ὁ Καίσαρας εἶναι Κύριος», καὶ νὰ θυσιάσεις καὶ νὰ κάνεις τὰ ἀκόλουθα σ' αὐτὰ καὶ νὰ σωθεῖς;
Αὐτὸς δὲ ἀρχικῶς μὲν δὲν ἀποκρινόταν σ' αὐτούς, ἐπειδὴ ὅμως ἐπέμεναν, εἶπε:
– Δὲν πρόκειται νὰ κάνω ὅ,τι μὲ συμβουλεύετε. Ἐκεῖνοι δέ, ἀφοῦ ἀπέτυχαν νὰ τὸν μεταπείσουν, ἔλεγαν σκληροὺς λόγους καὶ τὸν καταβίβασαν μὲ σπουδή, ὥστε κατερχόμενος ἀπὸ τὴν ἅμαξα νὰ ξεσχίσει τὸ ἀντικνήμιό του. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ λάβει ὑπ' ὄψιν του, σὰν νὰ μὴν εἶχε πάθει τίποτα, βάδιζε μὲ προθυμία καὶ σπουδὴ ὁδηγούμενος πρὸς τὸ στάδιο, ὅπου ἐπικρατοῦσε τόσος θόρυβος, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἀκουσθεῖ κανείς.



Ἡ ὁμολογία τοῦ Πολυκάρπου

IX. Καθὼς δὲ εἰσερχόταν στὸ στάδιο ὁ Πολύκαρπος, τοῦ ἦλθε φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ:
– «Νὰ εἶσαι ἰσχυρὸς καὶ ἀνδρεῖος, Πολύκαρπε», διότι εἶμαι μαζί σου.
Καὶ τὸν μὲν ὁμιλήσαντα δὲν εἶδε κανείς, τὴ δὲ φωνὴ ἄκουσαν οἱ παρόντες ἀπὸ τοὺς δικούς του. Στὴ συνέχεια, καθὼς προσήχθη, ἔγινε μέγας θόρυβος, μόλις ἄκουσαν ὅτι εἶχε συλληφθεῖ ὁ Πολύκαρπος. Μόλις λοιπὸν προσήχθη, τὸν ρώτησε ὁ ἀνθύπατος, ἂν αὐτὸς εἶναι ὁ Πολύκαρπος. Ἀφοῦ δὲ τὸ ὁμολόγησε, προσπαθοῦσε νὰ τὸν πείσει νὰ ἀρνηθεῖ λέγων:
– «Λυπήσου τὴν ἡλικία σου», καὶ ἄλλα παρόμοια μ' αὐτά, ὅπως συνηθίζουν αὐτοὶ νὰ λέγουν:
– «Ὁρκίσου στὴν τύχη τοῦ Καίσαρα, μετανόησε, πὲς "ἔξω οἱ ἄθεοι"».
Ὁ δὲ Πολύκαρπος κοιτάζοντας μὲ σοβαρὸ πρόσωπο πρὸς ὅλο τὸ πλῆθος τῶν ἄνομων εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι βρισκόντουσαν στὸ στάδιο, καὶ σηκώνοντας πρὸς αὐτοὺς τὸ χέρι, στενάξας καὶ παρατηρήσας πρὸς τὸν οὐρανὸ εἶπε:
– «Ἔξω οἱ ἄθεοι».
Ὅταν δὲ ὁ ἀνθύπατος ἐπέμενε λέγων «ὁρκίσου καὶ θὰ σὲ ἀπολύσω, καταράσου τὸν Χριστόν», εἶπε ὁ Πολύκαρπος:
– «Ὀγδόντα ἕξι χρόνια τὸν ὑπηρετῶ καὶ δὲν μὲ ἀδίκησε σὲ τίποτα. Πῶς λοιπὸν μπορῶ νὰ βλασφημήσω τὸν βασιλέα καὶ σωτήρα μου»;

X. Ὅταν δὲ πάλι ἐκεῖνος ἐπέμενε, λέγων «ὁρκίσου στὴν τύχη τοῦ Καίσαρα», ὁ Πολύκαρπος ἀποκρινόταν:
– Ἐὰν αὐταπατᾶσαι νομίζοντας ὅτι θὰ ὁρκισθῶ στὴν τύχη τοῦ Καίσαρα, ὅπως λέγεις, καὶ προσποιῆσαι ὅτι ἀγνοεῖς ποιὸς εἶμαι, ἄκουσε τὸν θαρραλέο λόγο μου «εἶμαι Χριστιανός». Ἐὰν δὲ θέλεις νὰ μάθεις τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅρισε ἡμέρα συνεντεύξεως καὶ θὰ ἀκούσεις.
Ὁ ἀνθύπατος εἶπε:
– Πεῖσε γι' αὐτὰ τὸν λαό.
Ὁ δὲ Πολύκαρπος εἶπε:
– Σὲ μὲν θεώρησα ἄξιο νὰ σοῦ ἀπευθύνω τὸν λόγο, διότι ἔχουμε διδαχθεῖ νὰ ἀπονέμουμε στὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες τὶς διορισμένες ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, τὴν ἁρμόζουσα τιμή, ἐφ' ὅσον δὲν ζημιώνεται ἡ πίστη μας. Ἐκείνους ὅμως δὲν τοὺς θεωρῶ ἀξίους νὰ ἀκούσουν τὴν ἀπολογία μου.

XI. Ὁ δὲ ἀνθύπατος εἶπε:
– Θηρία ἔχω· θὰ σὲ ρίξω σ' αὐτά, ἐὰν δὲν μετανοήσεις.
Αὐτὸς δὲ εἶπε:
– Κάλεσέ τα. Διότι γιὰ μᾶς εἶναι ἀδιανόητη ἡ μετάνοια ἀπὸ τὰ καλύτερα πρὸς τὰ χειρότερα, καλὸ δὲ εἶναι ἡ μετάνοια ἀπὸ τὰ ἄδικα πρὸς τὰ δίκαια.
Ἐκεῖνος δὲ εἶπε πάλι πρὸς αὐτόν:
– Ἐὰν περιφρονεῖς τὰ θηρία, θὰ ὁρίσω νὰ φαγωθεῖς ἀπὸ πῦρ, ἐφ' ὅσον δὲν μετανοήσεις.
Ὁ δὲ Πολύκαρπος εἶπε:
– Μὲ ἀπειλεῖς μὲ πῦρ τὸ ὁποῖο καίεται πρόσκαιρα καὶ μετ' ὀλίγο σβήνεται. Διότι ἀγνοεῖς τὸ πῦρ τῆς μελλούσης κρίσεως καὶ αἰωνίου κολάσεως, τὸ ὁποῖο ἐπιφυλάσσεται γιὰ τοὺς ἀσεβεῖς. Ἀλλὰ γιατί βραδύνεις; Φέρε ὅ,τι θέλεις.



Τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ Πολυκάρπου

XII. Λέγοντας δὲ αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλά, ἦταν γεμάτος θάρρος καὶ χαρὰ καὶ τὸ πρόσωπό του ἦταν πλῆρες χάριτος, ὥστε ὄχι μόνο νὰ μὴν καταρρεύσει ταραγμένος ἀπὸ τὰ λεχθέντα πρὸς αὐτόν, ἀλλ' ἀντιθέτως ὁ ἀνθύπατος νὰ ἐκπλαγεῖ καὶ νὰ στείλει τὸν κήρυκά του στὸ μέσο τοῦ σταδίου γιὰ νὰ κηρύξει τρεῖς φορὲς «ὁ Πολύκαρπος ὁμολόγησε ὅτι εἶναι Χριστιανός».
Ὅταν λέχθηκε αὐτὸ ὑπὸ τοῦ κήρυκα, ὅλο τὸ πλῆθος τῶν Ἐθνικῶν καὶ Ἰουδαίων, τῶν κατοικούντων στὴ Σμύρνη, κραύγαζε μὲ μεγάλη φωνὴ καὶ ἀσυγκράτητο θυμό:
– Αὐτὸς εἶναι ὁ διδάσκαλος τῆς Ἀσίας, ὁ πατὴρ τῶν Χριστιανῶν, ὁ καθαιρέτης τῶν θεῶν μας, ὁ διδάσκων τὰ πλήθη νὰ μὴ θυσιάζουν καὶ νὰ μὴν προσκυνοῦν.
Λέγοντας αὐτὰ ζητοῦσαν μὲ κραυγὲς ἀπὸ τὸν ἀσιάρχη Φίλιππο νὰ ἀπολύσει τὸν λέοντα κατὰ τοῦ Πολυκάρπου. Αὐτὸς ὅμως εἶπε ὅτι δὲν τοῦ ἐπιτρέπεται τοῦτο, γιατί οἱ θηριομαχίες εἶχαν τελειώσει. Τότε ἀποφάσισαν νὰ κραυγάζουν μαζικῶς «νὰ καεῖ ζωντανὸς ὁ Πολύκαρπος». Διότι ἔπρεπε νὰ ἐκπληρωθεῖ τὸ προαγγελθὲν μὲ τὴν ὀπτασία, ἡ ὁποία τοῦ εἶχε φανερωθεῖ σχετικῶς μὲ τὸ προσκεφάλαιο, ὅταν προσευχόμενος τὸ εἶδε νὰ καίεται καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς πλησίον του πιστοὺς εἶπε προφητικῶς:
– Πρόκειται νὰ καῶ ζωντανός.

XIII. Συνέβησαν δὲ αὐτὰ μὲ ἐξαιρετικὴ ταχύτητα, γρηγορότερα ἀπ' ὅσο ἐλέγοντο. Τὰ πλήθη συνέλεγαν αὐτοστιγμεὶ ξύλα καὶ φρύγανα ἀπὸ ἐργαστήρια καὶ τὰ λουτρά, ἐνῶ οἱ Ἰουδαῖοι κατὰ τὴ συνήθειά τους τοὺς βοηθοῦσαν στὸ ἔργο πρόθυμα. Ὅταν δὲ ἑτοιμάσθηκε ἡ φωτιά, ἀφοῦ ἀπέθεσε δίπλα του ὅλα τὰ ἐνδύματα καὶ ἔλυσε τὴ ζώνη, προσπάθησε νὰ λύσει καὶ τὰ ὑποδήματα, ἐνῶ προηγουμένως δὲν τὸ ἔκανε ποτέ, διότι πάντοτε ὅλοι οἱ πιστοὶ ἔσπευδαν, ποιὸς νὰ ἀγγίξει γρηγορότερα τὸ δέρμα του. Διότι καὶ πρὸ τοῦ μαρτυρίου ἦταν στολισμένος μὲ κάθε χάρη λόγω τῆς ἀγαθῆς του διαγωγῆς. Ἀμέσως ἔπειτα τέθηκαν σ' αὐτὸν τὰ κατάλληλα γιὰ τὴ φωτιὰ ὄργανα. Ὅταν δὲ ἐπρόκειτο νὰ τὸν καρφώσουν εἶπε:
– Ἀφῆστε με ἔτσι. Διότι αὐτός, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔδωσε τὴ δύναμη νὰ ὑποφέρω τὸ πῦρ, θὰ μοῦ δώσει τὴ δύναμη νὰ μείνω ἀτάραχος στὴ φωτιὰ καὶ χωρὶς τὴν ἀσφάλεια ἀπὸ τὰ καρφιά σας.

XIV. Ἐκεῖνοι λοιπὸν δὲν τὸν κάρφωσαν μέν, ἀλλὰ τὸν ἔδεσαν. Ἀφοῦ δὲ ἔβαλε πίσω τὰ χέρια του καὶ προσδέθηκε σὰν εὐγενὴς κριὸς διαλεγμένος ἀπὸ μεγάλο ποίμνιο γιὰ θυσία, ὁλοκαύτωμα ἑτοιμασμένο καὶ δεκτὸ ἀπὸ τὸν Θεό, κοίταξε ἐπάνω πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε:
– Κύριε, ὁ παντοκράτωρ Θεὸς (Ἀποκ. 4,8. 11,17. 21,22), ὁ πατὴρ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδός σου Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου δεχθήκαμε τὴν ἐπίγνωση περί σοῦ, ὁ Θεὸς τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν δυνάμεων, ὅλης τῆς κτίσεως καὶ ὅλου τοῦ γένους τῶν δικαίων οἱ ὁποῖοι ζοῦν ἐνώπιόν σου, Σὲ εὐλογῶ διότι μὲ ἀξίωσες αὐτῆς τῆς ἡμέρας καὶ ὥρας, νὰ λάβω μέρος στὸν ἀριθμὸ τῶν μαρτύρων ἐντός τοῦ ποτηρίου τοῦ Χριστοῦ σου, γιὰ ἀνάσταση σὲ αἰώνια ζωὴ ψυχῆς καὶ σώματος, σὲ ἀφθαρσία Ἁγίου Πνεύματος. Εἴθε σήμερα νὰ γίνω σ' αὐτοὺς δεκτὸς ἐνώπιόν σου ὡς θυσία πλουσία καὶ εὐπρόσδεκτος, καθὼς προετοίμασες καὶ προφανέρωσες καὶ ἐξεπλήρωσες Σὺ ὁ ἀψευδὴς καὶ ἀληθινὸς Θεός. Διὰ τοῦτο καὶ δι' ὅλα τὰ ἄλλα Σὲ αἰνῶ, Σὲ εὐλογῶ, Σὲ δοξάζω διὰ τοῦ αἰωνίου καὶ ἐπουρανίου ἀρχιερέως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοῦ παιδός σου, διὰ τοῦ ὁποίου σὲ Σένα μαζὶ μὲ Αὐτὸν καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἁρμόζει δόξα τώρα καὶ στοὺς μέλλοντες αἰῶνες. Ἀμήν.

XV. Ἀφοῦ δὲ ἀνέπεμψε τὸ ἀμὴν καὶ τελείωσε τὴν εὐχή, οἱ ἁρμόδιοι ἄνθρωποι διὰ τὸ πῦρ, ἄναψαν τὴ φωτιά. Καθὼς δὲ ἔλαμψε μεγάλη φλόγα, εἴδαμε θαῦμα ἐμεῖς στοὺς ὁποίους δόθηκε νὰ δοῦμε, οἱ ὁποῖοι καὶ διασωθήκαμε γιὰ νὰ ἀπαγγείλλουμε τὰ συμβάντα στοὺς ἄλλους. Δηλαδὴ τὸ πῦρ, σχημάτισαν εἶδος καμάρας, σὰν ἱστίου πλοίου φουσκωμένο ἀπὸ τὸν ἄνεμο, κύκλωσε γύρω τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος, καὶ τοῦτο ἦταν ἐκεῖ στὸ μέσο ὄχι σὰν σάρκα καιομένη, ἀλλὰ σὰν ἄρτος ψημένος ἤ σὰν χρυσὸς καὶ ἄργυρος καθαριζόμενος σὲ κάμινο. Καὶ ἡ εὐωδία τὴν ὁποία αἰσθανόμασταν ἦταν δυνατή, σὰν νὰ κάπνιζε λιβανωτὸ ἢ ἄλλο πολύτιμο ἄρωμα.

XVI. Τέλος, ἰδόντες οἱ ἄνομοι ὅτι τὸ σῶμα του δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ φαγωθεῖ ἀπὸ τὸ πῦρ, διέταξαν νὰ τὸν πλησιάσει ἐκτελεστὴς καὶ νὰ βυθίσει στὸ σῶμα του ξιφίδιο. Ὅταν δὲ ἔπραξε τοῦτο, ἐξῆλθε ἄφθονο αἷμα γύρω στὸ στῆθος, ὥστε νὰ σβήσει τὴ φωτιὰ καὶ νὰ θαυμάσει ὅλος ὁ ὄχλος ὅτι τόση διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἀπίστων καὶ τῶν ἐκλεκτῶν. Ἕνας ἀπ' ἐκείνους καὶ αὐτός, ὁ θαυμασιότατος Πολύκαρπος, ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη κατὰ τοὺς χρόνους μας ἀποστολικὸς καὶ προφητικὸς διδάσκαλος καὶ ἐπίσκοπος τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας στὴ Σμύρνη. Διότι κάθε λόγος τὸν ὁποῖο ἄφησε ἀπὸ τὸ στόμα του καὶ ἐκπληρώθηκε καὶ θὰ ἐκπληρωθεῖ.


Μετὰ ἀπὸ τὸ μαρτύριο

XVII. Ὁ δὲ ἀντίζηλος, ὁ φθονερός, ὁ πονηρός, ὁ ἐχθρός τοῦ γένους τῶν δικαίων, καθὼς ἀντιλήφθηκε τὴ σπουδαιότητα τῆς μαρτυρίας του καὶ τὴν ἐξ ἀρχῆς ἀνεπίληπτη σταδιοδρομία του καὶ τὸν εἶδε στεφανωμένο μὲ τὸν στέφανο τῆς ἀφθαρσίας καὶ κατακτητὴ ἑνὸς ἀσυναγώνιστου βραβείου, κατάφερε ὥστε οὔτε τὸ πτῶμα του νὰ μὴν παραληφθεῖ ἀπὸ ἐμᾶς, ἂν καὶ πολλοὶ ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὸ παραλάβουν, γιὰ νὰ ἀγγίξουν οὕτω τὸ ἅγιο σαρκίο του. Ὑπέβαλε λοιπὸν στὸν Νικήτη, τὸν πατέρα τοῦ Ἡρώδη καὶ ἀδελφό τῆς Ἄλκης, νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸν ἄρχοντα νὰ μὴ δώσει τὸ σῶμα του, «μὴ τυχόν, λέγει, ἀφήσαντες τὸν ἐσταυρωμένο ἀρχίσουν νὰ λατρεύουν τοῦτο». Καὶ ταῦτα εἶπε μὲ ὑποβολὴ καὶ ἐνίσχυση τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι καὶ προφύλαξαν ὅταν ἐπεχειρήσαμε νὰ τὸν παραλάβουμε ἀπὸ τὴν πυρά, ἀγνοοῦντες ὅτι δὲν θὰ μπορέσουμε οὔτε τὸν Χριστὸ νὰ ἐγκαταλείψουμε ποτέ, τὸν παθόντα ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν σωζωμένων σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, τὸν ἄμωμο ὑπὲρ τῶν ἁμαρτωλῶν, οὔτε κάποιον ἄλλο νὰ λατρεύσουμε. Διότι τοῦτον μὲν προσκυνοῦμε ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τοὺς δὲ μάρτυρες ἀγαποῦμε ὡς μαθητὲς καὶ μιμητὲς τοῦ Κυρίου, ἐπαξίως λόγω τῆς ἀνυπερβλήτου ἀφοσιώσεως στὸ βασιλέα καὶ διδάσκαλό τους. Εἴθε καὶ ἐμεῖς νὰ γίνουμε κοινωνοὶ καὶ συμμαθητὲς αὐτῶν.

XVIII. Ἰδὼν λοιπὸν ὁ ἑκατόνταρχος τὴν ὑποκινηθεῖσα ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους φιλονικία, τὸν τοποθέτησαν στὸ μέσο καὶ κατὰ τὴ συνήθειά τους τὸν ἔκαψε. Ἔτσι ἐμεῖς, συλλέξαντες ὕστερα τὰ ὀστᾶ του, τὰ τιμιώτερα ἀπὸ πολυτελεῖς λίθους, καὶ εὐγενέστερα ἀπὸ χρυσό, τὰ ἐνταφιάσαμεν σὲ κατάλληλο τόπο. Καθὼς δὲ θὰ συναθροιζόμαστε ἐκεῖ κατὰ δύναμη μὲ ἀγγαλλίαση καὶ χαρά, ὁ Κύριος θὰ ἐπιτρέψει νὰ ἑορτάζουμε τὴ γενέθλιο ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου του τόσο σὲ μνήμη τῶν προαθλησάντων, ὅσο καὶ σὲ ἄσκηση καὶ ἑτοιμασία τῶν μελλοντικῶν ἀθλητῶν.


Ἐπίλογος


XIX. Αὐτὰ συνέβησαν στὸν μακάριο Πολύκαρπο, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε στὴ Σμύρνη δωδέκατος κατὰ σειρὰ μαζὶ μὲ τοὺς προερχόμενους ἀπὸ τὴ Φιλαδέλφεια. Βεβαίως μόνον αὐτὸς μνημονεύεται κατ' ἐξοχὴν ἀπὸ ὅλους καὶ διαλαλεῖται ἐπίσης ὑπὸ τῶν Ἐθνικῶν σὲ κάθε τόπο. Διότι δὲν ἦταν μόνον ἐπίσημος διδάσκαλος, ἀλλ' ἔγινε καὶ ἔξοχος μάρτυς, τοῦ ὁποίου τὸ μαρτύριο ὅλοι ἐπιθυμοῦν νὰ μιμηθοῦν, ὡς γενόμενο κατὰ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Κατανικήσας διὰ τῆς ὑπομονῆς του τὸν ἄδικο ἄρχοντα καὶ οὕτω κερδίσας τὸν στέφανο τῆς ἀφθαρσίας, ἀγαλλόμενος μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ ὅλους τοὺς δικαίους, δοξάζει τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα παντοκράτορα καὶ εὐλογεῖ τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν σωτήρα τῶν ψυχῶν ἡμῶν καὶ κυβερνήτη τῶν σωμάτων ἡμῶν καὶ ποιμένα τῆς ἀνὰ τὴν οἰκουμένη Καθολικῆς Ἐκκλησίας.

XX. Σεῖς μὲν ἐζητήσατε νὰ σᾶς ἐκθέσουμε διὰ μακρῶν τὰ συμβάντα, ἐμεῖς δὲ πρὸς τὸ παρὸν σᾶς τὰ διηγηθήκαμε ἐπιτόμως διὰ τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν Μαρκίωνος. Ἀφοῦ λοιπὸν πληροφορηθεῖτε ταῦτα, στείλατε τὴν ἐπιστολὴ καὶ στοὺς παραπέρα ἀδελφούς, διὰ νὰ δοξάζουν καὶ ἐκεῖνοι τὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος ἐκλέγει τοὺς ἐξαιρέτους ἀπὸ τοὺς δούλους του. Σ' αὐτὸν δὲ ὁ ὁποῖος μὲ τὴ χάρη καὶ δωρεὰν του μπορεῖ νὰ εἰσαγάγει ὅλους ἐμᾶς στὴν ἐπουράνια βασιλεία του διὰ τοῦ παιδὸς αὐτοῦ, τοῦ μονογενοῦς Ἰησοῦ Χριστοῦ, δόξα, τιμή, κράτος, μεγαλοσύνη στοὺς αἰώνας. Χαιρετήσατε ὅλους τοὺς ἁγίους. Σᾶς χαιρετίζουν ὅσοι εἶναι μαζί μας. Καὶ ὁ Εὐάρεστος ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὴν ἐπιστολὴ μὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά του.


Πρόσθετος ἐπίλογος

XXI. Μαρτύρησε δὲ ὁ μακάριος Πολύκαρπος τὴ Δευτέρα τοῦ μηνὸς Ξανθικοῦ ἱσταμένου, κατὰ δὲ τὸ ρωμαϊκὸ ἡμερολόγιο ἑπτὰ πρὸ τῶν καλανδῶν τοῦ Μαρτίου (= 23 Φεβρουαρίου), μέγα Σάββατο, ὥρα ὀγδόη. Συνελήφθη δὲ ὑπὸ τοῦ Ἡρώδη ἐπὶ ἀρχιερέως Φιλίππου Τραλλιανοῦ, ἀνθυπατεύοντος τοῦ Στατίου Κοδράτου, βασιλεύοντος δὲ εἰς τοὺς αἰώνας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα, τιμή, μεγαλοσύνη, θρόνος αἰώνιος ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν. Ἀμήν.


XXII. Εὐχόμεθα, ἀδελφοί, νὰ εἶσθε ὑγιεῖς, ἀκολουθοῦντες τὸν κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο λόγο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (μετὰ τοῦ ὁποίου δόξα ἀνήκει στὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, χάριν τῆς σωτηρίας τῶν ἐκλεκτῶν ἁγίων), σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο μαρτύρησε ὁ μακάριος Πολύκαρπος, ἐπὶ τῶν ἰχνῶν τοῦ ὁποίου εἴθε νὰ βρεθοῦμε καὶ ἐμεῖς στὴ βασιλεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.


[Ἡ νεοελληνικὴ μετάφραση τοῦ «Μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου» προέρχεται ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης (2003), μὲ νεότερη μεταφραστικὴ ἐργασία καὶ ἐπιμέλεια τοῦ π. Κων/νου Παπαθανασίου]




Πρωτὀτυπο Κείμενο

 
Μαρτύριον τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου

Ἡ ἐκκλησία τοῦ θεοῦ͵ ἡ παροικοῦσα Σμύρναν͵ τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ θεοῦ͵ τῇ παροικούσῃ ἐν Φιλομηλίῳ καὶ πάσαις ταῖς κατὰ πάντα τόπον τῆς ἁγίας καὶ καθολικῆς ἐκκλησίας παροικίαις. ἔλεος καὶ εἰρήνη καὶ ἀγάπη θεοῦ πατρὸς καὶ τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πληθυνθείη.

1.1 Ἐγράψαμεν ὑμῖν͵ ἀδελφοί͵ τὰ κατὰ τοὺς μαρτυρήσαντας καὶ τὸν μακάριον Πολύκαρπον͵ ὅστις ὥσπερ ἐπισφραγίσας διὰ τῆς μαρτυρίας αὐτοῦ κατέπαυσε τὸν διωγμόν. σχεδὸν γὰρ πάντα τὰ προάγοντα ἐγένετο͵ ἵνα ἡμῖν ὁ κύριος ἄνωθεν ἐπιδείξῃ τὸ κατὰ τὸ εὐαγγέλιον μαρτύριον.

1.2 περιέμενεν γὰρ ἵνα παραδοθῇ͵ ὡς καὶ ὁ κύριος͵ ἵνα μιμηταὶ καὶ ἡμεῖς αὐτοῦ γενώμεθα͵ μὴ μόνον σκο ποῦντες τὸ καθ΄ ἑαυτούς͵ ἀλλὰ καὶ τὸ κατὰ τοὺς πέλας. ἀγάπης γὰρ ἀληθοῦς καὶ βεβαίας ἐστίν͵ μὴ μόνον ἑαυτὸν θέλειν σώζεσθαι ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ἀδελφούς.



2.1 Μακάρια μὲν οὖν καὶ γενναῖα τὰ μαρτύρια πάντα τὰ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ γεγονότα. δεῖ γὰρ εὐλαβεστέρους ἡμᾶς ὑπάρχοντας τῷ θεῷ τὴν κατὰ πάντων ἐξουσίαν ἀνατιθέναι.

2.2 τὸ γὰρ γενναῖον αὐτῶν καὶ ὑπομονητικὸν καὶ φιλοδέσποτον τίς οὐκ ἂν θαυμάσειεν; οἳ μάστιξι μὲν καταξανθέντες͵ ὥστε μέχρι τῶν ἔσω φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν τὴν τῆς σαρκὸς οἰκονομίαν θεωρεῖσθαι͵ ὑπέμειναν͵ ὡς καὶ τοὺς περιεστῶτας ἐλεεῖν καὶ ὀδύρεσθαι· τοὺς δὲ καὶ εἰς τοσοῦτον γενναιότητος ἐλθεῖν͵ ὥστε μήτε γρύξαι μήτε στενάξαι τινὰ ἐπιδεικνυμένους ἅπασιν ἡμῖν͵ ὅτι ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ βασανιζόμενοι τῆς σαρκὸς ἀπεδήμουν οἱ μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ͵ μᾶλλον δὲ ὅτι παρεστὼς ὁ κύριος ὡμίλει αὐτοῖς.

2.3 καὶ προσέχοντες τῇ τοῦ Χριστοῦ χάριτι τῶν κοσμικῶν κατεφρόνουν βασάνων͵ διὰ μιᾶς ὥρας τὴν αἰώνιον κόλασιν ἐξαγοραζόμενοι. καὶ τὸ πῦρ ἦν αὐτοῖς ψυχρὸν τὸ τῶν ἀπανθρώπων βασανιστῶν. πρὸ ὀφθαλμῶν γὰρ εἶχον φυγεῖν τὸ αἰώνιον καὶ μηδέποτε σβεννύμενον καὶ τοῖς τῆς καρδίας ὀφθαλμοῖς ἀνέβλεπον τὰ τηρούμενα τοῖς ὑπομείνασιν ἀγαθά͵ ἃ οὔτε οὖς ἤκουσεν͵ οὔτε ὀφθαλμὸς εἶδεν͵ οὔτε ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου ἀνέβη͵ ἐκείνοις δὲ ὑπεδείκνυτο ὑπὸ τοῦ κυρίου͵ οἵπερ μηκέτι ἄνθρωποι ἀλλ΄ ἤδη ἄγγελοι ἦσαν.

2.4 ὁμοίως δὲ καὶ οἱ εἰς τὰ θηρία κατακριθέντες ὑπέμειναν δεινὰς κολάσεις͵ κήρυκας μὲν ὑποστρωννύμενοι καὶ ἄλλαις ποικίλων βασάνων ἰδέαις κολαζόμενοι ἵνα͵ εἰ δυνηθείη ὁ τύραννος͵ διὰ τῆς ἐπιμόνου κολάσεως εἰς ἄρνησιν αὐτοὺς τρέψῃ.



3.1 Πολλὰ γὰρ ἐμηχανᾶτο κατ΄ αὐτῶν ὁ διάβολος͵ ἀλλὰ χάρις τῷ θεῷ͵ κατὰ πάντων γὰρ οὐκ ἴσχυσεν. ὁ γὰρ γενναιότατος Γερμανικὸς ἐπερρώννυεν αὐτῶν τὴν δειλίαν διὰ τῆς ἐν αὐτῷ ὑπομονῆς͵ ὃς καὶ ἐπισήμως ἐθηριομάχησεν. βουλομένου γὰρ τοῦ ἀνθυπάτου πείθειν αὐτὸν καὶ λέγοντος τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ κατοικτεῖραι͵ ἑαυτῷ ἐπεσπάσατο τὸ θηρίον προσβιασάμενος͵ τάχιον τοῦ ἀδίκου καὶ ἀνόμου βίου αὐτῶν ἀπαλλαγῆναι βουλόμενος.

3.2 ἐκ τούτου οὖν πᾶν τὸ πλῆθος͵ αὐτῶν͵ ἐκ τούτου οὖν πᾶν τὸ πλῆθος͵ θαυμάσαν τὴν γενναιότητα τοῦ θεοφιλοῦς καὶ θεοσεβοῦς γένους τῶν Χριστιανῶν͵ ἐβόησεν· Αἶρε τοὺς ἀθέους· ζητείσθω Πολύκαρπος.



