Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι
Συγγραφέας: Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος
Κατηγορία:Πεζογραφία
Θέμα:
Πηγή/Έκδοση:Ἅπαντα ( τ. 4 ) Ἐκδόσεις Δόμος
Χρ.Έκδοσης:1985
Ἐννόημα
! Καὶ ὅλα μὲν αὐτὰ καλὰ ἦσαν τότε· ἀλλὰ τώρα, ὅταν ἐγήρασέ τις, οὔτε «ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι», οὔτε «κόκκινη σὰν τὸ αἶμα», τίποτε πλέον ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν βλέπει τις· ἀλλὰ καταντᾷ νὰ γίνεται αὐτός: κρύος σὰν τὸ χιόνι… καὶ νὰ πάσχῃ ἀναιμίαν.
 
Ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι
Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος




Δὲν ἐνθυμοῦμαι πλέον πῶς μοῦ τὸ ἔλεγε ἡ ἀείμνηστος ἡ κυρούλα μου τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο παραμύθι· ἐπρόκειτο δι᾿ ἕνα βασιλόπουλο, ὁποὺ δὲν ἔστεργε πότε νὰ πανδρευθῇ, ἀνίσως δὲν εὕρισκε μίαν βασιλοπούλα, τὴν ὄμορφη τοῦ κόσμου, ὅπου νὰ εἶναι ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι, καὶ κόκκινη σὰν τὸ αἷμα.

Καὶ ὕστερα νομίζω, τὸ βασιλόπουλο ἐπῆγε νὰ λαφοκυνηγήσῃ εἰς τέτοιον καιρόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα, ἀκόμη καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας· κι ἔρριξε μίαν τουφεκιὰν ἐπάνω στοὺς χιονισμένους κάμπους καὶ στὰ λιβάδια καὶ στὰ πλάγια τῶν βουνῶν κι ἐμάτιασε μίαν ἔλαφον· καὶ τὸ αἷμα τῆς ἐλάφου ἐχύθη ἐπάνω στὰ χιόνια, κι ἐκεῖ, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἐγεννήθη μία βασιλοπούλα, κι ἐμεγάλωσε καὶ ἦταν ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι καὶ κόκκινη σὰν τὸ αἷμα.

Καὶ τὸ βασιλόπουλο ηὖρε τὴν νύμφην τῶν ὀνείρων του, πλασμένην ἀπὸ χιόνι, ὅπως ὁ Πυγμαλίων τὴν ηὖρε ἀπὸ μάρμαρον. Ὅλοι αὐτοὶ ὑπῆρξαν εὐτυχεῖς ἐναντίον πρὸς τὸν στίχον τοῦ Ἰταλοῦ Ποιητοῦ, καὶ συμφωνότεροι πρὸς τὸν ὁρισμὸν τοῦ ἀρχαίου φιλοσόφου. Εὐτυχεῖς, διότι δὲν ὑπῆρξαν. Ἀλλ᾿ ἔκαμον καὶ ἄλλους πρὸς καιρὸν εὐτυχεῖς, τόσα παιδιὰ ποὺ ἄκουσαν τὰς διηγήσεις τῶν προμητόρων.



Ἐνθυμῆσθε τὸν στίχον τοῦ Σολωμοῦ.

Ποιὰ εἶναι κείνη ποὺ κατεβαίνει
ἀσπροντυμένη ἀπ᾿ τὸ βουνό.

Ἡ χιὼν καὶ τὸ γάλα εἶναι αἱ δυὸ προχειρότεραι κοινοτοπίαι διὰ τὴν λευκότητα νεαρὸς γυναικός. Μίαν φορὰν ἔτυχε ν᾿ αὐτοσχεδιάσω ἓν δίστιχον, πρὸς ἔπαινον μιᾶς λευκῆς καὶ λευκοφορεμένης. Μαζὺ μὲ ἕνα ἀγαπημένον, εὐγενῆ φίλον μου, τὸν Γιαννάκην τοῦ κατετὰν-Ἀργυροῦ, ἐβαδίζομεν εἰς τοῦ Ἀχειλᾶ τὸ ποτάμι, τὸν κατήφορον, τὸ ρέμμα-ρέμμα.

Παρὰ τὴν βρύσιν, ἐπέζευσεν ἐκεῖνος, ἐγὼ ἐπέμεινα πεζὸς νὰ βαδίζω. Τότε μ᾿ ἐβίασε φιλικῶς νὰ λάβω ὀνάριον, τὸ ὁποῖον ἐσταμάτησεν εἰς τὸν δρόμον. Ἦτο μεγαλόσωμον, μὲ κοκκινωπὸν σποδοβάϊον τρίχωμα, ὅλως ἀσυνήθους χρώματος, τὸ ὁποῖον ἐγώ, μὲ τὸ ἀνακάτωμα ἀθηναϊκῶν ἀναμνήσεων, ὠνόμασα κοκκινέλι.

