Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ἐννόημα
! Σὲ ἕνα κόσμο, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται σὲ ἀπόλυτη καὶ πλήρη σύγχυση, χωρὶς προσανατολισμὸ καὶ αὐτοσυγκράτηση στὰ ἐγωιστικὰ «θέλω» του, εἶναι δυσχερὲς καὶ ἐπίπονο ἐγχείρημα νὰ γίνεται λόγος περὶ Θεοῦ ἐπειδὴ στὴν σύγχρονη λεγομένη «μετανεωτερικὴ καὶ μεταμοντέρνα» ἐποχὴ ὁ Θεὸς εἶναι λίαν «ἐνοχλητικὸς» ἀκόμη καὶ ὡς λεκτικὸ ἄκουσμα στὰ πλήθη τοῦ κόσμου καὶ γι’ αὐτὸ βολεύει καὶ «συμφέρει» νὰ εἶναι ἐξορισμένος ἀπὸ τὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἄλλο τόσο καὶ ὁ θεολογικὸς λόγος τῆς Ἐκκλησίας δὲν γίνεται ἀποδεκτὸς ἐπειδὴ θεωρεῖται καὶ κρίνεται ὡς παρωχημένος, ἀναχρονιστικός, ἠθικιστικὸς καὶ ψευδεπίγραφος, ἐπειδὴ – καὶ ὄχι ἄδικα ἐν προκειμένω – δὲν ἀπαντᾶ στὰ διαχρονικὰ ὑπαρξιακῶν διαστάσεων ἐρωτήματα τοῦ «ἐν ζάλῃ πνευματικῇ καὶ θυέλλῃ ὑπαρξιακῇ» συγχρόνου ταλανιζομένου καὶ αὐτοαναιρούμενου κόσμου στὸν ὁποῖο γιὰ πολλοὺς ὁ «Θεὸς πέθανε», ἡ ὕλη θεοποιεῖται, ἡ ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καταρρακώνεται καὶ ἡ ἐλπίδα τῆς ζωῆς μέσω τῆς βεβαιότητος τῆς πίστεως ὅτι «Θεὸς γεννᾶται…» καὶ «θανάτῳ θάνατος» ἐπατήθη, δυστυχῶς, ἀπορρίπτεται ἄκριτα, ἀβίαστα, ἀβασάνιστα καὶ ἀφ’ ὑψηλοῦ.
 
! «Οὐσιαστικὰ ὅλες οἱ ἁμαρτίες προέρχονται ἀπὸ δύο πηγές: τὴ σάρκα καὶ τὴν ὑπερηφάνεια. Ἡ ὑπερηφάνεια ὅμως εἶναι πολὺ πιὸ τρομακτικὴ (στὸ κάτω τῆς γραφῆς, κατέστρεψε τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις). Οἱ χριστιανοὶ ἔχουν ἐπικεντρώσει τὴν προσοχή τους, τὸ θρησκευτικό τους «πάθος» στὴ σάρκα, ἀλλὰ πόσο πιὸ εὔκολο δὲν εἶναι νὰ ὑποκύπτουν στὴν ὑπερηφάνεια. Ἡ πνευματικὴ ἀλαζονεία (ἀλήθεια, πνευματικότητα, ζηλωτισμὸς) εἶναι ἡ πιὸ τρομερὴ ἀπ’ ὅλες. Ἡ δυσκολία τοῦ ἀγώνα κατὰ τῆς ὑπερηφάνειας βρίσκεται στὸ γεγονὸς πὼς ἡ ὑπερηφάνεια, ἀντίθετα ἀπὸ τὴ σάρκα, ἐμφανίζεται μὲ πάρα πολλὲς διαφορετικὲς μορφὲς καὶ πολὺ εὔκολα παίρνει τὴ μορφὴ ἀγγέλου φωτός…».
 
! «Ἀδυνατοῦμε νὰ δώσουμε προοπτικὴ στὰ πράγματα, νὰ ἀποσπαστοῦμε, νὰ παραμερίσουμε τὴ φασαρία καὶ τὶς ἀσήμαντες λεπτομέρειες ποὺ βαραίνουν τὴ ζωή μας καὶ ποὺ μποροῦν νὰ καταβροχθίσουν τὶς καρδιές μας. Οὐσιαστικὴ αἰτία εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὑπεροψία ποὺ ζητᾶ νὰ μὲ πείσει πὼς ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπὸ μένα, ὅλα σχετίζονται μὲ μένα. Τότε τὸ «ἐγὼ» γεμίζει κάθε πραγματικότητα, καὶ ἀρχίζει ἡ πτώση. Τὸ οὐσιαστικὸ λάθος τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου εἶναι νὰ ταυτίζει τὴ ζωὴ μὲ τὸν ἀκτιβισμό, μὲ τὴ λογικὴ σκέψη κλπ, ἀπ’ ὅπου προέρχεται πλέον ἡ ἀδυναμία του νὰ «ζήσει», δηλαδὴ νὰ αἰσθανθεῖ, νὰ ἐκτιμήσει, νὰ ζήσει τὴ ζωὴ ὡς ἕνα διαρκὲς δῶρο».
 
! «Μὲ τὴν ταπείνωση οἱ ἄνθρωποι ἀποκτοῦν τὴ γνώση τῆς ἀναξιότητος καὶ τῶν ἐλαττωμάτων τους, καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ θεϊκότερη ἀπ’ ὅλες τὶς δυνατὲς ἀρετές. Γινόμαστε ταπεινοί, ὄχι ἐπειδὴ παρατηροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας (μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, πράγμα ποὺ πάντοτε ὁδηγεῖ στὴν ὑπερηφάνεια, ἐπειδὴ ἡ ψευδὴς ταπείνωση εἶναι ἁπλῶς μία ἄλλη ὄψη τῆς ὑπερηφάνειας, ἴσως ἡ πιὸ δύσκολη ὡς πρὸς τὴ θεραπεία), ἀλλὰ μόνο ἂν βλέπουμε τὸν Θεὸ καὶ τὴν ταπείνωσή Του».
 
! «… ὅταν μιλᾶ κανεὶς γιὰ τὴν αἰωνιότητα, μιλᾶ γι’ αὐτό. Αἰωνιότητα δὲν εἶναι ἡ ἄρνηση τοῦ χρόνου, ἀλλὰ ἡ ἀπόλυτη ὁλοκλήρωση, σύναξη καὶ ἀποκατάστασή του. Αἰώνια ζωὴ δὲν εἶναι ὅ,τι ἀρχίζει μετὰ τὴν πρόσκαιρη ζωή. Εἶναι ἡ αἰώνια παρουσία τῆς καθολικότητας τῆς ζωῆς. Ὁ χριστιανισμὸς εἶναι μία εὐλογημένη ἀνάμνηση, εἶναι ὄντως ἡ κατάκτηση ὅλου τοῦ διασπασμένου χρόνου, εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς αἰωνιότητας, ἐδῶ καὶ τώρα. Ὅλες οἱ θρησκεῖες καὶ οἱ πνευματικότητες ποὺ τείνουν νὰ ἐκμηδενίσουν τὸν χρόνο εἶναι ψευδεῖς θρησκεῖες καὶ ψευδοπνευματικότητες…». Ὁ ἴδιος προσδίδει τὴν πληρότητα στὸν χρόνο μόνο σὲ σχέση μὲ τὸν Θεό, ἐπειδὴ «καὶ ὁ χρόνος, ὅταν εἶναι πλήρης, εἶναι προσευχή, δεσμός, σχέση μὲ τὸν Θεό, διαφάνεια γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴ ζωὴ καὶ ὄχι τὴ βαβούρα». Τελικά, ὁ χρόνος στὴν πνευματικὴ ζωὴ καθίσταται ἐν Χριστῷ «ἄχρονη κατάσταση», ἕνα μυστήριο σὲ κοινωνία μὲ τὸ Θεό, ὅπως ὁ π. Ἀλέξανδρος ἐπισημαίνει ἀναφέροντας ὅτι: «στὴν πνευματικὴ ζωή, αὐτὴ ἡ ἀπουσία τοῦ χρόνου εἶναι ἡ πραγματικότητα, ἡ μόνη πραγματικότητα. Ἡ πεπτωκυΐα ζωὴ εἶναι μία διάλυση σ’ αὐτὴ τὴν ἀπουσία χρόνου, μία κοινωνία μὲ τὸν θάνατο, ἐνῶ στὴν πνευματικὴ ζωή, ἡ ἀπουσία τοῦ χρόνου εἶναι μία κοινωνία μὲ τὴ ζωή».
 
! «Στὸν Χριστιανισμὸ δὲν ἀσχολούμαστε μὲ τὸ νόημα τῆς ἱστορίας…, ἀλλὰ μὲ τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση ὡς συνεχῆ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὴν ἱστορία καὶ στὴ φύση. Τὸ παρελθὸν γιὰ νὰ γίνει ζωή μας, πρέπει νὰ πεθάνει μέσα μας μόνο ὡς παρελθόν, ἡ φύση μόνο ὡς φύση, ἡ ἱστορία μόνο ὡς ἱστορία. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοναδικότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνει καὶ κατακτᾶ τὴ φύση καὶ τὴ ζωή, ἀλλὰ ἀνοίγεται σ’ ἐμᾶς μέσα ἀπὸ τὴ φύση καὶ τὴν ἱστορία. Ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος πάντων: «Χριστός, ὁ αὐτὸς χθὲς καὶ σήμερον καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας». Τὰ πάντα λύνονται μόνο ὅταν λύνεται τὸ ζήτημα τοῦ θανάτου».
 
! «Ὁ τρόμος, ἡ φρίκη τοῦ θανάτου εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ δυνατὰ αἰσθήματα ποὺ ὑπάρχουν: θλίψη γιὰ τὴν ἐγκατάλειψη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, «τοῦ εὐγενικοῦ βασιλείου αὐτῆς τῆς γῆς» (Γ. Μπερνανός). Ἀλλὰ τί γίνεται ἂν «αὐτὸ τὸ εὐγενικὸ βασίλειο», αὐτὸς ὁ ἀνοιχτὸς οὐρανός, αὐτοὶ οἱ λόφοι καὶ τὰ δάση, τὰ πλημμυρισμένα ἀπὸ ἥλιο, αὐτὴ ἡ σιωπηλὴ μελωδία τῶν χρωμάτων, τῆς ὀμορφιᾶς, τοῦ φωτός, τί γίνεται ἂν ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι τελικὰ παρὰ ἡ ἀποκάλυψη αὐτοῦ ποὺ βρίσκεται πίσω ἀπὸ τὸ θάνατο: ἕνα παράθυρο πρὸς τὴν αἰωνιότητα;… Πῶς πρέπει λοιπὸν νὰ ζοῦμε; Νὰ συνάζουμε τὴ ζωὴ γιὰ τὴν αἰωνιότητα, ποὺ σημαίνει νὰ ζοῦμε τὴ ζωὴ σὰν νὰ εἶναι αἰώνια. Νὰ σπείρουμε φθαρτὰ ἀγαθὰ ἔτσι, ὥστε «μετὰ» νὰ ἐγερθοῦν ἄφθαρτα. Μποροῦμε ὅμως καὶ νὰ διαλέξουμε νὰ ζοῦμε «συνάζονας θάνατο», νὰ ζοῦμε μὲ τὴν «ἐπιθυμία τῆς σαρκός, καὶ τὴν ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τὴν ἀλαζονεία τοῦ βίου» (Α΄ Ἰωάννου, 2, 16), πράγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἕνα βασανιστήριο, εἶναι ἤδη θάνατος. Μποροῦμε νὰ ἐπιλέξουμε νὰ ὑποταγοῦμε στὴν καθημερινὴ φούρια, ν’ ἀδειάσουμε τὴν ψυχή μας, νὰ ὑπηρετοῦμε τὰ εἴδωλα – ἀδιέξοδο – τὸν θάνατο…».
 
! «Ὁ θάνατος κατεπόθη εἰς νεῖκος». Τὸ ἐρώτημα εἶναι «ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ νίκη;». Ἀρκετὰ συχνὰ λησμονοῦμε τὴν ἀπάντηση. Γι’ αὐτὸ παραμένουμε ἀβοήθητοι ὅταν ἀσχολούμαστε μὲ τὸ θάνατο. Ὁ θάνατος ἀποκαλύπτει – πρέπει ν’ ἀποκαλύπτει – τὸ νόημα ὄχι τοῦ θανάτου ἀλλὰ τῆς ζωῆς. Ἡ ζωὴ δὲν πρέπει νὰ εἶναι μιὰ προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατο, ἔτσι ὥστε ὁ θάνατος νὰ γίνεται θρίαμβος τῆς ζωῆς, ἐν Χριστῷ. Διδάσκουμε γιὰ τὴ ζωὴ χωρὶς νὰ τὴν ἀναφέρουμε στὸν θάνατο καὶ γιὰ τὸν θάνατο, σὰν νὰ εἶναι κάτι τὸ ἄσχετο πρὸς τὴ ζωή».
 
! «…Ὁ χριστιανισμός, ὅταν βλέπει τὴ ζωὴ μόνο ὡς μιὰ προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατο, κάνει τὴ ζωὴ δίχως σημασία καὶ ὑποβαθμίζει τὸ θάνατο σ’ ἕναν «ἄλλο κόσμο», ποὺ δὲν ὑπάρχει, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δημιούργησε μόνο ἕναν κόσμο, μία ζωή. Κάνει τὸν Χριστιανισμὸ καὶ τὸν Θάνατο νὰ χάνουν τὴ σημασία τους ὡς νίκη. Δὲν λύνει τὸ πρόβλημα τῆς νεύρωσης τοῦ θανάτου. Τὸ ἐνδιαφέρον μας γιὰ τὴ μοῖρα τῶν νεκρῶν πέρα ἀπὸ τὸν τάφο, καθιστᾶ τὴ χριστιανικὴ ἐσχατολογία δίχως νόημα. Εἶναι (πρέπει νὰ εἶναι) ἡ συνεχὴς Ἀνάστασή τους, ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ζωὴ μέσα στὸν θάνατο, ἡ νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου, ἡ καθολικὴ Ἀνάσταση… Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐξαφανίζεται μὲ τὸν θάνατο; Ἡ ἐμπειρία τῆς ἀσχήμιας αὐτοῦ τοῦ κόσμου, τοῦ κακοῦ, τῆς ρευστότητας τοῦ χρόνου. Αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι ἡ ὀμορφιὰ ποὺ χαροποιεῖ καὶ ταυτόχρονα θλίβει τὴν καρδιά. «Εἰρήνη». Ἡ εἰρήνη τοῦ Σαββάτου, ἡ ὁποία διανοίγει τὴν πληρότητα καὶ τὴν τελείωση τῆς Δημιουργίας. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Ὄχι τοῦ θανάτου, ἀλλὰ τῆς ζωῆς στὴν πληρότητά της, στὴν αἰώνια κατοχή της».
 
! : «Γιὰ τοὺς πρώτους Χριστιανούς, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ βρισκόταν πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα ἐπειδὴ Αὐτὸς ἦταν ἀνάμεσά τους. Γιὰ τοὺς σύγχρονους χριστιανούς, ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἐδῶ ἐπειδὴ τὸ Σῶμα Του βρίσκεται πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα. Φαίνεται σὰν κάτι τὸ ἀνάλογο, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ὑπάρχει μία οὐσιώδης διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς πρώτους χριστιανοὺς καὶ σέ μᾶς. Γι’ αὐτοὺς τὰ πάντα βρίσκονται στὴ γνώση τοῦ Χριστοῦ, στὴν ἀγάπη γι’ Αὐτόν. Γιά μᾶς, ὅλα βρίσκονταν στὴν ἐπιθυμία μας νὰ φωτιστοῦμε. Οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ προσήρχοντο στὴ Θεία Κοινωνία γιὰ ν’ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστό, ἐνῶ τώρα ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ὁ μοναδικὸς λόγος συμμετοχῆς σὲ Θεία Κοινωνία». Τὰ πολλὰ ἐμπόδια ποὺ καθιστοῦν τόσο δύσκολη αὐτὴ τὴν ἀναβίωση δὲν ὀφείλονται στοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ριζώνουν ἐκεῖ ποὺ φαίνεται πὼς βρίσκεται ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας: Πρῶτον – σ’ ἕνα εἶδος εὐσέβειας, γεμάτης ἀπὸ προλήψεις καὶ γλυκερότητα, καὶ ἀπολύτως ἀδιαπέραστης σὲ κάθε πολιτισμό. Μία εὐσέβεια μὲ παγανιστικὲς διαστάσεις, ποὺ διαλύει τὴν Ὀρθοδοξία σὲ μία συναισθηματικὴ θρησκευτικότητα. Δεύτερον – σὲ μία Γνωστὴ τάση στὴν ἴδια τὴν πίστη, ἡ ὁποία ξεκίνησε ὡς ἑλληνιστικὴ ἐπίδραση καὶ κατέληξε στὴ Δύση ὡς Καρτεσιανὴ ἐγκεφαλικότητα. Τρίτον – στὸν δυϊσμὸ εὐσέβειας καὶ ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας, ποὺ ὑποκατέστησε τὴν πρωτογενῆ ἐσχατολογία στὸ Χριστιανικὸ ὅραμα τοῦ κόσμου. Τέταρτον – στὴν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας σ’ ἕναν ἐθνικισμὸ τοῦ χειρίστου Παγανιστικοῦ αὐταρχικοῦ καὶ ἀρνητικοῦ εἴδους.
 
Ἀπὸ τὰ Σκιώδη στὰ Οὐσιώδη
Σιδηρᾶς Ἰωάννης




Ἀπὸ τὰ Σκιώδη στὰ Οὐσιώδη καὶ κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ εὐσεβισμοῦ

Περὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἀνθρώπου

Ἡ ὑπὸ τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν Θεολογικὴ Ἀνατομία τῆς Συγχρόνου Ἐκκλησιαστικῆς Ζωῆς


Ἀποτελεῖ μέγα τόλμημα καὶ δυσχερέστατο πνευματικὸ ἄθλο ἡ ἀπόπειρα καὶ μόνο νὰ ἐπιχειρήσει κάποιος, ἔστω καὶ σὲ ἁδρὲς γραμμές, τὴν θεολογικὴ ἀνατομία τῆς νοσηρᾶς συγχρόνου ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς χωρὶς νὰ πέσει στὰ βαρέα πνευματικὰ ἁμαρτήματα τῆς ἐγωιστικῆς ἀλαζονείας, τῆς ἀφιλαδέλφου κατακρίσεως, τῆς φιλαύτου καὶ μωρᾶς αὐτοδικαιώσεως καὶ τῆς ἀχαλίνωτης ματαιοδοξίας καὶ κενοδοξίας.

Σὲ ἕνα κόσμο, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται σὲ ἀπόλυτη καὶ πλήρη σύγχυση, χωρὶς προσανατολισμὸ καὶ αὐτοσυγκράτηση στὰ ἐγωιστικὰ «θέλω» του, εἶναι δυσχερὲς καὶ ἐπίπονο ἐγχείρημα νὰ γίνεται λόγος περὶ Θεοῦ ἐπειδὴ στὴν σύγχρονη λεγομένη «μετανεωτερικὴ καὶ μεταμοντέρνα» ἐποχὴ ὁ Θεὸς εἶναι λίαν «ἐνοχλητικὸς» ἀκόμη καὶ ὡς λεκτικὸ ἄκουσμα στὰ πλήθη τοῦ κόσμου καὶ γι’ αὐτὸ βολεύει καὶ «συμφέρει» νὰ εἶναι ἐξορισμένος ἀπὸ τὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων.

Ἄλλο τόσο καὶ ὁ θεολογικὸς λόγος τῆς Ἐκκλησίας δὲν γίνεται ἀποδεκτὸς ἐπειδὴ θεωρεῖται καὶ κρίνεται ὡς παρωχημένος, ἀναχρονιστικός, ἠθικιστικὸς καὶ ψευδεπίγραφος, ἐπειδὴ – καὶ ὄχι ἄδικα ἐν προκειμένω – δὲν ἀπαντᾶ στὰ διαχρονικὰ ὑπαρξιακῶν διαστάσεων ἐρωτήματα τοῦ «ἐν ζάλῃ πνευματικῇ καὶ θυέλλῃ ὑπαρξιακῇ» συγχρόνου ταλανιζομένου καὶ αὐτοαναιρούμενου κόσμου στὸν ὁποῖο γιὰ πολλοὺς ὁ «Θεὸς πέθανε», ἡ ὕλη θεοποιεῖται, ἡ ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καταρρακώνεται καὶ ἡ ἐλπίδα τῆς ζωῆς μέσω τῆς βεβαιότητος τῆς πίστεως ὅτι «Θεὸς γεννᾶται…» καὶ «θανάτῳ θάνατος» ἐπατήθη, δυστυχῶς, ἀπορρίπτεται ἄκριτα, ἀβίαστα, ἀβασάνιστα καὶ ἀφ’ ὑψηλοῦ.

Ἡ φενάκη τῆς συγχρόνου καταναλωτικῆς ζωῆς καὶ ἡ νοσηρὰ σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ὅπου καὶ ὅταν δὲν κυριαρχεῖ τὸ τέλειο πρόσωπο, τὸ Θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀλήθειά του, ἀλλὰ οἱ «πολλὲς ἀλήθειες» τοῦ οἱουδήποτε αὐτόκλητου συγχρόνου Μεσσία καὶ κριτοῦ τῶν πάντων, Κληρικοῦ ἢ μὲ περγαμηνὲς ἐπιστήμονος Θεολόγου, ἔχουν ὁδηγήσει δυστυχῶς τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, ἐνσυνείδητο ἢ μόνον κατ’ ὄνομα χριστιανὸ στὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὴν σωστικὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ τὸ ἀληθὲς καὶ οὐσιῶδες νόημα τῆς ἐν γένει ζωῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ «ὑψίστη δωρεὰ» τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

Ὁ ἀοίδιμος μεγάλος σύγχρονος ἀκαδημαϊκὸς Θεολόγος π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν μέσα ἀπὸ τὶς ὡς κατάθεση ψυχῆς καὶ πνεύματος καταγραφές του στὸ «Προσωπικὸ Ἡμερολόγιό» του, στὸ ὁποῖο ἐπὶ μία δεκαετία (1973-1983) ἀποθησαύριζε ὅσα ἴσως δὲν εἶχε λόγῳ ἢ γραφῇ δημοσίως ἐκθέσει, ἐπιχειρεῖ τὴν μετάβαση τοῦ θεολογικοῦ λόγου καὶ τῆς ἐκκοσμικευμένης συγχρόνου ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἀπὸ τὰ «σκιώδη στὰ οὐσιώδη» ἐπιχειρώντας ἢ ἀποτολμώντας νὰ δώσει, κατὰ τὸ μέτρον τοῦ δυνατοῦ, ἀπαντήσεις στὰ ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα καὶ στὶς ὀντολογικῶν διαστάσεων ἀγωνίες τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων στὸ πλαίσιο καὶ τῆς δικῆς του προσωπικῆς ἀγωνίας γιὰ τὰ παρατηρούμενα ἀνησυχητικὰ φαινόμενα νοσηρᾶς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ ἀποκλίνουσας ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία καὶ ἁγιοπνευματικὴ πρακτικὴ προσεγγίσεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας του, τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.

Πρωτίστως ὁ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν ἐντοπίζει τὶς πνευματικὲς δυσκολίες ἢ θεολογικώτερα τὰ «ποικιλόμορφα πνευματικὰ πάθη», τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει ὁ κάθε ἐποχῆς καὶ πολὺ περισσότερο τῆς συγχρόνου ἄνθρωπος στὴν προσπάθειά του νὰ προσεγγίσει καὶ βιώσει τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, γράφοντας σχετικά: «οὐσιαστικὰ ὅλες οἱ ἁμαρτίες προέρχονται ἀπὸ δύο πηγές: τὴ σάρκα καὶ τὴν ὑπερηφάνεια. Ἡ ὑπερηφάνεια ὅμως εἶναι πολὺ πιὸ τρομακτικὴ (στὸ κάτω τῆς γραφῆς, κατέστρεψε τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις). Οἱ χριστιανοὶ ἔχουν ἐπικεντρώσει τὴν προσοχή τους, τὸ θρησκευτικό τους «πάθος» στὴ σάρκα, ἀλλὰ πόσο πιὸ εὔκολο δὲν εἶναι νὰ ὑποκύπτουν στὴν ὑπερηφάνεια. Ἡ πνευματικὴ ἀλαζονεία (ἀλήθεια, πνευματικότητα, ζηλωτισμὸς) εἶναι ἡ πιὸ τρομερὴ ἀπ’ ὅλες. Ἡ δυσκολία τοῦ ἀγώνα κατὰ τῆς ὑπερηφάνειας βρίσκεται στὸ γεγονὸς πὼς ἡ ὑπερηφάνεια, ἀντίθετα ἀπὸ τὴ σάρκα, ἐμφανίζεται μὲ πάρα πολλὲς διαφορετικὲς μορφὲς καὶ πολὺ εὔκολα παίρνει τὴ μορφὴ ἀγγέλου φωτός…».

Ὁ ἴδιος ἀναφερόμενος στὸν ἑωσφορικὸ ἐγωισμό, ὁ ὁποῖος γεννᾶ τὸν ὀρθολογισμό, ἐξορίζει τὸν ὅλο ἀγάπη Θεὸ ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων μὲ τραγικὲς πνευματικὲς καὶ ὀντολογικὲς συνέπειες, ὑπογραμμίζει μὲ ἔμφαση ὅτι: «ἀδυνατοῦμε νὰ δώσουμε προοπτικὴ στὰ πράγματα, νὰ ἀποσπαστοῦμε, νὰ παραμερίσουμε τὴ φασαρία καὶ τὶς ἀσήμαντες λεπτομέρειες ποὺ βαραίνουν τὴ ζωή μας καὶ ποὺ μποροῦν νὰ καταβροχθίσουν τὶς καρδιές μας. Οὐσιαστικὴ αἰτία εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὑπεροψία ποὺ ζητᾶ νὰ μὲ πείσει πὼς ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπὸ μένα, ὅλα σχετίζονται μὲ μένα. Τότε τὸ «ἐγὼ» γεμίζει κάθε πραγματικότητα, καὶ ἀρχίζει ἡ πτώση. Τὸ οὐσιαστικὸ λάθος τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου εἶναι νὰ ταυτίζει τὴ ζωὴ μὲ τὸν ἀκτιβισμό, μὲ τὴ λογικὴ σκέψη κλπ, ἀπ’ ὅπου προέρχεται πλέον ἡ ἀδυναμία του νὰ «ζήσει», δηλαδὴ νὰ αἰσθανθεῖ, νὰ ἐκτιμήσει, νὰ ζήσει τὴ ζωὴ ὡς ἕνα διαρκὲς δῶρο».

Τὸ πνευματικὸ ἀντίδοτο στὸ δηλητήριο τῆς φιλαύτου ἐπάρσεως καὶ τοῦ ἑωσφορικοῦ ἐγωισμοῦ εἶναι ἡ χριστομίμητη ταπείνωση ὡς συντριβὴ τοῦ «ἰδίου θελήματος», ἐπειδή, ὅπως ὁ ἴδιος σημειώνει: «μὲ τὴν ταπείνωση οἱ ἄνθρωποι ἀποκτοῦν τὴ γνώση τῆς ἀναξιότητος καὶ τῶν ἐλαττωμάτων τους, καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ θεϊκότερη ἀπ’ ὅλες τὶς δυνατὲς ἀρετές. Γινόμαστε ταπεινοί, ὄχι ἐπειδὴ παρατηροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας (μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, πράγμα ποὺ πάντοτε ὁδηγεῖ στὴν ὑπερηφάνεια, ἐπειδὴ ἡ ψευδὴς ταπείνωση εἶναι ἁπλῶς μία ἄλλη ὄψη τῆς ὑπερηφάνειας, ἴσως ἡ πιὸ δύσκολη ὡς πρὸς τὴ θεραπεία), ἀλλὰ μόνο ἂν βλέπουμε τὸν Θεὸ καὶ τὴν ταπείνωσή Του».

Στὸν πνευματικὸ ἀγώνα τῆς ἐπιγείου ζωῆς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος βιώνει τὴν πάλη τῶν παθῶν ὡς ἀκανθοβασία ἀνάμεσα στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ «ἴδιον θέλημα», ἀποκαλύπτεται ὅτι ὅλα τὰ «προβλήματα» τῆς ζωῆς γεννιοῦνται ἀπὸ τὸ πάθος τῆς σαρκὸς καὶ τῆς ὑπερηφανείας. Ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν προβληματίζεται ὅταν ὁ πεπτωκὼς ἄνθρωπος ἀρνεῖται νὰ ἀντιμετωπίση εὐθέως τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ προσπαθεῖ νὰ συγκαλύψει τὰ πάθη του μέσω τῆς σχεδὸν «χρηστικῆς ἀξιοποιήσεως» τῆς θρησκείας εὑρισκόμενος σὲ ἕναν φαῦλο κύκλο ὑποκρισίας καὶ ἀνούσιων δῆθεν πνευματικῶν συζητήσεων ποὺ δὲν ὁδηγοῦν στὴν κάθαρση καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ στὴν αὐτοϊκανοποιητικὴ ἐπιβεβαίωση τῆς τυπικῆς θρησκευτικότητος καὶ νοσηρᾶς πνευματικότητός του. Γράφει δὲ χαρακτηριστικά: «Φθάνεις σ’ ἕνα σημεῖο ὅπου γίνεται σαφὲς πὼς δὲν ὑπάρχει τίποτε γιὰ νὰ καταλάβεις, πὼς ὅλες οἱ περιπλοκὲς εἶναι φανταστικές, δηλαδὴ πὼς ὅλα εἶναι μία ὁμίχλη ποὺ σηκώνουμε γιὰ νὰ σκεπάσουμε τὶς ἁμαρτίες μας καὶ γιὰ ν’ ἀποφύγουμε νὰ ἔρθουμε ἀντιμέτωποι μαζί τους.

Τὰ προβλήματα τῆς σύγχρονης συνείδησης, τῶν νέων ἀνθρώπων, συχνὰ δὲν εἶναι τίποτε. Δύο εἶναι οἱ πηγὲς τῆς ἁμαρτίας: ἡ σάρκα καὶ ἡ ὑπερηφάνεια. Καὶ οἱ ἄνθρωποι συχνὰ προσπαθοῦν νὰ τὶς συγκαλύψουν μὲ περιπλοκές, ἔτσι ὥστε νὰ φαίνονται ὡραῖοι καὶ μὲ βάθος. («Αὐτὸς ἔχει μεγάλα προβλήματα…») καὶ πάντα μποροῦν νὰ βρεθοῦν πρόθυμοι πνευματικοὶ ὁδηγοί, ἕτοιμοι νὰ λύσουν τὰ προβλήματα, κυρίως μὲ τὸ νὰ συζητοῦν ἀτελείωτες ὧρες.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι πολὺ ἁπλούστερη: σάρκα καὶ ὑπερηφάνεια. Εἶναι τὰ ἀληθινὰ κλειδιὰ γιὰ τὴ λύση τῶν προβλημάτων καὶ τῶν δυσκολιῶν, ἡ ρίζα τῶν ἀτελείωτων συζητήσεων, τῶν ψιθύρων κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πλέον πληκτικῶν ἐξομολογήσεων, τῆς κάθε ἐνδοσκόπησης καὶ νοσηρῆς αὐτοϊκανοποίησης. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι «ἀποτελεσματικός», αὐτὸ δὲν ἀκούγεται σωστά. Ἡ ἀνεπάρκεια καὶ ἡ ἀναλήθεια τῆς ποιμαντικῆς συμβουλευτικῆς, τῆς θρησκευτικῆς «θεραπείας», εἶναι συχνὰ ἐξίσου ψεύτικη ὅσο καὶ ἡ ἄρνηση νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν ἁμαρτία.

Ἡ πραγματικὴ πίστη ἀνέκαθεν ἀποτελεῖ τὴν ἀνάπτυξη μέσα στὴν ἀρετὴ τῆς ἁπλότητας – χαρμόσυνη, ὁλοκληρωτικὴ καὶ ἀπελευθερωτική. Οἱ «δυσκολίες», οἱ «περιπλοκὲς» καὶ τὰ «προβλήματα» εἶναι ἀσήμαντα ἄλλοθι τοῦ ἐγωκεντρικοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχει ἐρωτευτεῖ τὸ αὐτοείδωλο ἑνὸς βασανισμένου, περίπλοκου ἀνθρώπου».

Ὁ π. Ἀλέξανδρος ἀπορρίπτει τὶς ἀφ’ ὑψηλοῦ συμβουλὲς ποὺ συνήθως ἁπλόχερα προσφέρονται στὸ πλαίσιο ἑνὸς «αὐτονομημένου γεροντισμοῦ» καὶ μὲ τὸν πλέον ἁπλὸ καὶ συνάμα καίριο καὶ οὐσιαστικὸ λόγο θέτει ὡς «θεραπευτικὸ πνευματικὸ φάρμακο» στὸ ἐπίκεντρό της ζωῆς τῶν ἀνθρώπων τὴν «ἔνθεη προσευχὴ» καὶ στὸ ἐρώτημα: τί εἶναι προσευχή; Ἀπαντᾶ: «εἶναι ἡ ἀνάμνηση τοῦ Θεοῦ, ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας Του. Εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ πηγάζει ἀπὸ αὐτὴ τὴν παρουσία, παντοῦ, σ’ ὅλα τὰ πράγματα». Στὸ σημεῖο τοῦτο ἔγκειται ἡ εὐθύνη τῆς Θεολογίας ὡς ζωντανοῦ λόγου Θεοῦ καὶ Θείας Ἀποκαλύψεως γιὰ τὸν σύγχρονο τάλαινα ἄνθρωπο, ὑπογραμμίζοντας μὲ διδακτικὸ τρόπο: «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ προσευχή, ἡ τέχνη – ὑπῆρξε ἐποχὴ ποὺ ἡ Θεολογία ἦταν αὐτὸς ὁ «λόγος τοῦ Θεοῦ», ὄχι ἁπλῶς λόγια γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ Θεῖοι λόγοι, ἀποκάλυψη».

Ἀσχολούμενος μὲ τὰ ὑπαρξιακά, καθημερινά, ὑλικὰ καὶ πνευματικά, ἐγκόσμια καὶ γήινα, ὑπερβατικὰ καὶ μεταθανάτια ἐναγώνια προβλήματα καὶ ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ὁποῖα ἐν ἀγωνίᾳ καὶ ἀγάπῃ γιὰ τὸν ἄνθρωπο προσπαθεῖ νὰ ἑρμηνεύσει καὶ ἀπαντήσει, ὁ π. Ἀλέξανδρος θίγει τὸ ζήτημα τῆς ἀληθοῦς εὐτυχίας, ποὺ τόσο ἀπασχολεῖ καὶ βασανίζει τοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς, καὶ ἀπαντώντας στὸ σχετικὸ ἐρώτημα: «τί εἶναι εὐτυχία;» γράφει τὰ ἑξῆς: «…τὰ πάντα εἶναι σαφῆ, καὶ γι’ αὐτὸ τόσο ὡραῖα! Ἂν ἀρχίζαμε νὰ ὁρίζουμε τὴν οὐσία αὐτῆς τῆς προφανοῦς εὐτυχίας, ὁ καθένας θὰ τὸ ἔκανε μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Ἴσως καὶ νὰ εἴχαμε καὶ κάποια διαφωνία! Τὰ λόγιά μου δὲν θὰ τῆς φαίνονταν σωστά, καὶ τὸ ἀντίστροφο. Παρεξήγηση! Καὶ ἡ εὐτυχία θὰ συννεφίαζε. Καθὼς πλησιάζουμε τὴν οὐσία ἑνὸς πράγματος, ὅλο καὶ λιγότερα λόγια χρειάζονται. Στὴν αἰωνιότητα, στὴ Βασιλεία θὰ χρειάζεται μόνο τὸ «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος», μόνο λέξεις δοξολογίας καὶ εὐχαριστίας, μόνο προσευχὴ καὶ ἡ λάμψη τοῦ πληρώματος καὶ τῆς χαρᾶς! Νὰ γιατί οἱ μόνες βαθιὲς καὶ χρειαζούμενες λέξεις δὲν εἶναι αὐτὲς ποὺ περιγράφουν τὴν πραγματικότητα (συζητήσεις), ἀλλὰ αὐτὲς ποὺ εἶναι καθ’ αὐτὸ πραγματικές, καὶ τέτοιες εἶναι τὸ ἴδιο τὸ σύμβολο, ἡ παρουσία καὶ τὸ μυστήριο τῆς πραγματικότητας…».

Ὁ χρόνος καὶ ἡ αἰωνιότητα ἀπασχολοῦν ὡς ὑπαρξιακῶν διαστάσεων ζητήματα ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς διότι συνδέονται μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο, ἀλλὰ καὶ τὴν μεταθανάτια ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι ζωή, ἐὰν βέβαια ὁ ἄνθρωπος πιστεύει στὸν Ἀναστάντα Θεάνθρωπο Χριστό. Ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν ἀποπειρᾶται νὰ ὁρίσει τὶς ἔννοιες τοῦ «χρόνου» καὶ τῆς «αἰωνιότητας» καθὼς τὶς προσεγγίζει μέσῳ τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως, ἀναφέροντας ὅτι: «… ὅταν μιλᾶ κανεὶς γιὰ τὴν αἰωνιότητα, μιλᾶ γι’ αὐτό. Αἰωνιότητα δὲν εἶναι ἡ ἄρνηση τοῦ χρόνου, ἀλλὰ ἡ ἀπόλυτη ὁλοκλήρωση, σύναξη καὶ ἀποκατάστασή του. Αἰώνια ζωὴ δὲν εἶναι ὅ,τι ἀρχίζει μετὰ τὴν πρόσκαιρη ζωή. Εἶναι ἡ αἰώνια παρουσία τῆς καθολικότητας τῆς ζωῆς.

Ὁ χριστιανισμὸς εἶναι μία εὐλογημένη ἀνάμνηση, εἶναι ὄντως ἡ κατάκτηση ὅλου τοῦ διασπασμένου χρόνου, εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς αἰωνιότητας, ἐδῶ καὶ τώρα. Ὅλες οἱ θρησκεῖες καὶ οἱ πνευματικότητες ποὺ τείνουν νὰ ἐκμηδενίσουν τὸν χρόνο εἶναι ψευδεῖς θρησκεῖες καὶ ψευδοπνευματικότητες…». Ὁ ἴδιος προσδίδει τὴν πληρότητα στὸν χρόνο μόνο σὲ σχέση μὲ τὸν Θεό, ἐπειδὴ «καὶ ὁ χρόνος, ὅταν εἶναι πλήρης, εἶναι προσευχή, δεσμός, σχέση μὲ τὸν Θεό, διαφάνεια γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴ ζωὴ καὶ ὄχι τὴ βαβούρα». Τελικά, ὁ χρόνος στὴν πνευματικὴ ζωὴ καθίσταται ἐν Χριστῷ «ἄχρονη κατάσταση», ἕνα μυστήριο σὲ κοινωνία μὲ τὸ Θεό, ὅπως ὁ π. Ἀλέξανδρος ἐπισημαίνει ἀναφέροντας ὅτι: «στὴν πνευματικὴ ζωή, αὐτὴ ἡ ἀπουσία τοῦ χρόνου εἶναι ἡ πραγματικότητα, ἡ μόνη πραγματικότητα. Ἡ πεπτωκυΐα ζωὴ εἶναι μία διάλυση σ’ αὐτὴ τὴν ἀπουσία χρόνου, μία κοινωνία μὲ τὸν θάνατο, ἐνῶ στὴν πνευματικὴ ζωή, ἡ ἀπουσία τοῦ χρόνου εἶναι μία κοινωνία μὲ τὴ ζωή».

Ὁ θεολογικὸς λόγος τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν γιὰ τὸ ὄντως μυστήριο τοῦ θανάτου εἶναι ἀποκαλυπτικὸς καὶ ἀποτελεῖ βάλσαμο ψυχῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος βρίσκεται ἀδιαλείπτως ἀντιμέτωπος μὲ τὸν ἔσχατο ἐχθρό, τὸν θάνατο, ὅσο κι ἂν ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν ἐξορίσει ἀκόμη καὶ ὡς φευγαλαία σκέψη ἀπὸ τὴν ζωή του. Μάταιος στρουθοκαμιλισμός…

Ἡ Ἐκκλησία ὡς ὁ παρατεινόμενος Ἀναστὰς Ἰησοῦς Χριστὸς στοὺς αἰῶνες εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως, ὁπότε καὶ ὁ θάνατος νοεῖται καὶ προσεγγίζεται μέσῳ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἀναστάσεως. Ὁ π. Ἀλέξανδρος μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια ὑπογραμμίζει: «Στὸν Χριστιανισμὸ δὲν ἀσχολούμαστε μὲ τὸ νόημα τῆς ἱστορίας…, ἀλλὰ μὲ τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση ὡς συνεχῆ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὴν ἱστορία καὶ στὴ φύση. Τὸ παρελθὸν γιὰ νὰ γίνει ζωή μας, πρέπει νὰ πεθάνει μέσα μας μόνο ὡς παρελθόν, ἡ φύση μόνο ὡς φύση, ἡ ἱστορία μόνο ὡς ἱστορία. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοναδικότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνει καὶ κατακτᾶ τὴ φύση καὶ τὴ ζωή, ἀλλὰ ἀνοίγεται σ’ ἐμᾶς μέσα ἀπὸ τὴ φύση καὶ τὴν ἱστορία. Ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος πάντων: «Χριστός, ὁ αὐτὸς χθὲς καὶ σήμερον καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας». Τὰ πάντα λύνονται μόνο ὅταν λύνεται τὸ ζήτημα τοῦ θανάτου».

Ἀσχολούμενος ὁ ἴδιος μὲ τὸν «φόβο τοῦ θανάτου» καὶ τὴν στάση τοῦ χοϊκοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντί του, ὅταν ἐθελοτυφλεῖ καὶ ἀρνεῖται νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν ὕπαρξή του, γεγονὸς ἄλλωστε ποὺ τὸν καθιστᾶ περισσότερο τραγικὸ πρόσωπο, διδάσκει μὲ φιλάνθρωπη ἀγάπη τὰ ἑξῆς: «ὁ φόβος τοῦ θανάτου προέρχεται ἀπὸ τὴ βιασύνη, τὴ φασαρία, τὴ βαβούρα καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν εὐτυχία. Ὅταν κάποιος γυροφέρνει πολυάσχολος καὶ ξαφνικὰ θυμηθεῖ τὸν θάνατο, ὁ θάνατος τότε τοῦ φαίνεται ἐντελῶς παράλογος, ἀπαίσιος. Ὅταν ὅμως φτάσει στὴν ἡσυχία, στὴν εὐτυχία, στοχάζεται τὸν θάνατο καὶ τὸν ἀποδέχεσαι μὲ ἀρκετὰ διαφορετικὸ τρόπο.

Ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ὁ θάνατος βρίσκεται σ’ ἕνα ἀνώτερο, «σημαντικὸ» ἐπίπεδο, φαίνεται τρομακτικὸς μόνον ὅταν συνδέεται μὲ τὴ συνηθισμένη, κατώτερη, ἀχρείαστη πολυπραγμοσύνη.

Στὴν εὐτυχία, στὴ γνήσια εὐτυχία, αἰσθανόμαστε τὴν παρουσία τῆς αἰωνιότητας στὴν καρδιά μας, ἔτσι ὥστε ἡ εὐτυχία νὰ ἀνοίγεται στὸν θάνατο. Καὶ τὰ δύο μοιάζουν μεταξύ τους, καὶ τὰ δύο ἀγγίζουν τὴν αἰωνιότητα. Στὴν πολυπραγμωσύνη δὲν ὑπάρχει αἰωνιότητα καὶ γι’ αὐτὸ ἡ βαβούρα ἀπορρίπτει τὸν θάνατο. «Μετὰ τῶν ἁγίων ἀνάπαυσον…» σημαίνει ἐν τῷ θανάτῳ, ὅπως τὸν ἀντιλαμβάνεται ὁ εὐτυχισμένος ἄνθρωπος».

Ὁ θάνατος γιὰ τὸν π. Ἀλέξανδρο Σμέμαν εἶναι ἕνα πέρασμα, ἕνα «παράθυρο» πρὸς τὴν αἰωνιότητα καὶ ὄχι ἕνα τέλος, ἕνας μηδενισμός. Θάνατος καὶ αἰωνιότητα εἶναι τὸ «συναμφότερον» τῆς ὑπάρξεως ὑπὸ τὴν θεολογικὴ προσέγγιση τῆς Ἀναστάσεως, τῆς ἐμπειρίας τῆς ἐν Χριστῷ μετὰ τὸν τάφο ζωῆς. Ἐξάλλου, γιὰ τὸν ἴδιο ὀ,τιδήποτε μᾶς κρατᾶ δέσμιους εἶναι θάνατος. Τὶς ὡς ἄνω σκέψεις του ἀναλύει ὡς ἑξῆς: «Ὁ τρόμος, ἡ φρίκη τοῦ θανάτου εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ δυνατὰ αἰσθήματα ποὺ ὑπάρχουν: θλίψη γιὰ τὴν ἐγκατάλειψη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, «τοῦ εὐγενικοῦ βασιλείου αὐτῆς τῆς γῆς» (Γ. Μπερνανός). Ἀλλὰ τί γίνεται ἂν «αὐτὸ τὸ εὐγενικὸ βασίλειο», αὐτὸς ὁ ἀνοιχτὸς οὐρανός, αὐτοὶ οἱ λόφοι καὶ τὰ δάση, τὰ πλημμυρισμένα ἀπὸ ἥλιο, αὐτὴ ἡ σιωπηλὴ μελωδία τῶν χρωμάτων, τῆς ὀμορφιᾶς, τοῦ φωτός, τί γίνεται ἂν ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι τελικὰ παρὰ ἡ ἀποκάλυψη αὐτοῦ ποὺ βρίσκεται πίσω ἀπὸ τὸ θάνατο: ἕνα παράθυρο πρὸς τὴν αἰωνιότητα;… Πῶς πρέπει λοιπὸν νὰ ζοῦμε;

Νὰ συνάζουμε τὴ ζωὴ γιὰ τὴν αἰωνιότητα, ποὺ σημαίνει νὰ ζοῦμε τὴ ζωὴ σὰν νὰ εἶναι αἰώνια. Νὰ σπείρουμε φθαρτὰ ἀγαθὰ ἔτσι, ὥστε «μετὰ» νὰ ἐγερθοῦν ἄφθαρτα. Μποροῦμε ὅμως καὶ νὰ διαλέξουμε νὰ ζοῦμε «συνάζονας θάνατο», νὰ ζοῦμε μὲ τὴν «ἐπιθυμία τῆς σαρκός, καὶ τὴν ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τὴν ἀλαζονεία τοῦ βίου» (Α΄ Ἰωάννου, 2, 16), πράγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἕνα βασανιστήριο, εἶναι ἤδη θάνατος. Μποροῦμε νὰ ἐπιλέξουμε νὰ ὑποταγοῦμε στὴν καθημερινὴ φούρια, ν’ ἀδειάσουμε τὴν ψυχή μας, νὰ ὑπηρετοῦμε τὰ εἴδωλα – ἀδιέξοδο – τὸν θάνατο…». Ἀναφερόμενος στὸ ὅτι ὁ θάνατος εὑρίσκεται στὸ κέντρο τοῦ πολιτισμοῦ διερωτᾶται: «τί εἶναι ὁ πραγματικὸς πολιτισμός;», καὶ ἀπαντᾶ μὲ τὴν ἀπολυτότητα στὴν ὀρθότητα τῆς θέσεώς του, ὅτι πραγματικὸς πολιτισμὸς εἶναι «κοινωνία, συμμετοχὴ σ’ αὐτὸ ποὺ νίκησε τὸ χρόνο καὶ τὸν θάνατο».

Πιστεύουμε ἄραγε μὲ ἀπόλυτο καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ρωγμῆς τρόπο στὴν ἐν Χριστῷ ἥττα τοῦ θανάτου; Μήπως ἔχουμε ἀμφιβολίες καὶ ἔτσι ἡ ὅλη θρησκευτικότητα καὶ ἐνίοτε ἐπίπλαστη πνευματικότητά μας αὐτοαναιρεῖται; Ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν μὲ τὴν ἀπολυτότητα τῆς βεβαιότητας ποὺ ἡ πίστη στὸν Ἀναστάντα Χριστὸ γεννᾶ στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων πραγματοποιεῖ μία θεολογικὴ ἀναγωγὴ ἀναφέροντας ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ζωῆς στὴ διάσταση τῆς αἰωνιότητος.

Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἐμβαθύνει στὸ «μυστήριο τοῦ θανάτου» γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὴν βαθύτερη καὶ οὐσιαστικότερη ἐσχατολογικὴ καὶ ἐπέκεινα τοῦ τάφου διάσταση τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ, ἐπισημαίνοντας μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: «…Ὁ θάνατος βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς θρησκείας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ἡ στάση μας ἀπέναντι στὸν θάνατο προσδιορίζει τὴ στάση μας ἀπέναντι στὴ ζωή. Κάθε ἄρνηση τοῦ θανάτου ἁπλῶς αὐξάνει τὴ νεύρωση (ἀθανασία) ὅπως κάνει καὶ ἡ ἀποδοχὴ του (ἀσκητισμός, ἄρνηση τῆς σάρκας).

Μόνο ἡ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου εἶναι ἡ ἀπάντηση, καὶ προϋποθέτει τὴν ὑπέρβαση καὶ τῶν δύο, τῆς ἄρνησης καὶ τῆς ἀποδοχῆς. – «Ὁ θάνατος κατεπόθη εἰς νεῖκος». Τὸ ἐρώτημα εἶναι «ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ νίκη;». Ἀρκετὰ συχνὰ λησμονοῦμε τὴν ἀπάντηση. Γι’ αὐτὸ παραμένουμε ἀβοήθητοι ὅταν ἀσχολούμαστε μὲ τὸ θάνατο. Ὁ θάνατος ἀποκαλύπτει – πρέπει ν’ ἀποκαλύπτει – τὸ νόημα ὄχι τοῦ θανάτου ἀλλὰ τῆς ζωῆς. Ἡ ζωὴ δὲν πρέπει νὰ εἶναι μιὰ προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατο, ἔτσι ὥστε ὁ θάνατος νὰ γίνεται θρίαμβος τῆς ζωῆς, ἐν Χριστῷ. Διδάσκουμε γιὰ τὴ ζωὴ χωρὶς νὰ τὴν ἀναφέρουμε στὸν θάνατο καὶ γιὰ τὸν θάνατο, σὰν νὰ εἶναι κάτι τὸ ἄσχετο πρὸς τὴ ζωή».

Ἐπειδὴ ἡ ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἀναστημένος Χριστὸς ὡς «Πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν», προσλαμβάνει καὶ ἀναστασιοποιεῖ τὸν θάνατο μεταβάλλοντάς τον σὲ ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτὴ ἡ νομοτελειακὴ ἀνατροπὴ ἐν Χριστῷ συντελεῖται μέσα στὴν Ἐκκλησία ὅπου ἀνενεργοποιεῖται τὸ «κεντρὶ τοῦ θανάτου», ὁ ὁποῖος γίνεται ἀπαρχὴ ζωῆς αἰωνίου καὶ ὄχι ὡς ὁ «ἀπόλυτος προορισμὸς» τῆς ζωῆς. Ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν προσλαμβάνει αὐτὴ τὴν «ἄλλη» διάσταση τοῦ θανάτου ὡς ἀπαρχὴ τῆς ζωῆς, τῆς αἰωνιότητος τῆς ἀθανασίας, καὶ θεολογεῖ ἁγιοπατερικά: «…Ὁ χριστιανισμός, ὅταν βλέπει τὴ ζωὴ μόνο ὡς μιὰ προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατο, κάνει τὴ ζωὴ δίχως σημασία καὶ ὑποβαθμίζει τὸ θάνατο σ’ ἕναν «ἄλλο κόσμο», ποὺ δὲν ὑπάρχει, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δημιούργησε μόνο ἕναν κόσμο, μία ζωή. Κάνει τὸν Χριστιανισμὸ καὶ τὸν Θάνατο νὰ χάνουν τὴ σημασία τους ὡς νίκη. Δὲν λύνει τὸ πρόβλημα τῆς νεύρωσης τοῦ θανάτου. Τὸ ἐνδιαφέρον μας γιὰ τὴ μοῖρα τῶν νεκρῶν πέρα ἀπὸ τὸν τάφο, καθιστᾶ τὴ χριστιανικὴ ἐσχατολογία δίχως νόημα. Εἶναι (πρέπει νὰ εἶναι) ἡ συνεχὴς Ἀνάστασή τους, ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ζωὴ μέσα στὸν θάνατο, ἡ νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου, ἡ καθολικὴ Ἀνάσταση…

Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐξαφανίζεται μὲ τὸν θάνατο; Ἡ ἐμπειρία τῆς ἀσχήμιας αὐτοῦ τοῦ κόσμου, τοῦ κακοῦ, τῆς ρευστότητας τοῦ χρόνου. Αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι ἡ ὀμορφιὰ ποὺ χαροποιεῖ καὶ ταυτόχρονα θλίβει τὴν καρδιά. «Εἰρήνη». Ἡ εἰρήνη τοῦ Σαββάτου, ἡ ὁποία διανοίγει τὴν πληρότητα καὶ τὴν τελείωση τῆς Δημιουργίας. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Ὄχι τοῦ θανάτου, ἀλλὰ τῆς ζωῆς στὴν πληρότητά της, στὴν αἰώνια κατοχή της».

Πόσο μοναδικὸ ὄμορφα, λυρικά, μυσταγωγικὰ καὶ ἐσχατολογικὰ ἀναφέρεται ὁ π. Ἀλέξανδρος στὴν μετάβαση ἀπὸ τὴν μία ὀντολογία στὴν ἄλλη, γράφοντας: «τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, αὐτὸ ποὺ θὰ μείνει ἀπὸ τὴ ζωὴ εἶναι ἡ μοναδικὴ εἰκόνα μιᾶς ἀμετάβλητης ἁγίας Τράπεζας, μιὰ αἰώνια χειρονομία, μιὰ συνεχὴς μελωδία. Πράγματι δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ καλύτερο· ἀληθινὰ μία ἀποκάλυψη».

Εὔλογα θὰ μποροῦσε νὰ διερωτηθεῖ κάποιος: ποῦ καὶ πῶς δύναται ὁ χοϊκὸς καὶ μυριάκις δέσμιος τῆς ὕλης ἄνθρωπος νὰ βιώσει τὰ ἔσχατα, τὴν ἐν Χριστῷ αἰωνιότητα ὡς πληρότητα ζωῆς ἐκ τοῦ θανάτου; Μά, ἡ ἀπάντηση εἶναι μονολεκτική: Στὴν Ἐκκλησία. Ὡς «Οἶκο τοῦ Θεοῦ Πατρὸς» καὶ «Οἶκο τοῦ Ἀνθρώπου».

Γιὰ τὴν ἐκκλησία ὡς «Οἶκο» Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ὁ π. Ἀλέξανδρος γράφει ὅτι: «Ὁ Θεὸς μᾶς προσφέρει τὴ Ζωή Του, κι ὄχι ἰδέες, δόγματα ἢ κανόνες. Στὸ σπίτι, ὅταν γίνουν τὰ πάντα, ἀρχίζει ἡ ἴδια ἡ ζωή. Ὁ Χριστὸς ἦταν ἄστεγος ὄχι ἐπειδὴ περιφρονοῦσε τὴν ἁπλὴ εὐτυχία – ὁ ἴδιος εἶχε παιδικὴ ἡλικία, οἰκογένεια, σπιτικὸ -, ἀλλὰ ἐπειδὴ παντοῦ στὸν κόσμο «αἰσθανόταν σὰν στὸ σπίτι του», στὸν κόσμο τὸν ὁποῖο ὁ Πατέρας του εἶχε δημιουργήσει ὡς τὸν «οἶκο» τοῦ ἀνθρώπου. «Εἰρήνη ἐν τῷ Οἴκῳ τούτῳ». Ἔχουμε τὸ σπίτι μας καὶ τὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησία, καὶ ἡ βαθύτερη ἐμπειρία ποὺ ἔχουμε γιὰ τὴν Ἐκκλησία εἶναι αὐτὴ τοῦ «οἴκου». Πάντοτε ἡ ἴδια καί, πάνω ἀπ’ ὅλα, ἡ ἴδια ἡ ζωὴ – ἡ Λειτουργία, τὸ ἑσπέρας, τὸ πρωί; Ἡ ἑορτὴ – καὶ ὄχι μία δραστηριότητα».

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ ζωντανὸ σῶμα τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, στὸ ὁποῖο ὀντολογικὰ ἐγκεντρίζονται οἱ ἄνθρωποι ὡς ζῶντα μέλη αὐτοῦ. Ἡ ἐκκλησίαστικοποιηση τῶν ἀνθρώπων, τῶν μεμονωμένων προσώπων, συντελεῖται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τὸ ὁποῖο συγκροτεῖ τὴν Ἐκκλησία σὲ σῶμα, γεγονὸς ποὺ ὠθεῖ τὸν π. Ἀλέξανδρο νὰ ὑπογραμμίσει ὅτι: «Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ζωντανὴ σὲ πεῖσμα κάθε ἀντιξοότητας, καὶ μιὰ σύναξη ἀπὸ «ἀνθρωπάκια» μεταμορφώνεται σὲ Ἐκκλησία».

Ἡ βαθύτερη ὀντολογικὴ ταυτότητα καὶ φύση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτεται σὲ αὐτὴ καὶ ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἴδιος εἶναι «μία ἀποκάλυψη ποὺ μᾶς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ ἀγαπήσουμε τὴ Βασιλεία, νὰ προσευχόμαστε γιὰ τὸν ἐρχομό της, νὰ τὴν αἰσθανόμαστε ὡς «τὸ ἐν οὗ ἐστι χρεία». Ἡ ὀμορφιὰ ὡς ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς καλοσύνης. Ἡ Ἐκκλησία ὡς τρόπος αὐτῆς τῆς ἀποκάλυψης. Ἥσυχη προσοχὴ μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα…».

Ἡ Ἐκκλησία ὡς ἀποκάλυψη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ κατὰ τοὺς πρωτοχριστιανικοὺς χρόνους ἦταν ἀληθὲς καὶ μόνιμο ὀντολογικὸ βίωμα, τὸ ὁποῖο στὴν σύγχρονη ἐποχὴ εὐτελίζεται ἀνάμεσα στὸν ἀτομοκεντρικὸ ἐγωιστικὸ εὐσεβισμὸ καὶ τὴν νοσηρὰ αὐτονομημένη ἐκτός τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας «πνευματικότητα». Ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ ἀναζητᾶς στὴν Ἐκκλησία τὸν Χριστὸ καὶ ἄλλο πράγμα νὰ ἐπιθυμεῖς τὰ «πέριξ τοῦ Χριστοῦ», ὅπως δυστυχῶς συμβαίνει στὴν σύγχρονη ἐποχή, ἐπειδὴ τὸ «κέντρο βάρους» ἔχει μετακινηθεῖ ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ σὲ ὁ,τιδήποτε ὁ ἀνθρώπινος ἐγωισμὸς ὀνομάζει αὐθαιρέτως σὲ «Χριστό». Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ὁ π. Ἀλέξανδρος ἀναφέρει μὲ ἀφυπνιστικὴ διάθεση τὰ ἑξῆς: «Γιὰ τοὺς πρώτους Χριστιανούς, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ βρισκόταν πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα ἐπειδὴ Αὐτὸς ἦταν ἀνάμεσά τους. Γιὰ τοὺς σύγχρονους χριστιανούς, ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἐδῶ ἐπειδὴ τὸ Σῶμα Του βρίσκεται πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα. Φαίνεται σὰν κάτι τὸ ἀνάλογο, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ὑπάρχει μία οὐσιώδης διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς πρώτους χριστιανοὺς καὶ σέ μᾶς. Γι’ αὐτοὺς τὰ πάντα βρίσκονται στὴ γνώση τοῦ Χριστοῦ, στὴν ἀγάπη γι’ Αὐτόν. Γιά μᾶς, ὅλα βρίσκονταν στὴν ἐπιθυμία μας νὰ φωτιστοῦμε. Οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ προσήρχοντο στὴ Θεία Κοινωνία γιὰ ν’ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστό, ἐνῶ τώρα ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ὁ μοναδικὸς λόγος συμμετοχῆς σὲ Θεία Κοινωνία».

Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ ἴδιος μὲ ἐκτεταμένη θεολογικὴ προσέγγιση ἀναφέρεται στὸ μέγα μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας στὸ ὁποῖο ἀποκαλύπτεται τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ὡς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Σὲ αὐτὸ τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐσχατολογικὸ γεγονὸς ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα καὶ σύναξη συγκροτεῖ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν καθόλου Ἐκκλησία ὡς Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀναφέρει λοιπὸν μὲ ἐσχατολογικὴ καὶ ἄκρως ἁγιοπατερικὴ γραφή: «Γιὰ νὰ καταλάβουμε αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου», γιὰ νὰ τὸ κάνουμε πραγματικό, χρειαζόμαστε σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο τὴν ἐμπειρία τοῦ ἄλλου κόσμου, τὴν ὀμορφιά του, τὸ βάθος του, τὸν θησαυρό του, τὴν ἐμπειρία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μυστηρίου της – τὴν εὐχαριστία. Ἡ Ἐκκλησία ἱδρύθηκε σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο γιὰ νὰ τελεῖ τὴν εὐχαριστία, νὰ σώζει τὸν ἄνθρωπο ἀποκαθιστώντας τὴν εὐχαριστιακή του ὕπαρξη.

Ἡ εὐχαριστία εἶναι ἀδύναμη δίχως τὴν Ἐκκλησία, δίχως, δηλαδή, μία κοινότητα ποὺ νὰ γνωρίζει τὸν μοναδικὸ χαρακτήρα καὶ τὴν κλήση της, τὸ νὰ εἶναι δηλαδὴ ἀγάπη, ἀλήθεια, πίστη καὶ ἀποστολή· καὶ ὅλα αὐτὰ ἐκπληρώνονται στὴν εὐχαριστία, καὶ ἀκόμη πιὸ ἁπλά, στὸ νὰ εἶναι Σῶμα Χριστοῦ. Ἡ Εὐχαριστία ἀποκαλύπτει τὴν Ἐκκλησία ὡς κοινότητα – ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀγάπη ἐν Χριστῷ -, ὡς ἀποστολή, τὸ νὰ στρέψει δηλαδὴ τὸν καθένα καὶ ὅλους στὸν Χριστό.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει κανένα ἄλλο σκοπό, καμία ἄλλη «θρησκευτικὴ ζωὴ» ποὺ νὰ τὴ χωρίζει ἀπὸ τὸν κόσμο. Στὴν ἀντίθετη περίπτωση ἡ Ἐκκλησία μεταβάλλεται σὲ εἴδωλο. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ σπίτι μας, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ξεκινοῦμε γιὰ νὰ πᾶμε στὴν ἐργασία μας καὶ στὸ ὁποῖο ἐπιστρέφουμε μὲ χαρὰ γιὰ νὰ βροῦμε τὴ ζωή, τὴν εὐτυχία καὶ τὴ χαρά, καὶ ὅπου τὰ πάντα μεταμορφώνονται σὲ γιορτή, σὲ ἐλευθερία, σὲ πλήρωμα, σὲ παρουσία καὶ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ «οἴκου» – ἤδη ἐκτὸς χρόνου, ἀμετάβλητη, γεμάτη αἰωνιότητα, ἀποκαλύπτοντας τὴν αἰωνιότητα. Μόνο αὐτὴ ἡ παρουσία μπορεῖ νὰ δώσει νόημα καὶ ἀξία στὸ καθετὶ στὴ ζωή, μπορεῖ νὰ ἀναφέρει τὰ πάντα σ’ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία καὶ μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ τὴν ἐκπληρώσει. «Παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου». Ἀλλὰ μόνο «παραγόμενος» ὁ κόσμος γίνεται τελικὰ «κόσμος»: Δῶρο τοῦ Θεοῦ, εὐτυχία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν κοινωνία του μὲ τὸ περιεχόμενο, τὴ μορφὴ καὶ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ «κόσμου».

Τὰ παραπάνω εἶναι ἀλήθεια καὶ ζωή, ὀντολογικὴ πρόταση ζωῆς καὶ ὄχι ἰδέες καὶ ἐφήμερες ἰδεολογίες, ἐπειδὴ κατὰ τὸν π. Ἀλέξανδρο, «ἂν ὑπάρχει Θεός, δὲν χρειάζονται οἱ ἀρχές μου – ἀρκεῖ ὁ Θεός. Ἂν δὲν ὑπάρχει, τότε οἱ ἀρχὲς (principles) δὲν μᾶς σώζουν ἀπὸ τίποτε, οὔτε δημιουργοῦν τίποτε». Γι’ αὐτὸ συμπληρώνει ὅτι «ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη γνήσια συνάντηση μὲ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ, καὶ συνεπῶς τὴν πραγματικότητα τῶν πάντων. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι μυστηριακός. Τὸ μυστήριο εἶναι ἀποκάλυψη, συνάντηση, γνώση, κοινωνία».

Αὐτὸς ὁ μυστηριακὸς χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἐν γένει Ὀρθοδοξίας, στὴν σύγχρονη ἐποχὴ τείνει νὰ ἐξαληφθεῖ, νὰ ἐξαφανισθεῖ ἢ μᾶλλον νὰ θαπτεῖ κάτω ἀπὸ τὴν ἀπολυτοποιημένη ἱστορικότητα χωρὶς μυστηριακὴ ὑπόσταση, ἀπὸ θεωρίες, συμπλέγματα, ἀνασφάλειες, ἐγωιστικὲς αὐτοεπιβεβαιώσεις, αὐτονομημένες πνευματικότητες, ψευδοηθικοὺς εὐσεβισμοὺς καὶ τόσα ἄλλα σύνδρομα καὶ ἐπίπλαστα ἐφυολογήματα ποὺ καμμία, μὰ καμμία ἀπολύτως σχέση δὲν ἔχουν μὲ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἀναφερόμενος ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν στὴν ὅλη τραγωδία τῆς συγχρόνου «Ὀρθοδοξίας» ἀποτολμᾶ νὰ γράψει πικρὲς ἀλήθειες χωρὶς περιστροφὲς καὶ γλυκόλογα γιὰ νὰ περισώσει τὸ «κῦρος» ἢ τὸ «ὄνομά» του. Ἐπισημαίνει λοιπὸν τὰ ἑξῆς: «Γιὰ νὰ ἀλλάξουμε τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς Ὀρθοδοξίας, πρέπει νὰ μάθουμε νὰ βλέπουμε τοὺς ἑαυτούς μας σὲ προοπτική, νὰ μετανοήσουμε, καὶ ἂν χρειάζεται ν’ ἀποδεχθοῦμε τὴν ἀλλαγή, τὴ μεταστροφή. Στὴν ἱστορικὴ Ὀρθοδοξία, ὑπάρχει μιὰ ὁλοκληρωτικὴ ἀπουσία κριτηρίων αὐτοκριτικῆς. Ἡ Ὀρθοδοξία αὐτοπροσδιοριζόταν: ἔναντι τῶν αἱρέσεων, ἔναντι τῆς Δύσης, τῆς Ἀνατολῆς, τῶν Τούρκων, κλπ. Ἡ Ὀρθοδοξία συνυφάνθηκε μὲ συμπλέγματα αὐτοεπιβεβαίωσης, ἀπὸ μιὰ ὑπερτροφικὴ θριαμβολογία: τὸ ν’ ἀναγνωρίσει τὰ λάθη της σήμερα σήμαινε πὼς καταστρέφει τὰ θεμέλια τῆς ἀληθινῆς πίστης.

Ἡ τραγωδία τῆς Ὀρθόδοξης ἱστορίας τοποθετεῖται κυρίως στὸν θρίαμβό της ἐναντίον τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀντικειμενικοῦ κακοῦ: εἴτε κατὰ τὴ διάρκεια τῶν διωγμῶν, ἢ ὑπὸ τὸν ζυγὸ τῶν Τούρκων, τοῦ Κομμουνισμοῦ – καὶ ποτὲ τοῦ μέσα. Κι ὅσο δὲν μεταβάλλονται αὐτὲς οἱ πεποιθήσεις, πιστεύω πὼς δὲν εἶναι δυνατὴ καμία ὀρθόδοξη ἀναβίωση. Τὰ πολλὰ ἐμπόδια ποὺ καθιστοῦν τόσο δύσκολη αὐτὴ τὴν ἀναβίωση δὲν ὀφείλονται στοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ριζώνουν ἐκεῖ ποὺ φαίνεται πὼς βρίσκεται ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας:

Πρῶτον – σ’ ἕνα εἶδος εὐσέβειας, γεμάτης ἀπὸ προλήψεις καὶ γλυκερότητα, καὶ ἀπολύτως ἀδιαπέραστης σὲ κάθε πολιτισμό. Μία εὐσέβεια μὲ παγανιστικὲς διαστάσεις, ποὺ διαλύει τὴν Ὀρθοδοξία σὲ μία συναισθηματικὴ θρησκευτικότητα.

Δεύτερον – σὲ μία Γνωστὴ τάση στὴν ἴδια τὴν πίστη, ἡ ὁποία ξεκίνησε ὡς ἑλληνιστικὴ ἐπίδραση καὶ κατέληξε στὴ Δύση ὡς Καρτεσιανὴ ἐγκεφαλικότητα.

Τρίτον – στὸν δυϊσμὸ εὐσέβειας καὶ ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας, ποὺ ὑποκατέστησε τὴν πρωτογενῆ ἐσχατολογία στὸ Χριστιανικὸ ὅραμα τοῦ κόσμου.

Τέταρτον – στὴν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας σ’ ἕναν ἐθνικισμὸ τοῦ χειρίστου Παγανιστικοῦ αὐταρχικοῦ καὶ ἀρνητικοῦ εἴδους.

Αὐτὸ τὸ «κοκτέιλ» προσφέρεται ὡς «καθαρὴ Ὀρθοδοξία» καὶ κάθε προσπάθεια κριτικῆς της καταδικάζεται ὡς αἵρεση. Τίποτε δὲν εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνο ὅσο ἡ φανατικὴ ὑπεράσπιση τῆς Ὀρθοδοξίας».

Σὲ μία ἐποχὴ πνευματικῆς συγχύσεως καὶ ἀποπροσανατολισμοῦ, ὅπου οἱ λέξεις ἔχουν ἀπωλέσει τὴν ἀξία τους καὶ οἱ ἔννοιες τὸ βαθύτερο περιεχόμενό τους, ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν ἐπιμένει νὰ διακρίνει μὲ σοφία τὰ πράγματα, τοὺς ὅρους, τὶς λέξεις. Διαπιστώνει ὅτι «ἡ πίστη μειώνεται καὶ ἡ θρησκεία ἐνισχύεται» μὲ συνέπεια νὰ ἀφαιρεῖται ὁ μυστηριακὸς χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας ὡς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Στὴν ἐναγώνια προσπάθειά του νὰ διακρίνει τὴν πίστη ἀπὸ τὴν θρησκεία καὶ νὰ ἐπισημαίνει τὶς ὀντολογικὲς καὶ σωτηριολογικὲς συνέπειες τῆς μετοχῆς τῶν ἀνθρώπων στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Ἡ Ὀρθοδοξία παραμένει ἑνωμένη, ἀποδεχόμενη ὡστόσο τὴν Ἐκκλησία ὡς μία φυσικὴ κοινωνία – ἐθνική, κρατικὴ κλπ. Τὸ θεμέλιο ὅμως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ πίστη. Ἡ πίστη γεννᾶ αἰωνίως καὶ ἐκπληρώνει τὴν Ἐκκλησία, καὶ ἡ πίστη βλέπει τὴν Ἐκκλησία ὡς «ἐλπιζομένων ὑπόσταση, πραγμάτων ἔλεγχο οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. 11,1). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀναγκαία ὡς τὸ μυστήριο τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἡ θρησκεία εἶναι αὐτὴ ποὺ χρειάζεται τὸν ναό, κι ὄχι ἡ Ἐκκλησία. Ὁ ναὸς κατάγεται ἀπὸ τὴ θρησκεία… Ἡ Ἐκκλησία ἔχει χριστιανικὴ καταγωγή. Ὡστόσο ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ἐδῶ καὶ πολὺ καιρὸ ταυτιστεῖ μὲ τὸν «ναό», ἔχει διαλυθεῖ μέσα στὸν ναό, καὶ (αὐτὸ σημαίνει πὼς) ἔχει ἐπιστρέψει στὸν εἰδωλολατρικὸ ναό, γιὰ ν’ ἀποκτήσει τὴ θρησκευτικὴ ἐπικύρωσή της…

Ἀλλὰ στὸν Χριστιανισμό, γιὰ πάρα πολὺ καιρό, δὲν ὑπῆρξε καμιὰ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ ὑποκαταστάθηκε ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τοῦ ναοῦ, μαζὶ μὲ τὴν ἀτομικὴ θρησκεία, ἡ ὁποία στερεῖται κάθε πίστεως, ὅπως αὐτὴ τῶν «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Ἐλπίδα γιὰ ποιὸ πράγμα; Τί εἶναι αὐτὸ τὸ «οὐ βλεπομένων»; Εἶναι κάτι θεϊκὸ μέσα μας, ὑπερβατικὸ καθ’ αὐτό, μεταθανάτιο, ποὺ δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο, κάτι ποὺ μᾶς βοηθᾶ νὰ ζοῦμε…».

Τὴν ἰδιαίτερη ὀντολογικὴ σχέση, κατὰ τὸ «συναμφότερον», ποὺ συνδέει τὴν πίστη μὲ τὴν Ἐκκλησία ὁ π. Ἀλέξανδρος θεμελιώνει στὸ κοινὸ γνώρισμα ἀμφοτέρων, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ ἐλευθερία ὡς προϋπόθεση ἀποδοχῆς τῆς πίστεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὑπογραμμίζοντας ἐν προκειμένῳ τὰ ἑξῆς: «…ὅταν λέγω πὼς ἡ πίστη γεννᾶ τὴν Ἐκκλησία, μιλῶ γιὰ τὴν ὀντολογία τῆς ἴδιας τῆς πίστης, ἐπειδὴ ἡ πίστη καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι δύο διαφορετικὲς πραγματικότητες, μὲ τὴ μιὰ νὰ συντηρεῖ καὶ νὰ προφυλάσσει τὴν ἄλλη. Ὄχι. Ἡ πίστη πρόκειται νὰ καταλάβει τὴ Βασιλεία (εἶναι ἡ ὑπόσταση τῶν ἐλπιζομένων – καὶ ὁ ἔλεγχος πραγμάτων μὴ βλεπομένων – ἡ Βασιλεία). Αὐτὴ ἡ κατοχὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία ὡς μυστήριο, ὡς ἑνότητα, ὡς νέα ζωή. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ παρουσία τῶν ἐλπιζομένων καὶ τῶν μὴ βλεπομένων πραγμάτων.

Ἔτσι, τὸ νὰ μιλᾶμε γιὰ κάποια ἐλευθερία πίστεως μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι τόσο παράλογο ὅσο καὶ τὸ νὰ μιλᾶμε γιὰ ἐλευθερία ἐπιλογῆς μέσα σ’ ἕναν πίνακα προπαιδείας. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς Βασιλείας εἶναι καρπὸς ἐλευθερίας, πλήρωμα καὶ κορύφωσή της. Ὑπ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὅπως αὐτὴ ἡ διαρκής, συνεχῶς ἀνανεούμενη ἀποδοχή, ἡ πίστη εἶναι ἐλευθερία, ἡ μόνη γνήσια ἐλευθερία, καὶ ὡς τέτοια ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ εἶναι τὸ πλήρωμα τῆς πίστης».

Τελικῶς, σὲ ἕναν κόσμο ὅπου οἱ ἄνθρωποι τρέχουν ἀπεγνωσμένα νὰ βροῦν ἀπαντήσεις στὰ ὑπαρξιακά τους ἐρωτήματα καὶ προβλήματα ἢ τρέχουν νὰ γεμίσουν τὸ ὑπαρξιακό τους κενὸ μὲ φθηνά, φθαρτά, ἐφήμερα ὑποκατάστατα, καθίσταται ἀβίαστα σαφὲς ὅτι μέσα στὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ταυτισμένος ἐγώ, ἐσύ, ὁ καθένας, ὀντολογικὰ μὲ τὸ ὄντως ἀληθὲς πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε κάποια στιγμὴ ποὺ θὰ τὸν γνωρίσουμε καὶ θὰ τὸν ἀγαπήσουμε, νὰ ὁμολογήσουμε τὸ ἑξῆς: «…νὰ γνωρίζω, νὰ συνειδητοποιῶ τὸ πόσα ὁ Θεός μοῦ δίνει κάθε στιγμὴ καὶ νὰ γνωρίζω ἐπίσης πόσο ἁμαρτωλὴ εἶναι ἡ ἀθυμία, ὁ γογγυσμός, ἡ κατήφεια».


Υ. Γ. Τὸ παρὸν θεολογικό κείμενο υἱκῶς καὶ πάνυ εὐλαβῶς ἀφιεροῦται εἰς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Ἀλεξανδρουπόλεως κ.κ. Ἄνθιμον Β΄, ὁ ὁποῖος λόγοις καὶ συγγραφαῖς διακονεῖ τὴν τῆς Θεολογίας μεγίστη τέχνη καὶ ἐπιστήμη σὲ χαλεποὺς καιροὺς σύγχρονου ἀθεολόγητου ἐκκλησιαστικοῦ λόγου.
 
Bookmark and Share

Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.