4.1 Εἷς δὲ ὀνόματι Κόϊντος͵ Φρύξ͵ προσφάτως ἐληλυθὼς ἀπὸ τῆς Φρυγίας͵ ἰδὼν τὰ θηρία ἐδειλίασεν. οὗτος δὲ ἦν ὁ παραβιασάμενος ἑαυτόν τε καί τινας προσελθεῖν ἑκόντας. τοῦτον ὁ ἀνθύπατος πολλὰ ἐκλιπαρήσας ἔπεισεν ὀμόσαι καὶ ἐπιθῦσαι. διὰ τοῦτο οὖν͵ ἀδελφοί͵ οὐκ ἐπαινοῦμεν τοὺς προσιόντας ἑαυτοῖς͵ ἐπειδὴ οὐχ οὕτως διδάσκει τὸ εὐαγγέλιον. Ὁ δὲ θαυμασιώτατος Πολύκαρπος τὸ μὲν πρῶτον ἀκούσας οὐκ ἐταράχθη͵ ἀλλ΄ ἐβούλετο κατὰ πόλιν μένειν· οἱ δὲ πλείους ἔπειθον αὐτὸν ὑπεξελθεῖν. καὶ ὑπεξῆλθεν εἰς ἀγρίδιον οὐ μακρὰν ἀπέχον ἀπὸ τῆς πόλεως καὶ διέτριβεν μετ΄ ὀλίγων͵ νύκτα καὶ ἡμέραν οὐδὲν ἕτερον ποιῶν ἢ προσευχόμενος περὶ πάντων καὶ τῶν κατὰ τὴν οἰκουμένην ἐκκλησίων͵ ὅπερ ἦν σύνηθες αὐτῷ.

5.2 καὶ προσευχόμενος ἐν ὀπτασίᾳ γέγονεν πρὸ τριῶν ἡμερῶν τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν καὶ εἶδεν τὸ προσκεφάλαιον αὐτοῦ ὑπὸ πυρὸς κατακαιόμενον. καὶ στραφεὶς εἶπεν πρὸς τοὺς σὺν αὐτῷ· Δεῖ με ζῶντα καῆναι.




6.1 Καὶ ἐπιμενόντων τῶν ζητούντων αὐτὸν μετέβη εἰς ἕτερον ἀγρίδιον. καὶ εὐθέως ἐπέστησαν οἱ ζητοῦντες αὐτόν͵ καὶ μὴ εὑρόντες συνελάβοντο παιδάρια δύο͵ ὧν τὸ ἕτερον βασανιζόμενον ὡμολόγησεν.

6.2 ἦν γὰρ καὶ ἀδύνατον λαθεῖν αὐτόν͵ ἐπεὶ καὶ οἱ προδιδόντες αὐτὸν οἰκεῖοι ὑπῆρχον. καὶ ὁ εἰρήναρχος͵ ὁ κεκληρωμένος τὸ αὐτὸ ὄνομα͵ Ἡρώδης ἐπιλεγόμενος͵ ἔσπευδεν εἰς τὸ στάδιον αὐτὸν εἰσαγαγεῖν ἵνα ἐκεῖνος μὲν τὸν ἴδιον κλῆρον ἀπαρτίσῃ͵ Χριστοῦ κοινωνὸς γενόμενος͵ οἱ δὲ προδόντες αὐτὸν τὴν αὐτοῦ τοῦ Ἰούδα ὑπόσχοιεν τιμωρίαν.




7.1 Ἔχοντες οὖν τὸ παιδάριον τῇ παρασκευῇ περὶ δείπνου ὥραν ἐξῆλθον διωγμῖται καὶ ἱππεῖς μετὰ τῶν συνήθων αὐτοῖς ὅπλων ὡς ἐπὶ λῃστὴν τρέχοντες. καὶ ὀψὲ τῆς ὥρας συνεπελθόντες ἐκεῖνον μὲν εὗρον ἔν τινι δωματίῳ κατακείμενον ἐν ὑπερῴῳ κἀκεῖθεν δὲ ἠδύνατο εἰς ἕτερον χωρίον ἀπελθεῖν ἀλλ΄ οὐκ ἠβουλήθη εἰπών͵ Τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ γενέσθω.

7.2 ἀκούσας οὖν αὐτοὺς παρόντας͵ καταβὰς διελέχθη αὐτοῖς θαυμαζόντων τῶν παρόντων τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ καὶ τὸ εὐσταθές͵ καὶ εἰ τοσαύτη σπουδὴ ἦν τοῦ συλληφθῆναι τοιοῦτον πρεσβύτην ἄνδρα. εὐθέως οὖν αὐτοῖς ἐκέλευσεν παρα τεθῆναι φαγεῖν καὶ πιεῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ ὅσον ἂν βούλωνται͵ ἐξῃτήσατο δὲ αὐτοὺς ἵνα δῶσιν αὐτῷ ὥραν πρὸς τὸ προσεύξασθαι ἀδεῶς.

7.3 τῶν δὲ ἐπιτρεψάντων͵ σταθεὶς πρὸς ἀνατολὴν προσηύξατο πλήρης ὢν τῆς χάριτος τοῦ θεοῦ οὕτως ὡς ἐπὶ δύο ὥρας μὴ δύνασθαι σιωπῆσαι͵ καὶ ἐκπλήττεσθαι τοὺς ἀκούοντας πολλούς τε μετανοεῖν ἐπὶ τῷ ἐληλυθέναι ἐπὶ τοιοῦτον θεοπρεπῆ πρεσβύτην.




8.1 Ἐπεὶ δέ ποτε κατέπαυσεν τὴν προσευχήν͵ μνημονεύσας ἁπάντων τῶν καὶ πώποτε συμβεβληκότων αὐτῷ μικρῶν τε καὶ μεγάλων͵ ἐνδόξων τε καὶ ἀδόξων͵ καὶ πάσης τῆς κατὰ τὴν οἰκουμένην καθολικῆς ἐκκλησίας͵ τῆς ὥρας ἐλθούσης τοῦ ἐξιέναι͵ ὄνῳ καθίσαντες αὐτὸν ἤγαγον εἰς τὴν πόλιν ὄντος σαββάτου μεγάλου.

8.2 καὶ ὑπήντα αὐτῷ ὁ εἰρήναρχος Ἡρώδης καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ Νικήτης͵ οἳ καὶ μεταθέντες αὐτὸν ἐπὶ τὴν καροῦχαν ἔπειθον παρακαθεζόμενοι καὶ λέγοντες· Τί γὰρ κακόν ἐστιν εἰπεῖν· Κύριος Καῖσαρ͵ καὶ ἐπιθῦσαι καὶ τὰ τούτοις ἀκόλουθα καὶ διασώζεσθαι; ὁ δὲ τὰ μὲν πρῶτα οὐκ ἀπεκρίνατο αὐτοῖς͵ ἐπιμενόντων δὲ αὐτῶν ἔφη· Οὐ μέλλω ποιεῖν ὃ συμβουλεύετέ μοι.

8.3 οἱ δὲ ἀποτυχόντες τοῦ πεῖσαι αὐτὸν δεινὰ ῥήματα ἔλεγον καὶ μετὰ σπουδῆς καθῄρουν αὐτὸν ὡς κατιόντα ἀπὸ τῆς καρούχας ἀποσῦραι τὸ ἀντικνήμιον. καὶ μὴ ἐπιστραφεὶς ὡς οὐδὲν πεπονθὼς προθύμως ἐπορεύετο ἀγόμενος εἰς τὸ στάδιον͵ θορύβου τηλικούτου ὄντος ἐν τῷ σταδίῳ ὡς μηδὲ ἀκουσθῆναί τινα δύνασθαι.




9.1 Τῷ δὲ Πολυκάρπῳ εἰσιόντι εἰς τὸ στάδιον φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ ἐγένετο· Ἴσχυε͵ Πολύκαρπε͵ καὶ ἀνδρίζου. καὶ τὸν μὲν εἰπόντα οὐδεὶς εἶδεν͵ τὴν δὲ φωνὴν τῶν ἡμετέρων οἱ παρόντες ἤκουσαν. καὶ λοιπὸν προσαχθέντος αὐτοῦ͵ θόρυβος ἦν μέγας ἀκουσάντων ὅτι Πολύκαρπος συνείληπται.

9.2 προσαχθέντα οὖν αὐτὸν ἀνηρώτα ὁ ἀνθύπατος εἰ αὐτὸς εἴη Πολύκαρπος. τοῦ δὲ ὁμολογοῦντος ἔπειθεν ἀρνεῖσθαι λέγων· Αἰδέσθητί σου τὴν ἡλικίαν (καὶ ἕτερα τούτοις ἀκόλουθα͵ ὧν ἔθος αὐτοῖς λέγειν)· Ὄμοσον τὴν Καίσαρος τύχην͵ μετανόησον͵ εἶπον· Αἶρε τοὺς ἀθέους. ὁ δὲ Πολύκαρπος ἐμβριθεῖ τῷ προσώπῳ εἰς πάντα τὸν ὄχλον τὸν ἐν τῷ σταδίῳ ἀνόμων ἐθνῶν ἐμβλέψας καὶ ἐπισείσας αὐτοῖς τὴν χεῖρα͵ στενάξας τε καὶ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶπεν· Αἶρε τοὺς ἀθέους.

9.3 ἐγκειμένου δὲ τοῦ ἀνθυπάτου καὶ λέγοντος· Ὄμοσον͵ καὶ ἀπολύω σε͵ λοιδόρησον τὸν Χριστόν͵ ἔφη ὁ Πολύκαρπος· Ὀγδοήκοντα καὶ ἓξ ἔτη δουλεύω αὐτῷ καὶ οὐδέν με ἠδίκησεν. καὶ πῶς δύναμαι βλασφημῆσαι τὸν βασιλέα μου τὸν σώσαντά με;




10.1 Ἐπιμένοντος δὲ πάλιν αὐτοῦ καὶ λέγοντος· Ὄμοσον τὴν Καίσαρος τύχην͵ ἀπεκρίνατο· Εἰ κενοδοξεῖς ἵνα ὀμόσω τὴν Καίσαρος τύχην͵ ὡς σὺ λέγεις͵ προσποιεῖ δὲ ἀγνοεῖν με τίς εἰμι͵ μετὰ παρρησίας ἄκουε· Χριστιανός εἰμι. εἰ δὲ θέλεις τὸν τοῦ Χριστιανισμοῦ μαθεῖν λόγον͵ δὸς ἡμέραν καὶ ἄκουσον.

10.2 ἔφη ὁ ἀνθύπατος· Πεῖσον τὸν δῆμον. ὁ δὲ Πολύκαρπος εἶπεν· Σὲ μὲν καὶ λόγου ἠξίωκα· δεδιδάγμεθα γὰρ ἀρχαῖς καὶ ἐξουσίαις ὑπὸ τοῦ θεοῦ τεταγμέναις τιμὴν κατὰ τὸ προσῆκον τὴν μὴ βλάπτουσαν ἡμᾶς ἀπονέμειν. ἐκείνους δὲ οὐχ ἡγοῦμαι ἀξίους τοῦ ἀπολογεῖσθαι αὐτοῖς.




11.1 Ὁ δὲ ἀνθύπατος εἶπεν· Θηρία ἔχω· τούτοις σε παραβαλῶ ἐὰν μὴ μετανοήσῃς. ὁ δὲ εἶπεν· Κάλει. ἀμετάθετος γὰρ ἡμῖν ἡ ἀπὸ τῶν κρειττόνων ἐπὶ τὰ χείρω μετάνοια͵ καλὸν δὲ μετατίθεσθαι ἀπὸ τῶν χαλεπῶν ἐπὶ τὰ δίκαια.

11.2 ὁ δὲ πάλιν πρὸς αὐτόν· Πυρί σε ποιήσω δαπανηθῆναι εἰ τῶν θηρίων καταφρονεῖς͵ ἐὰν μὴ μετανοήσῃς. ὁ δὲ Πολύκαρπος εἶπεν· Πῦρ ἀπειλεῖς τὸ πρὸς ὥραν καιόμενον καὶ μετ΄ ὀλίγον σβεννύμενον. ἀγνοεῖς γὰρ τὸ τῆς μελλούσης κρίσεως καὶ αἰωνίου κολάσεως τοῖς ἀσεβέσι τηρούμενον πῦρ. ἀλλὰ τί βραδύνεις; φέρε ὃ βούλει.




12.1 Ταῦτα δὲ καὶ ἕτερα πλείονα λέγων θάρσους καὶ χαρᾶς ἐν επίμπλατο͵ καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ χάριτος ἐπληροῦτο ὥστε οὐ μόνον μὴ συμπεσεῖν ταραχθέντα ὑπὸ τῶν λεγομένων πρὸς αὐτὸν ἀλλὰ τοὐναντίον τὸν ἀνθύπατον ἐκστῆναι͵ πέμψαι τε τὸν ἑαυτοῦ κήρυκα ἐν μέσῳ τοῦ σταδίου κηρῦξαι τρίς· Πολύκαρπος ὡμολόγησεν ἑαυτὸν Χριστιανὸν εἶναι.

12.2 τούτου λεχθέντος ὑπὸ τοῦ κήρυκος͵ ἅπαν τὸ πλῆθος ἐθνῶν τε καὶ Ἰουδαίων τῶν τὴν Σμύρναν κατοικούντων ἀκατασχέτῳ θυμῷ καὶ μεγάλῃ φωνῇ ἐπεβόα· Οὗτός ἐστιν ὁ τῆς Ἀσίας διδάσκαλος ὁ πατὴρ τῶν Χριστιανῶνὁ τῶν ἡμετέρων θεῶν καθαιρέτης ὁ πολλοὺς διδάσκων μὴ θύειν μηδὲ προσκυνεῖν. ταῦτα λέγοντες ἐπεβόων καὶ ἠρώτων τὸν Ἀσιάρχην Φίλιππον ἵνα ἐπαφῇ τῷ Πολυκάρπῳ λέοντα. ὁ δὲ ἔφη μὴ εἶναι ἐξὸν αὐτῷ ἐπειδὴ πεπληρώκει τὰ κυνηγέσια.

12.3 τότε ἔδοξεν αὐτοῖς ὁμοθυμαδὸν ἐπιβοῆσαι ὥστε τὸν Πολύκαρπον ζῶντα κατακαῦσαι. ἔδει γὰρ τὸ τῆς φανερωθείσης αὐτῷ ἐπὶ τοῦ προσκεφαλαίου ὀπτασίας πληρωθῆναι͵ ὅτε ἰδὼν αὐτὸ καιόμενον προσευχόμενος εἶπεν ἐπιστραφεὶς τοῖς σὺν αὐτῷ πιστοῖς προφητικῶς· Δεῖ με ζῶντα καῆναι.




13.1 Ταῦτα οὖν μετὰ τοσούτου τάχους ἐγένετο θᾶττον ἢ ἐλέγετο͵ τῶν ὄχλων παραχρῆμα συναγόντων ἔκ τε τῶν ἐργαστηρίων καὶ βαλανείων ξύλα καὶ φρύγανα͵ μάλιστα Ἰουδαίων προθύμως ὡς ἔθος αὐτοῖς εἰς ταῦτα ὑπουργούντων.

13.2 ὅτε δὲ ἡ πυρὰ ἡτοιμάσθη͵ ἀποθέμενος ἑαυτοῦ πάντα τὰ ἱμάτια καὶ λύσας τὴν ζώνην ἐπειρᾶτο καὶ ὑπολύειν ἑαυτόν͵ μὴ πρότερον τοῦτο ποιῶν διὰ τὸ ἀεὶ ἕκαστον τῶν πιστῶν σπουδάζειν͵ ὅστις τάχιον τοῦ χρωτὸς αὐτοῦ ἅψηται. ἐν παντὶ γὰρ ἀγαθῆς ἕνεκεν πολιτείας καὶ πρὸ τῆς μαρτυρίας ἐκεκόσμητο.

13.3 εὐθέως οὖν αὐτῷ περιετίθετο τὰ πρὸς τὴν πυρὰν ἡρμοσμένα ὄργανα. μελλόντων δὲ αὐτῶν καὶ προσηλοῦν͵ εἶπεν· Ἄφετέ με οὕτως. ὁ γὰρ δοὺς ὑπομεῖναι τὸ πῦρ δώσει καὶ χωρὶς τῆς ὑμετέρας ἐκ τῶν ἥλων ἀσφαλείας ἄσκυλτον ἐπιμεῖναι τῇ πυρᾷ.




14.1 Οἱ δὲ οὐ καθήλωσαν μέν͵ προσέδησαν δὲ αὐτόν. ὁ δὲ ὀπίσω τὰς χεῖρας ποιήσας καὶ προσδεθεὶς ὥσπερ κριὸς ἐπίσημος ἐκ μεγάλου ποιμνίου εἰς προσφοράν͵ ὁλοκαύτωμα δεκτὸν τῷ θεῷ ἡτοιμασμένον͵ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶπεν· Κύριε ὁ θεὸς ὁ παντοκράτωρ͵ ὁ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδός σου Ἰησοῦ Χριστοῦ πατήρ͵ δι΄ οὗ τὴν περὶ σοῦ ἐπίγνωσιν εἰλήφαμεν͵ ὁ θεὸς ἀγγέλων καὶ δυνάμεων καὶ πάσης τῆς κτίσεως παντός τε τοῦ γένους τῶν δικαίων͵ οἳ ζῶσιν ἐνώπιόν σου͵

14.2 εὐλογῶ σε ὅτι ἠξίωσάς με τῆς ἡμέρας καὶ ὥρας ταύτης τοῦ λαβεῖν μέρος ἐν ἀριθμῷ τῶν μαρτύρων͵ ἐν τῷ ποτηρίῳ τοῦ Χριστοῦ σου εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου ψυχῆς τε καὶ σώματος ἐν ἀφθαρσίᾳ πνεύματος ἁγίου͵ ἐν οἷς προσδεχθείην ἐνώπιόν σου σήμερον ἐν θυσίᾳ πίονι καὶ προσδεκτῇ͵ καθὼς προητοίμασας καὶ προεφανέρωσας καὶ ἐπλήρωσας ὁ ἀψευδὴς καὶ ἀληθινὸς θεός.

14.3 διὰ τοῦτο καὶ περὶ πάντων σὲ αἰνῶ͵ σὲ εὐλογῶ͵ σὲ δοξάζω διὰ τοῦ αἰωνίου καὶ ἐπουρανίου ἀρχιερέως Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀγαπητοῦ σου παιδός͵ δι΄ οὗ σοὶ σὺν αὐτῷ καὶ πνεύματι ἁγίῳ δόξα καὶ νῦν καὶ εἰς τοὺς μέλλοντας αἰῶνας. ἀμήν.




15.1 Ἀναπέμψαντος δὲ αὐτοῦ τὸ ἀμὴν καὶ πληρώσαντος τὴν εὐχήν͵ οἱ τοῦ πυρὸς ἄνθρωποι ἐξῆψαν τὸ πῦρ. μεγάλης δὲ ἐκλαμψάσης φλογός͵ θαῦμα εἴδομεν οἷς ἰδεῖν ἐδόθη· οἳ καὶ ἐτηρήθημεν εἰς τὸ ἀναγγεῖλαι τοῖς λοιποῖς τὰ γενόμενα.

15.2 τὸ γὰρ πῦρ καμάρας εἶδος ποιῆσαν ὥσπερ ὀθόνη πλοίου ὑπὸ πνεύματος πληρουμένη͵ κύκλῳ περιετείχισεν τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος. καὶ ἦν μέσον οὐχ ὡς σὰρξ καιομένη ἀλλ΄ ὡς ἄρτος ὀπτώμενος ἢ ὡς χρυσὸς καὶ ἄργυρος ἐν καμίνῳ πυρούμενος. καὶ γὰρ εὐωδίας τοσαύτης ἀντελαβόμεθα ὡς λιβανωτοῦ πνέοντος ἢ ἄλλου τινὸς τῶν τιμίων ἀρωμάτων.




16.1 Πέρας γοῦν ἰδόντες οἱ ἄνομοι μὴ δυνάμενον αὐτοῦ τὸ σῶμα ὑπὸ τοῦ πυρὸς δαπανηθῆναι͵ ἐκέλευσαν προσελθόντα αὐτῷ κομφέκτορα παραβῦσαι ξιφίδιον. καὶ τοῦτο ποιήσαντος͵ ἐξῆλθεν πλῆθος αἵματος ὥστε κατασβέσαι τὸ πῦρ καὶ θαυμάσαι πάντα τὸν ὄχλον͵ εἰ τοσαύτη τις διαφορὰ μεταξὺ τῶν τε ἀπίστων καὶ τῶν ἐκλεκτῶν͵

16.2 ὧν εἷς καὶ οὗτος γεγόνει ὁ θαυμασιώτατος Πολύκαρπος͵ ἐν τοῖς καθ΄ ἡμᾶς χρόνοις διδάσκαλος ἀποστολικὸς καὶ προφητικὸς γενόμενος ἐπίσκοπός τε τῆς ἐν Σμύρνῃ καθολικῆς ἐκκλησίας. πᾶν γὰρ ῥῆμα ὃ ἀφῆκεν ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἐτελειώθη καὶ τελειωθήσεται.




17.1 Ὁ δὲ ἀντίζηλος καὶ βάσκανος καὶ πονηρός͵ ὁ ἀντικείμενος τῷ γένει τῶν δικαίων͵ ἰδὼν τό τε μέγεθος αὐτοῦ τῆς μαρτυρίας καὶ τὴν ἀπ΄ ἀρχῆς ἀνεπίληπτον πολιτείαν͵ ἐστεφανωμένον τε τὸν τῆς ἀφθαρσίας στέφανον καὶ βραβεῖον ἀναντίρρητον ἀπενηνεγμένον͵ ἐπετήδευσεν ὡς μηδὲ τὸ σωμάτιον αὐτοῦ ὑφ΄ ἡμῶν ληφθῆναι͵ καίπερ πολλῶν ἐπιθυμούντων τοῦτο ποιῆσαι καὶ κοινωνῆσαι τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ σαρκίῳ.

17.2 ὑπέβαλεν γοῦν Νικήτην τὸν τοῦ Ἡρώδου πατέρα͵ ἀδελφὸν δὲ Ἄλκης͵ ἐντυχεῖν τῷ ἄρχοντι ὥστε μὴ δοῦναι αὐτοῦ τὸ σῶμα· μή͵ φησίν͵ ἀφέντες τὸν ἐσταυρωμένον τοῦτον ἄρξωνται σέβεσθαι. καὶ ταῦτα ὑποβαλλόντων καὶ ἐνισχυόντων τῶν Ἰουδαίων͵ οἳ καὶ ἐτήρησαν μελλόντων ἡμῶν ἐκ τοῦ πυρὸς αὐτὸν λαμβάνειν͵ ἀγνοοῦντες ὅτι οὔτε τὸν Χριστόν ποτε καταλιπεῖν δυνησόμεθα τὸν ὑπὲρ τῆς τοῦ παντὸς κόσμου τῶν σωζομένων σωτηρίας παθόντα ἄμωμον ὑπὲρ ἁμαρτωλῶν οὔτε ἕτερόν τινα σέβεσθαι.

17.3 τοῦτον μὲν γὰρ υἱὸν ὄντα τοῦ θεοῦ προσκυνοῦμεν͵ τοὺς δὲ μάρτυρας ὡς μαθητὰς καὶ μιμητὰς τοῦ κυρίου ἀγαπῶμεν ἀξίως ἕνεκα εὐνοίας ἀνυπερβλήτου τῆς εἰς τὸν ἴδιον βασιλέα καὶ διδάσκαλον͵ ὧν γένοιτο καὶ ἡμᾶς κοινωνούς τε καὶ συμμαθητὰς γενέσθαι.




18.1 Ἰδὼν οὖν ὁ κεντυρίων τὴν τῶν Ἰουδαίων γενομένην φιλονεικίαν͵ θεὶς αὐτὸν ἐν μέσῳ͵ ὡς ἔθος αὐτοῖς͵ ἔκαυσεν.

18.2 οὕτως τε ἡμεῖς ὕστερον ἀνελόμενοι τὰ τιμιώτερα λίθων πολυτελῶν καὶ δοκιμώτερα ὑπὲρ χρυσίον ὀστᾶ αὐτοῦ ἀπεθέμεθα ὅπου καὶ ἀκόλουθον ἦν.

18.3 ἔνθα ὡς δυνατὸν ἡμῖν συναγομένοις ἐν ἀγαλλιάσει καὶ χαρᾷ παρέξει ὁ κύριος ἐπιτελεῖν τὴν τοῦ μαρτυρίου αὐτοῦ ἡμέραν γενέθλιον εἴς τε τὴν τῶν προηθληκότων μνήμην καὶ τῶν μελλόντων ἄσκησίν τε καὶ ἑτοιμασίαν.




19.1 Τοιαῦτα τὰ κατὰ τὸν μακάριον Πολύκαρπον͵ ὃς σὺν τοῖς ἀπὸ Φιλαδελφίας δωδέκατος ἐν Σμύρνῃ μαρτυρήσας͵ μόνος ὑπὸ πάντων μᾶλλον μνημονεύεται͵ ὥστε καὶ ὑπὸ τῶν ἐθνῶν ἐν παντὶ τόπῳ λαλεῖσθαι͵ οὐ μόνον διδάσκαλος γενόμενος ἐπίσημος ἀλλὰ καὶ μάρτυς ἔξοχος͵ οὗ τὸ μαρτύριον πάντες ἐπιθυμοῦσιν μιμεῖσθαι κατὰ τὸ εὐαγγέλιον Χριστοῦ γενόμενον.

19.2 διὰ τῆς ὑπομονῆς καταγωνισάμενος τὸν ἄδικον ἄρχοντα καὶ οὕτως τὸν τῆς ἀφθαρσίας στέφανον ἀπολαβών͵ σὺν τοῖς ἀποστόλοις καὶ πᾶσιν δικαίοις ἀγαλλιώμενος δοξάζει τὸν θεὸν καὶ πατέρα παντοκράτορα καὶ εὐλογεῖ τὸν κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν͵ τὸν σωτῆρα τῶν ψυχῶν ἡμῶν καὶ κυβερνήτην τῶν σωμάτων ἡμῶν καὶ ποιμένα τῆς κατὰ τὴν οἰκουμένην καθολικῆς ἐκκλησίας.




20.1 Ὑμεῖς μὲν οὖν ἠξιώσατε διὰ πλειόνων δηλωθῆναι ὑμῖν τὰ γενόμενα͵ ἡμεῖς δὲ κατὰ τὸ παρὸν ἐπὶ κεφαλαίῳ μεμηνύκαμεν διὰ τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν Μαρκίωνος. μαθόντες οὖν ταῦτα καὶ τοῖς ἐπέκεινα ἀδελφοῖς τὴν ἐπιστολὴν διαπέμψασθε ἵνα καὶ ἐκεῖνοι δοξάζωσιν τὸν κύριον τὸν ἐκλογὰς ποιοῦντα ἀπὸ τῶν ἰδίων δούλων.

20.2 Τῷ δὲ δυναμένῳ πάντας ἡμᾶς εἰσαγαγεῖν ἐν τῇ αὐτοῦ χάριτι καὶ δωρεᾷ εἰς τὴν αἰώνιον αὐτοῦ βασιλείαν διὰ τοῦ παιδὸς αὐτοῦ τοῦ μονογενοῦς Ἰησοῦ Χριστοῦ͵ δόξα͵ τιμή͵ κράτος͵ μεγαλωσύνη εἰς τοὺς αἰῶνας. προσαγορεύετε πάντας τοὺς ἁγίους. ὑμᾶς οἱ σὺν ἡμῖν προσαγορεύουσιν καὶ Εὐάρεστος ὁ γράψας τὴν ἐπιστολὴν πανοικεί.




21.1 Μαρτυρεῖ δὲ ὁ μακάριος Πολύκαρπος μηνὸς Ξανθικοῦ δευτέρᾳ ἱσταμένου κατὰ δὲ Ρωμαίους πρὸ ἑπτὰ καλανδῶν Μαρτίων σαββάτῳ μεγάλῳ ὥρᾳ ὀγδόῃ. συνελήφθη δὲ ὑπὸ Ἡρώδου ἐπὶ ἀρχιερέως Φιλίππου Τραλλιανοῦ͵ ἀνθυπατεύοντος Στατίου Κοδράτου͵ βασιλεύοντος δὲ εἰς τοὺς αἰῶνας τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐρρῶσθαι ὑμᾶς εὐχόμεθα͵ ἀδελφοί͵ στοιχοῦντας τῷ κατὰ τὸ εὐαγγέλιον λόγῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ͵ μεθ΄ οὗ δόξα τῷ θεῷ καὶ πατρὶ καὶ ἁγίῳ πνεύματι ἐπὶ σωτηρίᾳ τῇ τῶν ἁγίων ἐκλεκτῶν͵ καθὼς ἐμαρτύρησεν ὁ μακάριος Πολύκαρπος͵ οὗ γένοιτο ἐν τῇ βασιλείᾳ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρὸς τὰ ἴχνη εὑρεθῆναι ἡμᾶς.

22.2 Ταῦτα μετεγράψατο μὲν Γάϊος ἐκ τῶν Εἰρηναίου͵ μαθητοῦ τοῦ Πολυκάρπου͵ ὃς καὶ συνεπολιτεύσατο τῷ Εἰρηναίῳ. ἐγὼ δὲ Σωκράτης ἐν Κορίνθῳ ἐκ τῶν Γαΐου ἀντιγράφων ἔγραψα. ἡ χάρις μετὰ πάντων. Ἐγὼ δὲ πάλιν Πιόνιος ἐκ τοῦ προγεγραμμένου ἔγραψα ἀναζητήσας αὐτά͵ κατὰ ἀποκάλυψιν φανερώσαντός μοι τοῦ μακαρίου Πολυκάρπου͵ καθὼς δηλώσω ἐν τῷ καθεξῆς͵ συναγαγὼν αὐτὰ ἤδη σχεδὸν ἐκ τοῦ χρόνου κεκμηκότα͵ ἵνα κἀμὲ συναγάγῃ ὁ κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν αὐτοῦ εἰς τὴν οὐράνιον βασιλείαν αὐτοῦ͵ ᾧ ἡ δόξα σὺν τῷ πατρὶ καὶ ἁγίῳ πνεύματι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ἀμήν.




 
Bookmark and Share

Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.