Παρὰ τὴν βρύσιν μας ἔφερεν ὁ ψυχογιὸς τοῦ Γιαννάκη, ὁ ἀγωγιάτης καλάθιον μὲ ἀχλάδια, ἀγγούρια καὶ πράγματα. Ἔβαλεν εἰς τὴν πηγήν, διὰ νὰ κρυολογήση, τὸ παγούρι μὲ τὸ ρακί· παγούρι φυσικόν, ἀπὸ ποδάρι τεραστίας καβούρας, τὸ ὁποῖον ὀνομάζομεν, δὲν ἠξεύρω διατί, τὸν Καβουροπόλεως. Ἐλέγαμεν π.χ. φέρε τὸν Καβουροπόλεως, μᾶς ἦλθεν ὁ Καβουροπόλεως; καὶ τὰ τοιαῦτα.

Ἀλλ᾿ ἰδού, ἐνθυμοῦμαι. Εἷς νεαρὸς μοναχός, ἀγαπῶν νὰ ἀστεΐζεται, γενομένου ποτὲ λόγου περὶ μητροπολιτῶν διαφόρων παροικιῶν, ληγουσῶν εἰς πόλεως, ὅταν ἔτυχε τότε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν μέσην καὶ τὸ παγούρι αὐτὸ τοῦτο, ἀνέκραξεν αἴφνης!

- Νὰ καὶ ὁ Καβουροπόλεως!

Ἐκεῖ λοιπόν, ὅταν τὸ παγούρι αὐτὸ ἔφερε τοὺς συνήθεις γύρους, ἀνεκαλέσαμεν, μὲ πάντα σεβασμόν, τὰ λόγια τοῦ προφήτου Ἠλιού, ἐκ τῆς Βασιλειῶν Γ´, κι ἐλέγαμεν «Δευτερώσητε, καὶ ἐδευτέρωσαν. Τρισσεύσατε, καὶ ἐτρίσσευσαν».

Ὅπου ὁ καπετὰν Γιαννάκης, μεγάλως φαιδρυνθείς, ὅταν ἤκουσε τὰ ἐδάφια αὐτὰ τῆς Γραφῆς, ἀφελῶς ἔλεγεν, ἀποτεινόμενος πρὸς κληρικὸν φίλον μας.

- Τί δευτέρωσες, παπά;

Τοῦ Γιαννάκη βεβαίως θὰ ἐπήγαινεν ὁ νοῦς τοῦ εἰς τὸ δευτέρωμα τῶν ἀμπέλων, τὸ καλούμενον καὶ δισκάφισμα.



Τέλος, ἵππευσα κι ἐγὼ εἰς τὸ Κοκκινέλι, τὸν Πήγασόν μου, καὶ ἠρχίσαμε ν᾿ ἀνερχώμεθα τὸ βουνό. Ἐπηγαίναμεν εἰς ἕνα πανηγύρι τοῦ Προδρόμου, τῆς 24 Ἰουνίου.

Ἐκεῖ συνηντήσαμε τὴν λαμπρὰν παρέαν τοῦ καπετάν-Κωνσταντῆ τοῦ Μυτιληνιοῦ, ὅλην ἔφιππον. Αὐτός, ἡ συμβία του, τὰ 4 παιδιά του καὶ δυὸ παραγυιοί του. Ἡ καπετάνισσα, ὡραῖα, τριακοντούτις γυνή, μὲ λαμπρὰν περιβολή, καὶ κόκκινα μεταξωτὰ ὑποκάμισσα, ἵππευε μεγαλοπρεπῶς ἐπὶ εὐρώστου ἡμιόνου.

Ξαναμμένος, καθὼς ἤμουν ἐγώ, ὀχούμενος ἐπάνω εἰς τὸ Κοκκινέλι, μοῦ ᾖλθε νὰ εἴπω εἰς τὸν καπετὰν Κωνσταντήν.

- Μοῦ δίνεις τὴν ἄδειαν νὰ πῶ ἕνα τραγούδι τῆς κυρίας;

- Εὐχαρίστως.

Καὶ τότε ἀπήγγειλα.

Ἀσπροκολοβοῦσα μου καὶ ἄσπρη σὰν τὸ γάλα
σένα σοῦ πρέπει λεβεντιά, σοῦ πρέπει καὶ καβάλα.

Σημειώσατε, ὅτι ἡ πρώτη λέξις τοῦ διστίχου ἄνευ δυσφημίας σημαίνει, ἐκεῖ εἰς τὰς νήσους, τὴν φέρουσαν λευκὸν κολόβιον, ἢ φουστάνι ἄνευ χειρίδων.



Καὶ ὅλα μὲν αὐτὰ καλὰ ἦσαν τότε, ἀλλὰ τώρα, ὅταν ἐγήρασε τις, οὔτε ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι, οὔτε κόκκινη σὰν αἷμα, τίποτε πλέον ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν βλέπει τις. Ἀλλὰ καταντᾷ νὰ γίνεται αὐτός: κρύος σὰν τὸ χιόνι... καὶ νὰ πάσχῃ ἀναιμίαν.


(1907)



 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή
     

Πῶς ἰσορροποῦμε;

(Ἁπλοποιημένη μορφὴ κειμένου τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου περὶ τῶν βασικῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ καλύτερος καθρέφτης, ὁ καθρέφτης τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔρχονται τὰ προβλήματα, τὰ ψυχικὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ, ἐκεῖ ρίχνουμε τὴν ματιά μας γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ βροῦμε τὴν ἰσορροπία μας· τὶ μᾶς φταίει.)

Ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης